Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Η απειλή και η διέξοδος

"...ο «ξαφνικός», φαινομενικά, αντιευρωπαϊσμός των Γερμανών εξηγείται άριστα με οικονομικούς και στρατηγικούς όρους και οδηγεί την Ευρώπη σε νέους συσχετισμούς δυνάμεων, εξαιρετικά δυσμενείς ακόμη και για την Γαλλία, αν δεν δημιουργηθούν γρήγορα αντισυσπειρώσεις κρατών, που θα θέσουν υπό έλεγχο το νέο γερμανικό μεγαλοϊδεατισμό…"


Αναδημοσιεύουμε δύο κατατοπιστικά άρθρα από τον ιστότοπο sofokleous10.gr :

1. Τέταρτο Ράιχ εναντίον Ευρωπαϊκού Νότου!

Σενάρια χρεοκοπίας του Ευρωπαϊκού Νότου πλέκουν ανοικτά πλέον Γερμανοί αξιωματούχοι, αφήνοντας να διαφανεί με σαφήνεια η εγκατάλειψη παραδοσιακών φιλοευρωπαϊκών θέσεων των γερμανικών μεταπολεμικών ηγεσιών, που προκαλούν ακόμη και στην Γαλλία ανησυχίες για την ανάδυση του Τέταρτου Ράιχ, αυτή τη φορά με οικονομικά «όπλα».

«Ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται από το γεγονός, ότι για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Γερμανία οι αντιευρωπαϊκές διαθέσεις κερδίσουν ισχυρό πολιτικό έρεισμα», δήλωνε χθες στοReuters ο Γερμανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Αμβούργου Τόμας Στράουμπχαρ, την ώρα που ένας καταιγισμός δηλώσεων από παράγοντες του κυβερνητικού συνασπισμού της Δεξιάς προκαλούσαν νέες σεισμικές δονήσεις στις ελληνικές αγορές, ανεβάζοντας ταυτόχρονα κατακόρυφα το θερμόμετρο της υποτιμητικής κερδοσκοπίας κατά των πορτογαλικών ομολόγων και μετοχών.

Πράγματι, παρότι η καγκελάριος Μέρκελ και ο υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε επιμένουν στις επίσημες δηλώσεις τους στην ανάγκη διάσωσης της Ελλάδας, έστω και με πολύ αυστηρούς όρους, ο προβληματισμός που αναπτύσσεται από άλλα κορυφαία στελέχη του κυβερνώντος γερμανικού συνασπισμού περιλαμβάνει σενάρια χρεοκοπίας και εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη:


- Ανώτερος αξιωματούχος των Χριστιανοδημοκρατών της Μέρκελ, ο Νόρμπερτ Μπαρτλ, δήλωσε στο Reuters, ότι στη σημερινή προγραμματισμένη εμφάνιση του Ντομινίκ Στρος Καν και του Ζαν Κλωντ Τρισέ στο γερμανικό Κοινοβούλιο θα τεθεί από βουλευτές θέμα «κουρέματος» του ελληνικού χρέους, δηλαδή αναδιάρθρωσης με μείωση της ονομαστικής αξίας των τίτλων που έχουν στα χέρια τους οι επενδυτές. Αυτό το σενάριο προσπάθησε να αποκλείσει σχεδόν με δραματικό τρόπο η Γαλλίδα υπουργός Οικονομικών, Κριστίν Λαγκάρντ, που βλέπει ότι στην περίπτωση αυτή θα εκτεθούν σε ζημιές δεκάδων δις. ευρώ οι γαλλικές τράπεζες.

- Με αυτό το σενάριο επαναδιαπραγμάτευσης του ελληνικού χρέους, το οποίο υποδαύλισε πάλι με δηλώσεις στελεχών της η Goldman Sachs, αλλά και η Moody’s, με τη νέα υποβάθμιση της Ελλάδας, ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο το κερδοσκοπικό στοίχημα κυρίως αμερικανικών τραπεζών καιhedge funds του Λονδίνου για μια άμεση ελληνική πτώχευση, που θα φέρει κέρδη δισεκατομμυρίων σε όσους έχουν θέσεις σε CDS. Ορισμένοι θυμίζουν, ότι στην Goldman Sachs έχει αναλάβει καθήκοντα υψηλού συμβούλου μια εμβληματική φυσιογνωμία του γερμανικού τραπεζικού συστήματος, ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Μπούντεσμπανκ, Ότμαρ Ίσινγκ.

- Άλλος αξιωματούχος, από το οικονομικό επιτελείο τουFDP, που συγκυβερνά με τους Χριστιανοδημοκράτες, δήλωσε ότι στο σχέδιο αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης θα πρέπει να περιληφθεί και η προσωρινή, όπως είπε, έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (προφανώς ύστερα από κάποια μορφή πτώχευσης, αφού διαδικασία εξόδου δεν προβλέπεται θεσμικά), ώστε η χώρα να ανακτήσει με μια γενναία υποτίμηση της δραχμής τη χαμένη ανταγωνιστικότητά της. Όμως, σε αυτή την περίπτωση είναι σαφές, ότι η «προσωρινή» έξοδος δεν μπορεί να έχει προκαθορισμένη χρονική διάρκεια και ίσως να οδηγήσει σε μια πολυετή περιπέτεια με αβέβαιη κατάληξη.

Οι δηλώσεις αυτές απηχούν τον προβληματισμό της γερμανικής ηγεσίας για τα στρατηγικά δόγματα της χώρας, που καθόρισαν επί δεκαετίες τη γερμανική πολιτική και ίσως αυτή την περίοδο να αναθεωρούνται, υπό το φως της διεθνούς κρίσης χρέους, αλλά και της ανάδυσης επικίνδυνων, για την Γερμανία, νέων ανταγωνιστικών δυνάμεων στην περιοχή της Ασίας, με πρώτη βεβαίως την Κίνα.

Η ιδιαίτερα διαδεδομένη αντίληψη, ότι η Γερμανία έχει συμφέρον να διατηρήσει ακέραιη την Ευρωζώνη και να αποφύγει ζημιές δισεκατομμυρίων στο τραπεζικό της σύστημα από χρεοκοπίες χωρών του Νότου, σύμφωνα με μια εναλλακτική ανάλυση που φαίνεται να απηχούν οι δηλώσεις των Γερμανών αξιωματούχων, δεν έχει βάση:

- Οι ζημιές στο τραπεζικό σύστημα της Γερμανίας σαφώς είναι ελεγχόμενες, καθώς είναι διάσπαρτες σε αρκετές τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ μπορούν εύκολα να καλυφθούν με χρηματοδότηση από το εύρωστο γερμανικό Δημόσιο, χωρίς μάλιστα να χρειάζονται ιδιαίτερες εξηγήσεις στους φορολογούμενους πολίτες, όπως φαίνεται ότι χρειάζεται στην περίπτωση παροχής βοήθειας στις χώρες του Νότου.- Από την άλλη πλευρά, η γερμανική ηγεσία φαίνεται ότι διαπιστώνει, ότι παρήλθαν οι μέρες των άριστων εμπορικών σχέσεων με τις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, οι οποίες έχουν βυθισθεί σε τέτοια κρίση χρέους, ύφεσης και ελλειμμάτων στις εξωτερικές τους συναλλαγές, που δεν αποτελούν «κότες με χρυσά αυγά» για τις γερμανικές βιομηχανίες, όπως συνέβαινε στα χρόνια της οικονομικής τους άνθησης.

- Επιπλέον, η Γερμανία φαίνεται ότι επιδιώκει να αξιοποιήσει την ισχυρή δημοσιονομική της θέση, για να εγγράψει πολιτικά κέρδη στη διεθνή σκακιέρα: όσο οι ζημιές από τα ομόλογα των χωρών του Νότου ασκούν πιέσεις στις τράπεζες, άρα και δημοσιονομικές, στην Γαλλία, την Βρετανία και άλλες ισχυρές χώρες της Ευρώπης, τόσο αναδεικνύεται με σαφέστερο τρόπο η γερμανική υπεροχή.

- Κοινός παρονομαστής όλων των σεναρίων που επεξεργάζεται η γερμανική ηγεσία, από την επιβολή αιματηρών προγραμμάτων λιτότητας στις «απείθαρχες» χώρες, μέχρι την πτώχευση, ή την έξοδό τους από τη ζώνη του ευρώ, ή ακόμη και ο ευσεβής πόθος ορισμένων για επαναφορά του μάρκου, είναι η ακραία υποτίμηση εισοδημάτων και αξιών, που θα διευκολύνει στα γερμανικά συμφέροντα να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας βιομηχανίες και περιουσιακά στοιχεία τεράστιας αξίας στο παρελθόν.
- Κατάληξη αυτής της διεργασίας, όπως συνέβη και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, θα είναι να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η πλουτοπαραγωγική βάση της Γερμανίας, άρα και η θέση της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό με τις χώρες της Ασίας, που παράγουν όλο και ποιοτικότερα προϊόντα, με εξαιρετικά ανταγωνιστικό κόστος.

Με αυτά τα δεδομένα, ο «ξαφνικός», φαινομενικά, αντιευρωπαϊσμός των Γερμανών εξηγείται άριστα με οικονομικούς και στρατηγικούς όρους και οδηγεί την Ευρώπη σε νέους συσχετισμούς δυνάμεων, εξαιρετικά δυσμενείς ακόμη και για την Γαλλία, αν δεν δημιουργηθούν γρήγορα αντισυσπειρώσεις κρατών, που θα θέσουν υπό έλεγχο το νέο γερμανικό μεγαλοϊδεατισμό…

2. Μπορεί η κρίση να οδηγήσει στις 'Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης';

Η πετρελαϊκή κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 70’ οδήγησε τις ΗΠΑ στην αδυναμία/άρνηση αποπληρωμής του χρέους τους σε χρυσό και στην αναζήτηση ενός εναλλακτικού νομισματικού συστήματος το οποίο θα μπορούσε να τις βγάλει από τη μεγαλύτερη κρίση χρέους στη μοντέρνα ιστορία τους. Με πρωτεργάτη των Paul Volcker, υφυπουργό οικονομικών (1969 –1974) και υπεύθυνου διεθνών νομισματικών σχέσεων, οι ΗΠΑ κατήργησαν, εν μία νυκτί, το μέχρι εκείνη τη στιγμή διεθνές νομισματικό σύστημα, το οποίο είχε στην καρδιά του τη σύνδεση των νομισμάτων με το χρυσό και το αντικατέστησαν με το σύστημα ‘ελεύθερης’ διακύμανσης των νομισματικών ισοτιμιών, όπου η τιμή των νομισμάτων καθορίζεται με βάση τους ‘κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης’.

Προκειμένου να κατευνάσουν την αντίδραση των εξοργισμένων πιστωτών τους (Βρετανίας, Γαλλίας, Ολλανδίας κλπ) και να τους πείσουν να δεχτούν την αποπληρωμή του χρέους σε δολάρια, αποφεύγοντας έτσι την πτώχευση, οι ΗΠΑ πέτυχαν, με την απειλή πολέμου (σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένα, πρώην, απόρρητα βρετανικά έγγραφα), να ‘πείσουν’ τους Άραβες σε συμφωνία για τη διεξαγωγή του εμπορίου πετρελαίου αποκλειστικά και μόνο σε δολάριο, συνδέοντας το, έτσι, με το πιο σημαντικό εμπόρευμα του κόσμου και μετατρέποντας το σε παγκόσμιο νόμισμα, το οποίο όλες οι χώρες θα χρειάζονταν στο εξής, όσο θα είχαν ανάγκη από πετρέλαιο. Τα κράτη βρέθηκαν αντιμέτωπα με ένα νέο σύστημα διακύμανσης των νομισμάτων τους, χωρίς να κατανοούν καλά τους κανόνες και τη λειτουργία του, ενώ οι ΗΠΑ, που το είχαν δημιουργήσει, το εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο, απογειώνοντας την τιμή του δολαρίου έναντι των υπόλοιπων νομισμάτων στα ύψη, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίσουν τις αφόρητες πληθωριστικές πιέσεις από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, μεταφέροντας τες, έτσι, στα υπόλοιπα κράτη και κυρίως στην Ευρώπη, η οποία κατρακύλησε σε μία πολυετή περίοδο οικονομικής ύφεσης, που την οδήγησε το 1979 στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), με την υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Μονάδας (ΕΚΜ), ενός άτυπου νομίσματος, προθάλαμου του ευρώ, πάνω στο οποίο συνδέθηκαν τα νομίσματα πολλών κρατών, με τη δυνατότητα απόκλισης μεταξύ τους μέχρι 2,5%.

Με τα ευρωπαϊκά νομίσματα να συνδέονται μεταξύ τους προκειμένου να γίνουν ισχυρότερα αλλά με το δολάριο να έχει συνδεθεί με το πετρέλαιο του οποίου η τιμή αυξήθηκε κατά 900% σε μερικά χρόνια, το αμερικανικό νόμισμα έγινε πανίσχυρο ενώ οι χώρες που εξήγαν πετρέλαιο βρέθηκαν με τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα το οποίο ήταν, εξ ολοκλήρου, σε δολάρια. Το πλεόνασμα αυτό κατευθύνθηκε προς ευρωπαϊκές και αμερικανικές τράπεζες, οι οποίες άρχισαν να αναζητούν υποψήφιους δανειζόμενους προκειμένου να το εκμεταλλευτούν. Καθώς η διεθνής αλλά και οι περισσότερες εγχώριες οικονομίες ανά τον κόσμο ήταν πολύ ταλαιπωρημένες από την πετρελαϊκή κρίση, οι ανάγκες δανεισμού, μεταξύ άλλων και για την αγορά πετρελαίου, ήταν ιδιαίτερα αυξημένες και έτσι ο παγκόσμιος δανεισμός εκτινάχθηκε, τόσο στα αναπτυγμένα όσο και στα Λιγότερο Αναπτυγμένα Κράτη (ΛΑΚ), στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και η Ελλάδα.

Με το πετροδολάρια να ρέουν άφθονα και με τη δίψα γι’ αυτά να είναι μεγάλη, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ερευνήσει κατά πόσο τα κράτη που δανείζονταν είχαν την υποδομή να διαχειριστούν σωστά τα δανεικά κεφάλαια ώστε να μην βρεθούν σε δύσκολη θέση στο μέλλον. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσουν μία σειρά από κρίσεις χρέους, με ποιο γνωστή αυτήν του Μεξικό, το οποίο προκειμένου να την ξεπεράσει εξασφαλίζοντας οικονομική ‘στήριξη’ από τις ΗΠΑ, αναγκάστηκε να παραχωρήσει σε αυτές, με διμερείς συμφωνίες, την εκμετάλλευση του μεγαλύτερου τμήματος των πετρελαιοπηγών του. Άλλες χώρες που προέβησαν σε βαρύ δανεισμό, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία, απέφυγαν τη μοίρα του Μεξικό αλλά κατά τη διάρκεια του ‘80 είδαν το χρέος τους ως ποσοστό του ΑΕΠ να απογειώνεται, το δημόσιο έλλειμμα τους να εκτινάσσεται και τον υψηλό πληθωρισμό να επιμένει (σύμφωνα με στοιχεία από έκθεση του ΔΝΤ, 1997), ενώ υποχρεώθηκαν να δανείζονται με επιτόκια κοντά η και παραπάνω από το 20% στα επόμενα χρόνια, προκειμένου να συνεχίσουν να καλύπτουν τις δανειακές τους ανάγκες αλλά και να αναχρηματοδοτούν το χρέος τους.

Η νέα διεθνής ύφεση στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, μεγένθυνε και ανέδειξε τις αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών, αποκαλύπτοντας ότι ήταν άστοχη η επιλογή του 2,5% ως η μέγιστη για την απόσταση των νομισμάτων μεταξύ τους και υπό το βάρος μίας σφοδρής νομισματικής επίθεσης σε πληθώρα ευρωπαϊκών κρατών (Ιρλανδία, Δανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βρετανία κλπ) η οποία πέταξε εκτός του συστήματος τη βρετανική στερλίνα και οδήγησε σε δριμεία υποτίμηση πολλά ευρωπαϊκά νομίσματα ωθώντας στα ύψη το δημόσιο χρέους και τα επιτόκια δανεισμού των αντίστοιχων κρατών τους, η Ευρώπη αναγκάστηκε να προβεί στην αναθεώρηση των κανόνων λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και στην υιοθέτηση νέων και πιο ευέλικτων, οι οποίοι και κατέληξαν, αργότερα, στη συμφωνία για τη δημιουργία του ευρώ.

Μία νέα κρίση, αυτή τη φορά στην Ασία, προκάλεσε την αλλαγή του ασιατικού νομισματικού συστήματος, κάτω και πάλι από την πίεση κερδοσκοπικών επιθέσεων σε σειρά ασιατικών κρατικών νομισμάτων, διαμορφώνοντας το σκηνικό που ισχύει στην Ασία μέχρι και σήμερα.

Το ασταθές νομισματικό περιβάλλον επηρέασε και τη δραχμή, η οποία, σύμφωνα με έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος του 1998, μετά την οικονομική κρίση στην Ασία θεωρήθηκε υπερτιμημένη και δέχτηκε κερδοσκοπικές πιέσεις μέχρις ότου εντάχθηκε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, δύο χρόνια πριν από την προγραμματισμένη υιοθέτηση του ευρώ από την Ελλάδα. Αποτέλεσμα της επίθεσης εναντίον της δραχμής ήταν η αύξηση του κρατικού κόστους δανεισμού (ενδεικτικά από το 8,4% στο 12,8% για τα ομόλογα τριμήνου) και η υποτίμηση της κατά 12,3% έναντι της ΕΚΜ, με βασικό στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας ενώ η κυβέρνηση εξήγγειλε μία δέσμη δημοσιονομικών και διαρθρωτικών αλλαγών.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η υιοθέτηση του ευρώ από τα κράτη της ευρωζώνης ‘σήμαινε την παραίτηση από τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τη συναλλαγματική τους ισοτιμία και να ασκούν ανεξάρτητη νομισματική πολιτική’ με την προσδοκία ότι ‘η ενιαία νομισματική πολιτική και η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου σε συνδυασμό με την ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών’ θα συνεπάγονταν ότι ‘τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια (θα) πρέπει να βρίσκονται περίπου στο ίδιο επίπεδο σε όλες τις χώρες.’ Αν μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα, ωστόσο, δεν αμβλυνθούν οι οικονομικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών που συμμετέχουν σε αυτό, τότε, σύμφωνα με την έκθεση, ελλοχεύει ο κίνδυνος ‘ασύμμετρων διαταραχών’ σε περιόδους μακροοικονομικών κρίσεων, ιδιαίτερα σε χώρες ‘με υψηλό δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα και η Ιταλία’ που ‘πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειας δημοσιονομικής εξυγίανσης, προκειμένου να μειώσουν το ύψος του συνολικού χρέους.’.
Ωστόσο, το χρέος δε μειώθηκε στις χώρες αυτές και η οικονομική σύγκλιση δεν επήλθε ποτέ, ενώ, για παράδειγμα στην Ελλάδα, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ διατηρήθηκε πάνω από το 100% από το 1999 και μετά.

Φτάνουμε, έτσι, στην τρέχουσα διεθνή κρίση, που ως η μεγαλύτερη των τελευταίων 80 ετών μεγένθυνε και ανέδειξε τις αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών πολύ περισσότερο απ’ ότι εκείνη στις αρχές του ‘90, αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες και τα τρωτά σημεία της ευρωζώνης.
Και ενώ το ‘90 η νομισματική επίθεση ξεκίνησε από τη Βρετανία, τώρα ξεκίνησε από την Ελλάδα, η οποία είδε τα επιτόκια δανεισμού της να αυξάνονται εκθετικά, παθαίνοντας έμφραγμα από το χρηματοπιστωτικό σοκ.

Και αν και τα ΜΜΕ επιμένουν να κάνουν λόγο για ‘ελληνική κρίση’, στην πραγματικότητα αυτή ήταν εξ αρχής ευρωπαϊκή κάτι που θα φαίνεται όλο και περισσότερο όσο ο χρόνος θα κυλά, όπως ακριβώς συνέβη και το 1990, όταν όλοι εστίαζαν στην κατάρρευση της στερλίνας για να δουν, τελικά, να λυγίζει, να τραυματίζεται και να αλλάζει ολόκληρη η Ευρώπη (με εξαίρεση, ίσως, τη Γερμανία).

Μάλιστα σήμερα, τα νέα ‘χρηματοπιστωτικά όπλα μαζικής καταστροφής’, όπως εύστοχα έχει ονομάσει μία κατηγορία χρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων ο Γουόρεν Μπάφετ (ο οποίος, πάντως έχει επενδύσει δεκάδες δισεκατομμύρια σε αυτά), κάνουν ακόμη πιο οδυνηρές και εύκολες τις χρηματοπιστωτικές και νομισματικές επιθέσεις αλλά και επιτρέπουν την αναμετάδοση του χρηματοπιστωτικού πολέμου σε ζωντανό χρόνο, με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτόν που ζήσαμε στον πρόσφατο πόλεμο στο Ιράκ, τον οποίο παρακολούθησαν ζωντανά δισεκατομμύρια τηλεθεατές σε όλον τον κόσμο.
Έτσι, δισεκατομμύρια άνθρωποι παρακολούθησαν τους τελευταίους μήνες την Ελλάδα να αναρριχάται στη λίστα των πιθανότερων προς πτώχευση χωρών, μέσω του νέου σχετικού συστήματος υπολογισμού με τη χρήση των CDS (ασφάλιστρα κρατικού χρέους), περνώντας από τη 10η στην 5η και τελικά στην 1η θέση, με την πιθανότητα της για πτώχευση να υπολογίζεται, πλέον, στο 46,7% πάνω αυτήν χωρών όπως η Βενεζουέλα, η Αργεντινή, το Πακιστάν και το Ιράκ.

Και ενώ όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στην Ελλάδα, μέσα σε λίγες ημέρες η Πορτογαλία έχει βρεθεί στην 6η θέση της σχετικής λίστας, με τις πιθανότητες της για πτώχευση να πολλαπλασιάζονται φτάνοντας στο 26,11% και το επιτόκιο του 10ετούς της ομολόγου να εκτινάζεται στο 5,53%, πάνω από αυτό της συμφωνίας στήριξης της Ελλάδας με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Από τις 12 μέχρι τις 27 Απριλίου, οι τιμές των CDS μερικών εκ των μεγαλύτερων τραπεζών και εταιριών της Πορτογαλίας έχουν τριπλασιαστεί, με το μέσο όρο των CDS του τραπεζικού της κλάδου να έχει αυξηθεί από τις 60 στις 325 μονάδες βάσης από την αρχή του έτους.

Μα το έργο δεν τελειώνει εδώ καθώς η επίθεση έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή και στην Ισπανία, με τις τιμές των CDS για τον τραπεζικό της κλάδο να έχουν αυξηθεί από τις 100 στις 250 μονάδες από την αρχή της χρονιάς, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 70% τον τελευταίο μήνα και με την τιμή του CDS της Ιρλανδίας να έχει αυξηθεί από τις 145 στις 200 μονάδες την τελευταία εβδομάδα.

Και την ώρα που το ειδικό τμήμα του αμερικανικού υπουργείου οικονομικών κάνει το καθιερωμένο γκάλοπ του μεταξύ των εταιριών που εμπορεύονται κρατικά ομόλογα, προκειμένου να πάρει τη γνώμη τους για το πώς θα πρέπει να κινηθεί ώστε να πετύχει μείωση των επιτοκίων τους, στην Ελλάδα οι ιθύνοντες δηλώνουν πως η τρέχουσα κρίση δεν έδωσε πρόωρα σημάδια και έτσι ήταν αδύνατον να προβλεφθεί και αρκούνται στο να ρίχνουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον, αδυνατώντας, έστω και σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή, να συνεργαστούν για το καλό της χώρας, το οποίο πλέον αφήνεται να ‘οριστεί’ και να επιτευχθεί μέσω των μέτρων του ΔΝΤ, το οποίο δεν παύει να αποτελεί έναν βραχυπρόθεσμο δανειστή μας που υποχρεούται να λάβει υπόψη του, όσο χαράζει την οικονομική πολιτική της Ελλάδας, τόσο το συμφέρον και άλλων κρατών όσο και το δικό του.

Και όμως η κρίση ήταν δυνατόν να προβλεφθεί και αυτό συνέβη, έμμεσα, σε δεκάδες εκθέσεις του ΔΝΤ, της Τράπεζας της Ελλάδας και της ΕΕ, οι οποίες προειδοποίησαν από το 1997 πως χωρίς την ουσιαστική οικονομική σύγκλιση των κρατών της ευρωζώνης, η νομισματική ενοποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει ‘ασύμμετρες διαταραχές και επιπλοκές’ σε περίπτωση μακροοικονομικών κρίσεων, όπως η τρέχουσα.
Αλλά η κρίση μπορούσε, τουλάχιστον, να προβλεφθεί από το 2006, αφού έδωσε όλα τα σημάδια σε διεθνή κλίμακα, τα οποία αποτυπώθηκαν άψογα στις τάσεις των επιτοκίων των μακροπρόθεσμων ομολόγων των ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία από τον Ιανουάριο του 2006 και μετά πήραν την ανιούσα, με αυτά της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ιρλανδίας να παραμένουν σε έντονα ανοδική τάση στο μεγαλύτερο διάστημα των τελευταίων τεσσάρων ετών, προειδοποιώντας για αυτό που ερχόταν όλο και πιο κοντά μας.

Αλλά με την Ελλάδα, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αγγλία, την Ιαπωνία, την Κίνα, τη Σιγκαπούρη κλπ να συμμετέχει στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα αλλά να μην έχει ούτε καν ένα μικρό τμήμα στο υπουργείο οικονομικών για την παρακολούθηση και τη μελέτη του και να αρκείται σε γενικές έρευνες της ΚΤΕ, χωρίς καμία οργάνωση και προετοιμασία για την επιβίωση στη σύγχρονη χρηματιστηριακή οικονομία, κανείς δε φάνηκε να είδε το οφθαλμοφανές και όλοι βρέθηκαν να πιάνονται εξ απήνης.

Και τώρα μοιάζει να συμβαίνει ακόμη ένα ακόμη λάθος, που πηγάζει από το συμπέρασμα ότι η τρέχουσα κρίση είναι, αμιγώς, ελληνική και την ελπίδα εύρεσης του φάρμακου μέσα από μέτρα τα οποία αποφασίζονται στην πιο ακατάλληλη χρονική στιγμή και με τον πλέον πρόχειρο, άτσαλο και βεβιασμένο τρόπο, υπό την πίεση της εξασφάλισης νέων δανεικών κεφαλαίων και χωρίς καμία πρόβλεψη για το τί θα συμβεί στην περίπτωση που δεν αποδώσουν όσο ελπίζουμε, κάτι που, συνήθως, αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Μέσα σε αυτόν τον δημοσιονομικό ‘παροξυσμό’, δε βλέπουμε πως η Ευρώπη, έχει, ήδη, αναγνωρίσει πως το πρόβλημα είναι, κυρίως, δικό της, με την ενεργοποίηση του πρώτου πανευρωπαϊκού μηχανισμού οικονομικής στήριξης χώρας μέλους, ο οποίος θυμίζει της κρατικές μεταβιβάσεις κεφαλαίων σε προβληματικές πολιτείες από έναν κεντρικό προϋπολογισμό, που συναντάμε στο ομοσπονδιακό σύστημα των ΗΠΑ, δημιουργώντας, έτσι, ένα ‘δεδικασμένο’ για ένα μηχανισμό που θα είναι πολύ δύσκολο να μην ενεργοποιηθεί ξανά στην περίπτωση που αυτό ζητηθεί και από άλλες χώρες της ευρωζώνης, κάτι το οποίο δεν πρέπει να αποκλείουμε.

Το κυριότερο, όμως, είναι πως η κρίση ανέδειξε την εγγενή αδυναμία όλων των κρατών της Ευρώπης, ακόμη και της Γερμανίας, να ικανοποιήσουν τα κριτήρια που τα ίδια έθεσαν πριν από 10, περίπου, χρόνια και με τις προβλέψεις για την αύξηση του μέσου όρου του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 115% για τα αναπτυγμένα κράτη, μέχρι το 2014 και την παράλληλη εκτίναξη των ελλειμμάτων τους πολύ πάνω από το 3%, το πιθανότερο είναι πως όσο η τρέχουσα χρηματοπιστωτική επίθεση εξελίσσεται η Ευρώπη να οδηγείται στο δίλλημα της απόφασης ανάμεσα σε μία νέα, πιο ευέλικτη αλλά και πιο ενιαία ευρωπαϊκή πραγματικότητα ή στην ενδεχόμενη διάλυση της.

Στο μεταξύ, το δολάριο συνεχίζει να απολαμβάνει και να επιβεβαιώνει την απόλυτη κυριαρχία του ως το μόνο παγκόσμιο νόμισμα, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να επωμίζονται τα οφέλη που απορρέουν από αυτήν την κατάσταση, ενώ ακόμη και ο Paul Volcker, ο άνθρωπος που δημιούργησε το διεθνές νομισματικό σύστημα που έφερε την Αμερική σε τόσο πλεονεκτική θέση έναντι των υπόλοιπων χωρών, παραμένει στο τιμόνι της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ ως ο βασικός οικονομικός σύμβουλος του Προέδρου Ομπάμα.

Και επειδή η ιστορία, καμία φορά, επαναλαμβάνεται με τρόπο ανησυχητικά ίδιο με αυτόν του παρελθόντος, πίσω από την τρέχουσα χρηματοπιστωτική επίθεση στην Ευρώπη πρωτοστατεί, σύμφωνα με εισαγγελική έρευνα που ξεκίνησε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, ο Τζορτζ Σόρος, ο άνθρωπος που πρωταγωνίστησε στη νομισματική κρίση των αρχών της δεκαετίας του ‘90 κερδίζοντας ένα δις δολάρια σε μία ημέρα κερδοσκοπώντας στη στερλίνα και οδηγώντας, τελικά, στη δημιουργία του ευρώ και που πρωταγωνίστησε στην ασιατική νομισματική κρίση το 1997, οδηγώντας στη δημιουργία του τρέχοντος ασιατικού νομισματικού συστήματος. Ίσως, τελικά, τίποτα να μην είναι τυχαίο.

Πάνος Παναγιώτου - διευθυντής ΕΚΤΑ

1 σχόλιο:

  1. Διαφωνώ με το βασικό σκεπτικό. Αυτό δείχνουν και οι εξελίξεις όπως πριν λίγο ανακοινώθηκαν για το πακέτο στήριξης στο Βερολίνο. Σε κάθε περίπτωση οι Γερμανοί θέλουν την κυριαρχία τους σε μια ενιαία αγορά. Δεν μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους σε συνθήκες προστατευτισμού. Αυτό που θέλουν πάση θυσία είναι να επιβάλλουν τους όρους τους για αυτό οδηγούν τα πράγματα στα άκρα. Θέλουν να διαχειριστούμε το χρέος με τους δικούς τους όρους αφού έχουν το χρήμα. Σε καμία περίπτωση δεν τους συμφέρει η χρεοκοπία μας αφού έχουν επενδύσει σε ομόλογα και θέλουν να πουλούν τα προϊόντα τους σε μία αγορά όπου αυτοί θα κυριαρχούν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU