Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Η επανάσταση από τα κάτω και η ιστορική παραποίηση


...και ένα ερώτημα (προς την αλληλοσπαρασσόμενη ηγεσία του χώρου): ο Συνασπισμός ποιανής κοινωνίας είναι πρόπλασμα;

Από τον Φώτη Τερζάκη*

Murray Bookchin: Η τρίτη επανάσταση Λαϊκά κινήματα στην επαναστατική εποχή
μτφρ.: Μαρίνος Σαρηγιάννης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, τόμ. Ι, σ. 503, 34,49 ευρώ

Ποτέ η παραδοσιακή πολιτική δεν είχε φθαρεί όσο έχει φθαρεί στις μέρες μας, ποτέ οι εκπρόσωποί της δεν έγιναν τόσο αναξιόπιστοι και τόσο καταγέλαστοι, και ωστόσο ποτέ η αδυναμία και η εγκατάλειψη των ανθρώπων, ιδίως σε ό,τι αφορά τα πολιτικά πράγματα, δεν υπήρξαν μεγαλύτερες.
Η διάχυτη ιδέα ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να γίνουν κύριοι της μοίρας τους ούτε μπορούν να αναμορφώσουν τη ζωή τους προς μια επιθυμητή κατεύθυνση μοιάζει να είναι μία από τις συνέπειες της κατάρρευσης του ψυχροπολεμικού διπολισμού, η οποία ερμηνεύτηκε κατά έναν ειδικό τρόπο: ως αποτυχία των κοινωνικών επαναστάσεων, οι οποίες πάσχισαν να υλοποιήσουν συλλογικά όνειρα και να εφαρμόσουν μεγάλες απελευθερωσιακές ουτοπίες.
Ο μελαγχολικός αντι-ουτοπισμός της εποχής μας, που συχνά μεταμφιέζεται σε κυνικό και προσγειωμένο ρεαλισμό, είναι μία από τις σοβαρότερες πηγές αυτής της ανησυχητικής παθολογίας, η οποία οδηγεί τις «δημοκρατικές» μάζες των αρχών του 21ου αιώνα στην πειθήνια υποταγή σε μηχανισμούς χειραγώγησης και ελέγχου πρωτοφανείς στην ανθρώπινη ιστορία· και μία συνέπεια, όσο και προϋπόθεση, αυτού είναι η συστηματική δυσφήμιση της επανάστασης - το πλέον επαναλαμβανόμενο κλισέ στη ρητορική των σημερινών κυρίαρχων.

Ομως: «Τα ονόματα των τυράννων, τους οποίους φαίνεται να παρήγαγαν οι επαναστάσεις, επιζούν ως πρότυπα του κακού στην Ιστορία· όμως εκείνα των ανθρώπων που προσπάθησαν να διασώσουν το απελευθερωτικό δυναμικό των επαναστάσεων έχουν σχεδόν χαθεί, όπως και οι ζωογόνες ιδέες τις οποίες υποστήριξαν.
Στην πραγματικότητα, σχεδόν κανείς δεν θυμάται τους ελάχιστα γνωστούς εκπροσώπους του λαού, οι οποίοι άρθρωσαν μεγαλειώδη οράματα ελευθερίας και συχνά συντόνισαν μεγάλες εξεγέρσεις σε πόλεις και ύπαιθρο. (...)
Ολοι τους -όπως και πολλοί άλλοι- προσπάθησαν με ζήλο να ωθήσουν τις μεγάλες επαναστάσεις του παρελθόντος προς την εκπλήρωση των χειραφετητικών τους στόχων».

Είναι ο Μάρεϊ Μπούκτσιν που μιλάει εδώ, από τον πρόλογο του βιβλίου του Η τρίτη επανάσταση, Ι: βιβλίου που γράφτηκε ακριβώς για να καταπολεμήσει την ιστορική αμνησία των ημερών μας, όπου «η ανάμνηση των μεγάλων επαναστατικών κινημάτων, από την Αγγλική Επανάσταση της δεκαετίας του 1640 μέχρι την Ισπανική του 1936-39, σβήνει σήμερα στη συνείδηση ακόμη και των ριζοσπαστών νεαρών, πολλώ μάλλον όσων έχουν απλώς μια μέση παιδεία.
Στον βαθμό που κάποιος θυμάται αυτές τις επαναστάσεις, τις απορρίπτει, είτε ως αποτυχίες άσχετες με το σήμερα είτε ως εκκολαπτήρια αυταρχικών κρατών και των ηγετών τους, όπως ήταν, για παράδειγμα, ο Ολιβερ Κρόμγουελ, ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος ή ο Ιωσήφ Στάλιν» (σελ. xi).

Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν (1921-2006) είναι από τους τελευταίους θεωρητικούς που μπορούν να ενταχθούν ανεπιφύλακτα στη μεγάλη αναρχική παράδοση του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος.
Την τελευταία δεκαετία της ζωής του, σαν αποκορύφωμα μιας μακράς σειράς δημοσιεύσεων και βιβλίων -πολλά από τα οποία είναι μεταφρασμένα στα ελληνικά- και παράλληλα με τη δουλειά του στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας του Βέρμοντ (που ίδρυσε ο ίδιος το 1971 με την Janet Biehl), θα απορροφηθεί από ένα συστηματικό και μεγάλης πνοής έργο: μια ιστορία των νεωτερικών επαναστάσεων, η οποία είχε αρχικά συλληφθεί ως δίτομη, αλλά υλοποιήθηκε εντέλει σε 4 τόμους.
Με τον τόμο αυτόν, που παρουσιάζεται σήμερα στα ελληνικά, ξεκινά η μετάφραση του έργου από τον Μ. Σαρηγιάννη και τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Το αποφασιστικό στη συγγραφή μίας ιστορίας είναι η σκοπιά υπό την οποία επιχειρείται, και αυτή βεβαίως είναι στενά συνυφασμένη με τον σκοπό που τη διαπνέει.

Με τις παραπάνω γραμμές ο Μπούκτσιν δηλώνει απερίφραστα τον σκοπό του από τις πρώτες γραμμές του προλόγου του - όπως και αποποιείται ρητά κάθε «αντικειμενικότητα»: σε αντίθεση με τους επαγγελματίες ιστορικούς, δηλώνει, εξίσου απερίφραστα, μια θεμελιώδη θεσιληψία, ελλείψει της οποίας κάθε ιστορική πραγμάτευση έχει κατ' ανάγκη κάτι το δολερό.
Στις σελίδες της εισαγωγής που ακολουθούν εκθέτει εν συνεχεία την ιστορική σκοπιά του, η οποία κάνει σαφές και το τι έχει να περιμένει ο αναγνώστης από το έργο.

Θα μπορούσε να πει κάποιος, μεθερμηνεύοντας τις προθέσεις του συγγραφέα, ότι βρίσκεται στον αντίποδα της ακαδημαϊκής ιστοριογραφικής παράδοσης, που πήγασε από τη δεξιά εγελιανή σχολή, σύμφωνα με την οποία η Ιστορία γράφεται από τη σκοπιά του επικρατούντος.
Ο Μπούκτσιν επιχειρεί να γράψει μια Ιστορία από την πλευρά των ηττημένων, των λαϊκών μαζών, χωρίς τη δράση των οποίων καμία επανάσταση δεν θα είχε ποτέ επικρατήσει, ωστόσο, οι πόθοι τους καταπνίγηκαν μέσα στην τελική τροπή των πραγμάτων, στις νέες μορφές εξουσίας που αναδύθηκαν σε μία δραματική καμπή των γεγονότων. Και αυτή η σκοπιά εμπεριέχεται ακριβώς στον τίτλο «Η τρίτη επανάσταση».
Μελετώντας τις πρόσφατες ιστορικές πηγές, σημειώνει, μια παράξενη σύμπτωση τον εντυπωσίασε: οι επαναστάτες «Αβράκωτοι» (sans-culottes) το 1793 στο Παρίσι χρησιμοποιούσαν αυτή την έκφραση θέλοντας ν' αντικαταστήσουν τη Συμβατική Εθνοσυνέλευση που ήλεγχαν οι Ιακωβίνοι ηγέτες. με μια γνήσια λαϊκή δημοκρατία - τα παρισινά «τμήματα» (sections) που οι ίδιοι είχαν ιδρύσει στη διάρκεια μιας σειράς εξεγέρσεων.
Σ' έναν διαφορετικό χρόνο και τόπο, στη Ρωσία του 1921, οι επαναστατημένοι εργάτες της Πετρούπολης και οι «κόκκινοι ναύτες» της Κροστάνδης, επιδιώκοντας επίσης να αντικαταστήσουν ένα αυταρχικό καθεστώς που διεκδικούσε τις δάφνες της ριζοσπαστικότητας, το κόμμα των Μπολσεβίκων, με άμεσα εκλεγμένα λαϊκά συμβούλια ή σοβιέτ, ύψωσαν το ίδιο σύνθημα.
Ούτε οι αμόρφωτοι ρώσοι εργάτες ούτε οι νεαροί ναύτες είναι πιθανό να γνώριζαν σε λεπτομέρειες την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης· η επανεμφάνιση του ίδιου συνθήματος πήγασε πιθανότατα από τη βαθιά δομική αντιστοιχία ανάμεσα στα δύο ιστορικά γεγονότα, που ακολούθησαν κατά κάποιον τρόπο παρόμοια στάδια:
«Και στις δύο περιπτώσεις είχε προηγηθεί μια "πρώτη επανάσταση" ενάντια σε μια ολοφάνερα απηρχαιωμένη μοναρχία - τους Βουρβώνους στη Γαλλία και τους Ρομανώφ στη Ρωσία. (...)
Ενας άμορφος αλλά σοβαρός συνασπισμός φιλελευθέρων, ριζοσπαστών, ακόμα και δυσαρεστημένων μελών της άρχουσας αυλικής τάξης είχε πάρει στα χέρια του τη διακυβέρνηση (...), αντικαθιστώντας τη μοναρχία με μια νέα και μετριοπαθή, πλην όμως διστακτική αντιπροσωπευτική κυβέρνηση.
Κατόπιν, και στις δύο περιπτώσεις, την πρώτη ακολούθησε μια "δεύτερη επανάσταση", κατά την οποία μια ριζοσπαστική κυβέρνηση, με την υποστήριξη των πλέον επανασταστημένων τμημάτων του πληθυσμού, προχώρησε στην ανατροπή της μετριοπαθούς πρώτης.
Από τη στιγμή όμως που βρέθηκε στην εξουσία, η ριζοσπαστική κυβέρνηση αμφισβητήθηκε κι εκείνη, στον βαθμό που τα επαναστατικά πλήθη ζητούσαν μια "τρίτη επανάσταση" για να ανακτήσουν τη δύναμη που είχαν χάσει» (σελ. 2).

Η «τρίτη επανάσταση» είναι δηλαδή η χαμένη επανάσταση, εκείνη που συστηματικά αποσιωπάται από τους επίσημους ιστορικούς όλου του πολιτικού φάσματος, αλλά και η μόνη που θα μπορούσε να δικαιώσει όλη τη σπαταλημένη οδύνη, τον μόχθο και το αίμα.

Σε ό,τι αφορά τις νεωτερικές επαναστάσεις, επίσης, ο Μάρεϊ Μπούκτσιν αμφισβητεί τον όρο «αστική επανάσταση», ως προς τον οποίον συναινούν και οι περισσότεροι μαρξιστές ιστορικοί.
Ακράδαντη πεποίθησή του είναι ότι, από τους μεσαιωνικούς πολέμους των χωρικών μέχρι τις νεωτερικές εξεγέρσεις των βιομηχανικών εργατών, οι καταπιεσμένες μάζες δημιούργησαν παντού τις δικές τους λαϊκές μορφές κοινοτικής οργάνωσης -πρόπλασμα ήδη της νέας κοινωνίας που επιθυμούσαν-, με στόχο την απόδοση της εξουσίας στο λαϊκό σώμα:

αυτοί ήταν το πραγματικό υποκείμενο όλων των επαναστάσεων,
ο μοχλός της επιτυχίας τους,
παρότι η αστική τάξη (ή μια γραφειοκρατία που ήταν πιστό αντίγραφο των ταξικών της αντιπάλων)
εντέλει καρπώθηκε τα αποτελέσματά τους.

Αυτή η πλαστογράφηση της επαναστατικής ιστορίας -για την οποία δεν είναι ανεύθυνος ο ίδιος ο Μαρξ- συνυποθέτει έναν ιστορικό ντετερμινισμό «αντικειμενικά αναγκαίων» υποτίθεται σταδίων, ο οποίος εδώ απορρίπτεται κατηγορηματικά ως ιδεολογική πλάνη.

Τέλος, ο συγγραφέας διαχωρίζει τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις που αποτελούν το κυρίως αντικείμενο της μελέτης του από τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, στον βαθμό που οι τελευταίες, επικεντρωμένες σε αιτήματα λίγο έως πολύ «εθνικά» ή «πατριωτικά», δεν είχαν ποτέ ένα γνήσιο όραμα οικουμενικής ανθρώπινης απελευθέρωσης.
Μήπως όμως κι εκεί, αν κοιτάξει κανείς από πιο κοντά -πράγμα το οποίο δεν είναι στις προθέσεις του Μπούκτσιν εξαρχής να κάνει- θα διακρίνει, οσοδήποτε περιορισμένες ή σποραδικές, δυνάμεις-φορείς ενός λαϊκού διεθνισμού (όπως π.χ. ο παναφρικανισμός στα πρώτα του βήματα, ή τα σύγχρονα ιθαγενικά κινήματα της Αμερικής) που στραγγαλίστηκε εν τη γενέσει του μέσα στο σοβινιστικό παραλήρημα μεσσιανικών ηγετών, οι οποίοι έγιναν, ηθελημένα ή αθέλητα, κύριος μοχλός της διεθνούς νεοαποικιακής πολιτικής;

*Ελευθεροτυπία, 29/1/2010


8 σχόλια:

  1. Με το που μύρισε κάπνα στα ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ κάποια φαντάστηκαν ένα νέο ΚΙΛΕΛΕΡ που πας ρε καραμήτρο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ερώτηση(άσχετη): Το συνέδριο-αν γίνει-μπορεί να το παρακολουθήσει κάποιος που δεν είναι μέλος του ΣΥΝ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ναι. η διαδικασία των συνεδρίων όπως και των κπε είναι ανοιχτή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτή είναι και η αντίφαση όλων των επαναστάσεων. Η συνύπαρξη της προόδου με την συντήρηση. Η δημιουργία απο την επανάσταση ενός νέου κατεστημένου σε αντι΄κατάσταση του προηγούμενου το οποίο τελικά να αποδειχτεί και χειρότερο. Ωστόσο αν κρίνουμε από την Οκτωβριανή επανάσταση είχε θετικές επιπτώσεις στην ζωή των εργαζομένων όμως έξω απο την Σοβιετική ένωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Η 3η επανάσταση, είναι μια μπούρδα, αν μου επιτρέπετε.
    Οπως και η αντίρρηση του για την ταξική νοηματοδοσία του Μάρξ.

    Η 3η επανάσταση, δηλαδή η ήττα όσων επιμένουν στην απόδοση της εξουσίας στους απο κάτω, έχει ακριβώς σχέση με την άρνηση του να δεί, ότι η εξουσία αποδίδεται πρωτίστως από τις οικονομικές σχέσεις, που δίνουν και το νόημα στις ουσιαστικές αλλαγές που οι επαναστάσεις έφεραν.

    Οι αναρχικοί αρνούνται να καταλάβουν ότι η ζωή εν τέλει αναπαράγεται με ψωμί και όχι με μεγάλα λόγια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. μου ειναι αδυνατον να κανω οποιοδηποτε σχολιο για το συγκεκριμενο κειμενο. Γιατι αραγε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. @ pinko,
    μήπως γιατί αυτό ακριβώς είναι το κενό μας; η αποτυχία της αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών (έτσι κατανοώ προσωπικά την 3η επανάσταση) και η υφαρπαγή από την νέα γραφειοκρατία της δημοκρατικής εξουσίας;
    Μήπως γιατί οι "πονηροί" κεντριστές είναι όπως είπε και ο Λυκούδης χτες οι πιο καταστροφικές ομάδες - παρέες (πχ προεδρικοί) που καρπώνονται την κορυφή της πυραμίδας και απογειώνονται στην καθεστωτική άσκηση της εξουσίας;
    Μήπως συμφωνείς με το άρθρο; :)
    Εγώ pinko μου συμφωνώ και δεν είμαι αναρχικός...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. χμμμ, οχι, Γιωργο, μαλλον διαφωνω, εως διαφωνω πολυ. Αλλα περισσοτερα αποψε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU