Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Διακήρυξη για μια ευρωπαϊκή ανάπτυξη

Κύκλος των Οικονομολόγων: Οικονομικές Συναντήσεις του Αιξ, 2010

Το τριήμερο 2-4 Ιουλίου ο Κύκλος των Οικονομολόγων (Cercle des Economistes) πραγματοποίησε για πέμπτη φορά στο Αιξ της Προβηγκίας την ετήσια Οικονομική Συνάντησή του, με τη συμμετοχή πολλών γάλλων επιστημόνων και επισκεπτών από όλο τον κόσμο.
Ο «Κύκλος των Οικονομολόγων» συγκροτήθηκε από γάλλους πανεπιστημιακούς, σε θέσεις δημόσιας ευθύνης άλλοτε ή και τώρα, με την επιδίωξη να προαγάγουν με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια μιαν εναλλακτική συζήτηση για την οικονομική πολιτική.
Μέλη του είναι οι Patrick Artus, Agnes Benassy-Quere, Francoise Benhamou, Jean-Paul Betbeze, Laurence Boone, Anton Brender, Pierre Cahuc, Andre Cartapanis, Jean-Michel Charpin, Jean-Marie Chevalier, Benoit Coeure, Christian De Boissieu, Lionel Fontagne, Pierre Jacquet, Bertrand Jacquillat, Jean-Dominique Lafay, Jean-Herve Lorenzi (Πρόεδρος), Catherine Lubochinsky, Jacques Mistral, Olivier Pastre, Anne Perrot, Jean Pisani-Ferry, Jean-Paul Pollin, Dominique Roux, Christian Saint-Etienne, Christian Stoffaes, David Thesmar, Philippe Trainar, Alain Trannoy, Daniel Vitry.
Στη φετινή «Συνάντηση» στο Αιξ συμμετείχαν πολλές δεκάδες οικονομολόγοι ακόμα, από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ μέχρι τον καθηγητή Μισέλ Αλιετά, ή τον αμερικανό Ρόμπερτ Ράιχ από το Μπέρκλεϊ.
Το ενδιαφέρον φέτος επικεντρώθηκε στην προσπάθεια να διατυπωθούν προτάσεις για μια νέα ανάπτυξη στην Ευρώπη μετά τη μεγάλη κρίση, που πηγαίνουν πολύ πέρα από την τρέχουσα αντιπαράθεση νεοκεϋνσιανών και δημοσιονομικά συντηρητικών για τα ελλείμματα: aναζητούν τους κλάδους, πράσινους και άλλους, τις καινοτομίες, τα επιχειρηματικά πρότυπα που χρειάζεται να αναπτύξει η Ευρώπη, τρόπους χρηματοδότησης που να υπερβαίνουν την κυρίαρχη βραχυπρόθεσμη οπτική στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, ένα νέο ρόλο για το κράτος.
Τις προτάσεις αυτές, όπως συνοψίζονται στην τελική Διακήρυξη της φετινής «Συνάντησης», παρουσιάζουν σήμερα τα «Ενθέματα».
Ελίζα Παπαδάκη

Αντικείμενο αυτής της διακήρυξης είναι να περιγράψει και να προτείνει τους όρους με τους οποίους οι χώρες του ΟΟΣΑ, και πρωτίστως η ευρωπαϊκή ήπειρος, μπορούν να ξαναβρούν μια μείζονα θέση στην παγκόσμια οικονομία μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Η αποφασιστικά αισιόδοξη οπτική μας για το μέλλον της Ευρώπης δεν προκύπτει αυτόματα.
Για να επιτύχουμε το στόχο χρειάζονται πολύ περισσότερα από διακηρύξεις· χρειάζονται επενδύσεις σε ανθρώπινους πόρους και κεφάλαια χωρίς προηγούμενο.
Και χωρίς να υποπίπτουμε σε μιαν απλοϊκή θεώρηση της αειφόρου ανάπτυξης, είναι προφανές ότι η Ευρώπη πρέπει να συγκεντρώσει μέρος των προσπαθειών της σε περιοχές, περιορισμένου βαρύτητας σήμερα, οι οποίες θα επεκταθούν και όπου τα αφετηριακά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα είναι ισχυρά: στις τεχνολογίες και τις αγορές της πράσινης επιχειρηματικότητας (green business).
Ας μη χάσουμε το προνόμιο ότι πρώτοι αντιληφθήκαμε το βάρος των νέων περιβαλλοντικών πιέσεων, και αναδειχθήκαμε σε ηγετική δύναμη στον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση ο κόσμος δεν θα μπορούσε να γνωρίσει πραγματική ανάπτυξη αν η Ευρώπη, και ακόμα περισσότερο οι ΗΠΑ, αναστείλουν τη μεγέθυνσή τους.

Ας μην αυταπατόμαστε, η κρίση πόρρω απέχει από το να έχει ξεπεραστεί, και η οικονομική αντιπαράθεση ορθά εστιάζεται στις διαφορετικές δυνατές πορείες εξόδου. Παρ’ όλα αυτά, τα τρία επόμενα χρόνια είναι, πριν απ’ όλα, οι πρώτοι κρίκοι μιας νέας μορφής ανάπτυξης.
Είμαστε αντιμέτωποι με την ισχυρότερη ιστορική ρήξη εδώ και έναν αιώνα και οι επιλογές της οικονομικής πολιτικής θα προσδιορίσουν ριζικά και με διάρκεια την πορεία της ανάπτυξης.
Μπροστά σε ένα τέτοιο διακύβευμα, είναι ευθύνη των οικονομολόγων να δείξουν νοητική τόλμη και να βοηθήσουν στη σύλληψη ενός νέου οικονομικού Παραδείγματος με σημαντική συνιστώσα την ανάπτυξη των πράσινων τεχνολογιών, να υπερβούν τις αντιφάσεις συμφιλιώνοντας την ποιοτική με την αειφόρο ανάπτυξη.
Προπάντων όμως ο ρόλος των οικονομολόγων είναι να συγκεντρώσουν τις προσπάθειές τους, για να δείξουν ότι η μεγέθυνση είναι εφικτή.

Ο κόσμος ζει σήμερα με αυταπάτες και προκαταλήψεις που, αν τις πάρουμε κατά γράμμα, αφήνουν να διαφανεί ένα μέλλον σκοτεινό:
- Η Ευρώπη θα είχε εισερχόταν σε πορεία περιθωριοποίησης, πιο έντονα στον Νότο παρά στον Βορρά, η οποία συνδέεται με την πληθυσμιακή γήρανση και την αδυναμία να βρει τη θέση της στον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας, καθώς και με το γεγονός ότι τα επίπεδα μετανάστευσης έχουν φτάσει στο όριο ανοχής.
- Ο βραχυπρόθεσμος προσανατολισμός αυξανόμενου μέρους της χρηματοοικονομίας θα ήταν αναπόφευκτος.
- Ο κόσμος θα κατευθυνόταν προς μια κοινωνία όπου οι καινοτομίες στα αγαθά και τις υπηρεσίες δεν θα έπαιζαν πια τον ίδιο ρόλο όπως τους δύο τελευταίους αιώνες.
- Οι ανισότητες θα διατηρούνταν σε ένα αφόρητο επίπεδο, οδηγώντας σε μείζονες κοινωνικές δυσκολίες στις ανεπτυγμένες χώρες, τις οποίες θα επιδείνωνε το άγχος της λιτότητας.
- Η αφρικανική ήπειρος, παραγκωνισμένη από την παγκόσμια μεγέθυνση, θα είχε ελάχιστο μέλλον.
- Οι μεγάλες νομισματικές ζώνες θα ήσαν αναγκασμένες να ζουν μακροπρόθεσμα με επίμονες παγκόσμιες ανισορροπίες, εμπορικές ιδίως, συνώνυμο της δυσκολίας να διαχειριστούμε την έκρηξη της χρηματικής ρευστότητας σε παγκόσμια κλίμακα, η οποία γνωρίζουμε ότι προκάλεσε την κρίση. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν θα ήσαν παρά δευτερεύουσες μεταβλητές, ιδέα που ενισχύει η μέχρι τώρα σιωπή του G-20 επί του θέματος.
- Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα ενάντια στη μεταβλητότητα των ροών του κεφαλαίου και τις αλληλοδιάδοχες χρηματοοικονομικές φούσκες.
- Η τεχνολογική πρόοδος και ο σεβασμός του περιβάλλοντος θα βρίσκονταν σε αντίθεση και η λύση που επιλέγαμε δεν μπορεί παρά να είναι ένας μέτριος συμβιβασμός.
- Η Ευρωζώνη θα λειτουργούσε μόνο με ομοιόμορφα κοινωνικοοικονομικά πρότυπα, τόσο στους κλάδους παραγωγικής δραστηριότητας όσο και στους θεσμούς.

Αν επαληθεύονταν οι εξελίξεις αυτές, θα οδηγούσαν, σε ορίζοντα πενταετίας, προς την εξάντληση της παγκόσμιας μεγέθυνσης. H μεγέθυνση αυτή δεν μπορεί να στηρίζεται, χωρίς σοβαρές εντάσεις, σε ένα μισό του κόσμου που γρήγορα καλύπτει την υστέρησή του και ένα άλλο που βρίσκεται σε οιονεί στασιμότητα.
Αν δεν βαλθούμε από σήμερα να σκεφθούμε την αυριανή μεγέθυνση, οι προβλέψεις που κάνουν οι Κασσάνδρες έχουν μεγάλες πιθανότητες να πραγματοποιηθούν.
Γι’ αυτό τον λόγο, ο Κύκλος των Οικονομολόγων καταπιάστηκε φέτος, συνεχίζοντας όσα επεξεργάστηκε στις τέσσερις προηγούμενες Συναντήσεις, με αυτό το θέμα προοπτικής, που είναι ωστόσο πολύ ρεαλιστικό.
Ρεαλισμός είναι να επανέλθουμε στα βασικά, δηλαδή στην ευρωπαϊκή μεγάλη αγορά, προϋποθέτοντας όμως τη διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη διότι τα διαφορετικά μέρη της ζώνης ενισχύονται στη χρήση των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων από τη σταθερότητα των συναλλαγών. Εδώ περιλαμβάνονται υποχρεωτικά οι ενδο-ενωσιακές ισορροπίες εμπορικών ροών και χρηματοδοτικών μεταβιβάσεων.

Ι. Οι κίνδυνοι για την Ευρώπη της νέας παγκόσμιας τάξης

Το πρότυπο του παγκοσμιοποιημένου και χρηματοπιστωτικοποιημένου καπιταλισμού που θριάμβευσε στο γύρισμα της χιλιετίας έφτασε στα όριά του.
Τεκτονικές δυνάμεις όπως:
– η δημογραφία, με τη γήρανση των πληθυσμών σύμφωνα με ένα χρονοδιάγραμμα περίπου προσδιορισμένο (πρώτα οι προηγμένες χώρες, κατόπιν οι αναδυόμενες)
– η εξάντληση των πρώτων υλών που βρίσκονται στα θεμέλια της σημερινής κατανάλωσης μεταβάλλουν αναπόφευκτα τα δεδομένα.
Ο κόσμος αλλάζει ριζικά, εκατοντάδες εκατομμύρια νέα άνθρωποι θα φτάσουν το ρυθμό και τον τρόπο κατανάλωσης των ανεπτυγμένων χωρών, καθιστώντας τη σημερινή τροχιά της μεγέθυνσης μη βιώσιμη.
Με αυτές τις τεκτονικές δυνάμεις, έξι μείζονες απειλές αιωρούνται πάνω από το αυριανό ευρωπαϊκό πρότυπο μεγέθυνσης. Στην πραγματικότητα, οι αλλαγές συμβαίνουν ταυτόχρονα σε παγκόσμια κλίμακα και στην καρδιά της κοινωνικής οργάνωσης κάθε ζώνης και κάθε χώρας.

1. Οι κίνδυνοι από τη μη μεγέθυνση.
Ένας κόσμος που δεν καινοτομεί πλέον και τείνει προς τη μη μεγέθυνση είναι ένας κόσμος που πεθαίνει. Ακόμα και αν οι διαπιστώσεις του Μάλθους είναι πιο επίκαιρες παρά ποτέ, απορρίπτουμε κατηγορηματικά τις συστάσεις του. Το παλιό μαλθουσιανό τροπάριο, η αποανάπτυξη, δεν λαμβάνει υπόψη τις εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους που βγήκαν από τη φτώχεια χάρη στην τεχνολογική πρόοδο.
Είναι απαραίτητο να εγκαταλείψουμε μιαν απλοϊκή αντίληψη: η μεγέθυνση δεν είναι εχθρός του περιβάλλοντος ή της οικολογίας. Πρέπει να πιστέψουμε στην τεχνολογική πρόοδο, μοναδική απάντηση στην πρόκληση του πώς να συμβιβάσουμε μιαν ανάπτυξη αειφόρο και ποιοτική, και να μη βλέπουμε τη βιομηχανία μόνο υπό το πρίσμα της ρύπανσης και των μετεγκαταστάσεων. Η έξοδος από τη μαλθουσιανή λογική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να αυξήσουμε τη δυνητική μεγέθυνση, παρά τη δυσμενή δημογραφική δυναμική.
Υπάρχουν όμως επίσης οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις περιβαλλοντικές ανισορροπίες και με τις εντάσεις για τους σπάνιους πόρους. Η σύνοδος της Κοπεγχάγης υπήρξε θέατρο εγωισμών.
Ο Νότος θέλει χρήματα, ο Βορράς δεν θέλει να θυσιάσει τη βολή του, η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την καλή της θέληση, δεν στάθηκε ικανή να προωθήσει την υπόθεση.

2. Οι κίνδυνοι από έναν χρηματοπιστωτικοποιημένο κόσμο που ευνοεί τις βραχυπρόθεσμες επενδύσεις και επομένως υπόκειται στον κίνδυνο επιβράδυνσης της τεχνολογικής προόδου.
Η μεταρρύθμιση των χρηματοπιστωτικών κανόνων τίποτα δεν δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα: ο κόσμος εξακολουθεί να κυβερνάται από τις βραχυπρόθεσμες συμπεριφορές της χρηματοοικονομικής σφαίρας και ο συστημικός κίνδυνος δεν ενσωματώνεται σωστά.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο εξακολουθεί να έλκεται από τα επαγγέλματα αυτά, και ο στόχος να ξανατεθεί η χρηματοοικονομία στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας ποτέ δεν ήταν τόσο απομακρυσμένος.
Πέρα από τις ανισότητες που /δημιουργεί η χρηματοοικονομική υπερτροφία, ένας, με άλλο τρόπο, πιο ανησυχητικός κίνδυνος εμφανίζεται στον μακροχρόνιο ορίζοντα με ένα τέτοιο οικονομικό πρότυπο: η προσέλκυση υπερβολικά μεγάλου αριθμού ταλέντων στον τομέα αυτό οδηγεί σε έναν κακό επιμερισμό των πόρων και επιβραδύνει την τεχνολογική πρόοδο.

3. Οι κίνδυνοι από μια κακοσχεδιασμένη λιτότητα.
Μια κακοσχεδιασμένη και κακά συντονισμένη λιτότητα θα μπορούσε να μειώσει μια δυνητική μεγέθυνση, ήδη ασθενή στα σενάρια του συρμού. Θα ήταν επικίνδυνο ιδίως να μειωθούν οι δαπάνες για την παιδεία, τις ψηφιακές υποδομές και/ή να αυξηθεί σημαντικά η φορολόγηση της εργασίας.

4. Οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη διάλυση των υφισταμένων κοινωνικών προτύπων.
Αυτός είναι ο κρισιμότερος κίνδυνος για την Ευρώπη. Μόνον οι εθνικές δημόσιες εξουσίες έχουν την ικανότητα να συνοδεύσουν τη μετάβαση στο κοινωνικό πεδίο. Η κρίση αποκαλύπτει επίσης τις κοινωνικές παθολογίες του σημερινού κόσμου: η υπερχρέωση των νοικοκυριών συγκαλύπτει τη ραγδαία άνοδο των ανισοτήτων, ο κόσμος της εργασίας έχει πολωθεί επικίνδυνα ανάμεσα στους καταρτισμένους σταθερά απασχολούμενους και τις επισφαλείς θέσεις των υπηρεσιών.
Βασικά, το ζητούμενο είναι να ξαναδοθεί στα μεσαία στρώματα η αίσθηση ενός ικανοποιητικού βιοτικού επιπέδου με πραγματικές προοπτικές. Αυτό θα περάσει υποχρεωτικά από μια αναδιοργάνωση του κράτους, μιαν αύξηση των φόρων που να μην πλήττει την εργασία και από μεγάλη επιβάρυνση των έκτακτων κερδών σε κλάδους όπως η χρηματοοικονομία ή η εξόρυξη πρώτων υλών.

5. Οι κίνδυνοι από μιαν υπερβολική εξωτερίκευση των κινητήρων της μεγέθυνσης.
Δεν μπορούμε να βασιστούμε στην αχαλίνωτη μεγέθυνση των αναδυομένων χωρών, με τις BRICs (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) επικεφαλής, και να πιστέψουμε ότι η παγκόσμια οικονομία βρήκε σ’ αυτές τη νέα σκυτάλη για τη μεγέθυνση και την τεχνολογική πρόοδο που τόσο περιμέναμε. Οι οικονομίες αυτές είναι ακόμα εν πολλοίς οικονομίες μίμησης, στη φάση της επιταχυνόμενης σύγκλισης προς τα δυτικά επίπεδα πλούτου, και αυτό το οικονομικό πρότυπο από μόνο του δεν μπορεί να τροφοδοτήσει τη μεγέθυνση μακροπρόθεσμα.

6. Οι κίνδυνοι από μια συνάντηση ΗΠΑ – μεγάλων αναδυομένων χωρών.
Στην Κοπεγχάγη οι G2 επικράτησαν της Ευρώπης. Αλλά η ισορροπία των δύο είναι πάντοτε ασταθής και θα οδηγούσε σε μια μη διατηρήσιμη μεγέθυνση.
Στο ερώτημα αν είναι πιθανότερη η συνεργασία ή ο πόλεμος χρειάζεται προσοχή.
Το μέλλον σίγουρα δεν θα στηρίζεται στη συνεργασία.
Έχουμε μπροστά μας τη χαοτική συνύπαρξη μιας ήπιας, εξισωτικής και αποκεντρωμένης μεγέθυνσης στις προηγμένες χώρες και μιας ισχυρής, μη ισόρροπης, συγκεντρωτικής και άνισης μεγέθυνσης της σύγκλισης στις αναδυόμενες χώρες που θα προκαλεί μεταβλητότητα στις ροές μεταναστών και κεφαλαίων.
Η οικονομική μάχη ήδη άρχισε στο έδαφος των συναλλαγματικών ισοτιμιών, εν αναμονή του αγώνα δρόμου για τους ορυκτούς πόρους και του εμπορικού προστατευτισμού. Και θα συνεχιστεί για τη συγκέντρωση της μακροπρόθεσμης αποταμίευσης.
Ποια χρησιμότητα έχουν στο πλαίσιο αυτό οι G20; Μια παγκόσμια διακυβέρνηση και συλλογική διαχείριση των παγκοσμίων προβλημάτων φαίνονται κάπως ουτοπικές μετά τις τελευταίες συνόδους των G20.
Αλλά οι G20 είναι πάντως μια μείζων συμβολή των δύο τελευταίων ετών γιατί εντάσσουν τις αποφάσεις σε μια παγκοσμιοποιημένη θεώρηση της οικονομίας. Παίζουν άλλωστε κρίσιμο ρόλο σ’ αυτή την περίοδο μετάβασης.

ΙΙ. Να επινοήσουμε την αυριανή ανάπτυξη

Εφόσον επιβεβαιώσουμε ότι ελπίζουμε σε μιαν ισχυρή μεγέθυνση στην Ευρώπη, έχουμε πολλά να κάνουμε. Κατ’ αρχάς, υπάρχει ένα μεθοδολογικό ζήτημα.
Στους όρους αειφόρος ανάπτυξη, δίκαιη ανάπτυξη έχει γίνει τόση κατάχρηση που χάνουν τη σημασία τους και καταντούν έννοιες κενές.
Παρά τα περιβαλλοντικά διακυβεύματα και την άνοδο της θερμοκρασίας άλλωστε, δεν μπορούμε να αρκεστούμε σε μιαν ανάπτυξη «χαμηλού κόστους». Μια οικονομία υπερβολικά βασισμένη στον τριτογενή τομέα αναπτύσσεται πάνω σε θέσεις απασχόλησης χαμηλής κατάρτισης με ασθενείς μέσους μισθούς.
Πρέπει επομένως να προσδιορίσουμε τους κλάδους και τα υποκείμενα αυτής της νέας ανάπτυξης.

1. Νέοι κλάδοι.
Ως προς τους κλάδους μπορούμε να απαριθμήσουμε συγκεκριμένες κινητήριες δυνάμεις αυτής της ανάπτυξης, το περιεχόμενο της οποίας, βέβαια, εκτείνεται τόσο στη βιομηχανία όσο και στις υπηρεσίες:
α) Πράσινη επιχειρηματικότητα: ενέργεια χωρίς άνθρακα, πράσινες μεταφορές και κτήρια.
β) Οικονομία της τρίτης ηλικίας: η εμβιομηχανική (εφαρμογή επιστημών μηχανικού στην ιατρική) στην υπηρεσία της υγείας, επιστήμες της ζωής.
γ) Ψηφιακή κοινωνία, νανοτεχνολογίες, ρομποτική.
δ) Να ξανασκεφτούμε επίσης τις διαδικασίες παραγωγής για μεγαλύτερη εξοικονόμηση πρώτων υλών.
ε) Αγρονομία και υδραυλική, για να αντιμετωπίσουμε τα όρια της καλλιεργήσιμης γης.Αλλά οι πρώτες ποσοτικές εκτιμήσεις για το δυναμικό μεγέθυνσης και απασχόλησης σε αυτούς τους νέους κλάδους δείχνουν ότι είναι ανεπαρκείς για να ωθήσουν την αυριανή παγκόσμια μεγέθυνση. Είναι επομένως απαραίτητες τεχνολογικές τομές σε όλους τους τομείς, για να συμφιλιώσουμε την αειφόρο με την ποιοτική μεγέθυνση.

2. Τομές στα επιχειρηματικά μοντέλα.
Αυτές οι τεχνολογικές τομές θα προέλθουν πιθανώς από την υβριδοποίηση επιστημονικών τομέων. Ενώ οι τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας έχουν πια ωριμάσει, άλλοι τομείς όπως οι βιοτεχνολογίες είναι πλούσιοι σε υποσχέσεις. Η επιστημονική εξέλιξη εισέρχεται σε μια φάση δημιουργικής σύνθεσης.
Ταυτόχρονα, βλέπουμε να αναδύονται νέοι τρόποι παραγωγής και κατανάλωσης.
Η αξία για τον πελάτη και η διαδραστικότητα (Web 2.0, κοινωνία “quaternaire” – Σ.τ.Μ.: πρόσφατος όρος για ένα μείγμα προϊόντων και υπηρεσιών πολύ υψηλών προδιαγραφών που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στις προηγμένες οικονομίες, όπως τον πρότεινε το 2007 η Michelle Debonneuil στο βιβλίο της L‘espoiréconomique, εκδόσεις Bourin) είναι οι κεντρικοί όροι του αυριανού μάρκετινγκ.
Τους συνοδεύουν λογικά τα νέα “business models”, επιχειρηματικά μοντέλα που αναδύονται, ιδίως στον ενδιάμεσο κοινό χώρο βιομηχανίας και υπηρεσιών. Αυτά τα νέα επιχειρηματικά πρότυπα θέτουν επίσης νέες προκλήσεις, όπως ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων δωρεάν απολαυής, προστασίας της ιδιωτικής ζωής, ασφάλειας και πρόσβασης μη προνομιούχων ή περιφερειακών πληθυσμών στον ψηφιακό κόσμο.

3. Περιορισμοί που πρέπει να διαχειριστούμε.
Συχνά βλέπουμε να αντιπαρατίθενται με κάπως τεχνητό τρόπο η ποιοτική ανάπτυξη αλά Στίγκλιτζ προς την αειφόρο ανάπτυξη αλά Στερν. Τα μόνο ζήτημα παραμένει να υπερβούμε τους τρεις περιορισμούς που μας επιβάλλει ένας κόσμος με καλπάζουσα δημογραφία, τους τρεις παράγοντες που σπανίζουν: πρώτες ύλες, αποταμίευση, εκπαίδευση. Προϋπόθεση είναι να εφεύρουμε τεχνολογίες που θα εξοικονομούν, να κατευθύνουμε την αποταμίευση σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις οικονομικά και κοινωνικά αποδοτικές και να δημιουργήσουμε εκπαιδευτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στα αυριανά επαγγέλματα.

4. Προώθηση νέας βιομηχανικής πολιτικής.
Οι δημόσιες αρχές πρέπει να ενεργοποιήσουν συγκεκριμένους μοχλούς για να θέσουν σε κίνηση τους διαρθρωτικούς παράγοντες της ανάπτυξης: τις παραγωγικές επενδύσεις και τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών (R&D [«έρευνα και ανάπτυξη»], καινοτομία, εκπαίδευση).
Το θέμα δεν είναι να προωθήσουμε μια βιομηχανική πολιτική προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά μιαν επιλεκτική πολιτική που θα ποντάρει σε έναν μικρό αριθμό κλάδων του μέλλοντος στους οποίους θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες της δημόσιας αρχής, ενδεχομένως στο πλαίσιο της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Γι’ αυτό είναι σαφές ότι χρειάζεται μια πολιτική ανταγωνισμού, θεμελιακής σημασίας την εποχή που δημιουργήθηκε η μεγάλη κοινή αγορά, πιο ρεαλιστική τώρα, πως μας δείχνει η αμερικανική θεωρία.Το θέμα είναι να προσαρμοστούμε στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, χωρίς όμως να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι μερικοί κλάδοι δημιουργούν εισοδήματα που δύσκολα δικαιολογούνται.
Η πράσινη οικονομία δεν θα γεννηθεί παρά μόνο αν οι δημόσιες αρχές στηρίξουν από σήμερα τις καθαρές τεχνολογίες, χωρίς να περιμένουν μιαν εξωγενή τεχνολογική τομή που θα μείωνε, από τη μια μέρα στην άλλη, το κόστος της καθαρής ενέργειας.
Το μηχανισμό της καινοτομίας πρέπει να τον θέσει σε κίνηση το κράτος, μέσω επιδοτήσεων ή ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης, που θα σχεδιάζονται προσεκτικά για να φέρουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Μόνο όταν ο κλάδος θα έχει καλύψει την τεχνολογική του υστέρηση απέναντι στις ρυπαίνουσες βιομηχανίες θα μπορέσουμε να αφήσουμε τις δυνάμεις της αγοράς να αποφασίσουν για τον επιμερισμό των πόρων.
Αλλά δεν αρκεί να οριστούν οι στόχοι. Αυτό μας δείχνει η αποτυχία της ατζέντας της Λισσαβώνας. Πρέπει να ξεκινήσουμε μεγάλα προγράμματα-καταλύτες για την έρευνα.
Να κατευθύνουμε την έρευνα προς τους κλάδους-κινητήρες της αυριανής οικονομίας, μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και με τεχνολογικές πλατφόρμες που θα ορίσουν την ημερήσια διάταξη της έρευνας μακροπρόθεσμα.

Για να αναπτύξουμε όμως ένα ισορροπημένο και στέρεο παραγωγικό σύστημα πρέπει προφανώς να αξιοποιήσουμε δύο μείζονες πολιτικές: της απασχόλησης και τη δημοσιονομική. Για την πρώτη, η μεγάλη ανάγκη συνίσταται στη μαζική ένταξη των νέων, των ηλικιωμένων και των μεταναστών. Όσο για μια δημοσιονομική πολιτική της παραγωγής, αυτή προϋποθέτει μιαν επιλογή: να επιδοτούμε (μέσω φορολογικών μειώσεων) την καταρτισμένη εργασία ή την ανειδίκευτη;

5. Η καινοτομία στην καρδιά της ανάπτυξης.
Οι τεχνολογικές τομές φέρνουν πολύ βαθείς μετασχηματισμούς στην κοινωνία. Γι’ αυτό το λόγο η δημόσια αρχή έχει ρόλο να παίξει. Ξέρουμε ότι οι διαδρομές της τεχνολογίας μπορεί να δημιουργήσουν μεγέθυνση ή και όχι. Ο ρόλος των δημοσίων αρχών δεν είναι να ορίσουν αυθαίρετα τις μεγάλες επιλογές, αλλά να φωτίσουν τις πολλαπλές αλληλεπιδράσεις των τεχνολογιών μεταξύ τους. Να κατευθύνουν την τεχνολογική αλλαγή μέσω μιας φορολογίας (φόρος άνθρακα) που να ευνοεί την επένδυση στις καθαρές τεχνολογίες και την πράσινη καινοτομία. Ένα κράτος-«υποκινητής».

6. Ασφάλιση των μεγάλων μακροπρόθεσμων κινδύνων.
Με ποιον τρόπο θα χρηματοδοτηθεί η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και η καινοτομία του αύριο; Τα σήματα των τιμών δεν αρκούν για την προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών. Η επιβράδυνση της καινοτομίας και η κραυγαλέα απουσία τεχνολογιών τομής οφείλονται κατά μεγάλο μέρος σε προβλήματα χρηματοδότησης. Το δείχνουν οι δυσκολίες να οργανωθεί η βιομηχανική δομή γύρω από το ηλεκτρικό αυτοκίνητο.
Η νέα ανάπτυξη δεν θα ξεκινήσει αν δεν έρθουν στο ραντεβού οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές.
Αυτή είναι η πρόκληση της χρηματοδότησης αυτής της μεγέθυνσης.
Το κράτος δεν μπορεί πια να είναι ο βασικός μακροπρόθεσμος επενδυτής, έχει όμως ένα ρόλο στη διοχέτευση της αποταμίευσης.

Πρόκειται για επιστημολογική αντιστροφή: ο στόχος δεν είναι τόσο ποσοτικός όσο ποιοτικός. Ο πόλεμος της αποταμίευσης θα κερδηθεί αν καταφέρουμε να κατευθύνουμε μιαν αυξανόμενη ιδιωτική αποταμίευση προς μακροπρόθεσμες παραγωγικές επενδύσεις, οικονομικά και κοινωνικά αποδοτικές.
Αυτό απαιτεί, πριν απ’ όλα, να περιοριστεί αποφασιστικά η ισχυρή αποστροφή προς τον κίνδυνο των σημερινών κεφαλαίων, η οποία έχει καταστήσει βραχύτερο τον ορίζοντα των ιδιωτικών επενδύσεων.
Η δημόσια αρχή πρέπει να διευκολύνει τη διοχέτευση της αποταμίευσης σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, επανεξετάζοντας τον επιμερισμό των μακροπρόθεσμων κινδύνων. Εκείνη θα πρέπει μέσω εγγυήσεων να αναλάβει τους μείζονες μακροπρόθεσμους κινδύνους, εφόσον ευθύνεται για την παραλυτική εκτίναξη της τιμής του κινδύνου.

Αυτή η νοητική επανάσταση θα ήταν, εντέλει, απλώς η επικράτηση της καθιερωμένης θεωρίας για τη διαχείριση των κινδύνων όπως την ασκούν οι επαγγελματίες ασφαλιστές – επιμερισμός του κινδύνου μεταξύ ασφαλιστών και αντασφαλιστών: οι χρηματοπιστωτικές αγορές να απορροφούν τον οριακό κίνδυνο βραχείας και μεσαίας διάρκειας, το κοινωνικό σύνολο να αναλαμβάνει τον υπόλοιπο, αυτό τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο που δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί σε τόσο πολλαπλές και απρόβλεπτες πηγές οικονομικού, χρηματοπιστωτικού ή γεωστρατηγικού χρακτήρα.
Η δημόσια αρχή πρέπει να αναλάβει το ρόλο του αντασφαλιστή της πραγματικής οικονομίας.

ΙΙΙ. Δέκα μέτρα για να οικοδομήσουμε μια ευρωπαϊκή ανάπτυξη

Έχουν ακόμα οι χώρες μας κάποιο μέλλον; Οπωσδήποτε ναι.

Η Ευρώπη δεν έχει αντικειμενική αντίληψη ούτε για τη δύναμή της ούτε για την πραγματικότητά της. Πρώτη εμπορική δύναμη στον κόσμο, κατόρθωσε να αναπτύξει μιαν ενιαία αγορά 500 εκατομμυρίων καταναλωτών, πράγμα που συνιστά ασύγκριτη ισχύ.
Η Ευρώπη αποτελεί επίσης πηγή εξαιρετικής καινοτομίας, που σήμερα δεν αξιοποιείται επαρκώς, και διαθέτει υποδειγματικές κοινωνικές δομές.
Τα πλεονεκτήματα αυτά πρέπει να τεθούν στην υπηρεσία μιας ανάπτυξης με διακριτό περιεχόμενο απέναντι σε εκείνες που υπάρχουν αλλού, σαν το αμερικανικό υπόδειγμα «τεχνολογία-υπηρεσίες».
Θέλουμε να διατηρήσουμε μια παραγωγική βάση εξαιρετικά στέρεη. Αυτό δεν σημαίνει ομοιόμορφη επαναβιομηχάνιση, αλλά επικεντρωμένη σε ορισμένες χώρες, τη Γαλλία ιδίως που γνώρισε από τους ισχυρότερους ρυθμούς αποβιομηχάνισης.
Επτά θέματα φαίνονται κεντρικά, όπου/και το καθένα επιβάλλει μια πραγματική στρατηγική τομή:
– Βιομηχανική καινοτομία και πολιτική
– Εκπαίδευση και κατάρτιση
– Χρηματοδότηση της ανάπτυξης και χρηματοοικονομική ρύθμιση
– Πράσινη ανάπτυξη
- Μακροοικονομική πολιτική
- Κοινωνικό συμβόλαιο
- Πολυμερής συνεργασία.

Θα ήταν βέβαια μη ρεαλιστικό και ελάχιστα αποτελεσματικό να παρουσιάσουμε έναν αναλυτικό κατάλογο μέτρων, είναι όμως απαραίτητο να δείξουμε την απόλυτη ανάγκη ριζικών αλλαγών στις ευρωπαϊκές πολιτικές.
Για το λόγο αυτό, ο Κύκλος των Οικονομολόγων διατυπώνει 10 μέτρα για να γίνει η Ευρώπη παράγοντας-κλειδί στην αυριανή ανάπτυξη.

1. Για μια βιομηχανική πολιτική επικεντρωμένη στους κλάδους-φορείς της νέας ανάπτυξης.
Ο όρος βιομηχανική πολιτική έχει αλλάξει σημασία στη διάρκεια του χρόνου, γι’ αυτό χρειάζεται να εντοπίσουμε τις τρεις αρχές που επιτρέπουν να τον ορίσουμε αυστηρά, σε μια προοπτική προσαρμοσμένη στην τωρινή περίοδο. Πρώτα πρέπει να δούμε σε ποιους κλάδους δίνουμε προτεραιότητα: υγεία, ενέργεια, πράσινες τεχνολογίες, μεταφορές, ψηφιακή τεχνολογία και νανοτεχνολογίες.
Τα πεδία δράσης είναι προφανώς πολύ διαφοροποιημένα. Σε μερικές περιπτώσεις, την ενέργεια για παράδειγμα, πρόκειται για μεγάλα ευρωπαϊκά προγράμματα. Σε άλλες, για χρηματοδότηση με κεφάλαια. Ή πάλι σε νεοϊδρυόμενες επιχειρήσεις για τη βοήθεια στην ανάδυση νέων τεχνολογιών.
Η δυσκολία είναι να βρούμε τα μέσα για να χρηματοδοτηθεί αυτή η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, ξέροντας ότι τα κράτη δεν μπορούν μεν πλέον να παίξουν τον παλιό τους ρόλο του μακροπρόθεσμου επενδυτή αλλά ότι ευτυχώς η αποταμίευση στην Ευρώπη είναι άφθονη. Το θέμα είναι συνεπώς να την κατευθύνουμε μαζικά –εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο– σε μακροπρόθεσμες παραγωγικές επενδύσεις, αποδοτικές οικονομικά και κοινωνικά.

Η δυσκολία έγκειται στην ύπαρξη ενός κλίματος ισχυρής αποστροφής προς τον κίνδυνο, το οποίο δεν μπορεί να ξεπεραστεί παρά μόνο με συγκεκριμένους επιμερισμούς ανάμεσα στις δημόσιες αρχές και τους ιδιώτες επενδυτές, όπου το κράτος αναλαμβάνει τον μείζονα μακροπρόθεσμο κίνδυνο ως αντασφαλιστής.
Αλλά αυτό δεν αρκεί για τη χρηματοδότηση. Ένας άλλος δρόμος που θα πρέπει να εξεταστεί φυσικά είναι η δημιουργία ενός φορέα για το ευρωπαϊκό χρέος, ο οποίος, περισσότερο από τα κράτη-μέλη, θα μπορούσε να κατευθύνει ένα μεγάλο ευρωπαϊκό δάνειο γι’ αυτή τη διαφοροποιημένη βιομηχανική πολιτική.
Να σημειώσουμε ότι, για να επανισορροπήσουν τα κράτη τα δημόσια οικονομικά τους και για να εξασφαλίσουν τις πιο παραδοσιακές χρηματοδοτήσεις, πρέπει να ενισχύσουν το βάρος της φορολογίας.
Το θέμα είναι να μην επιβαρύνουν ούτε την ανάπτυξη της καινοτομίας ούτε την εργασία.

2. Για μιαν οικολογικοποίηση της βιομηχανικής πολιτικής.
Είδαμε ότι η Κοπεγχάγη ήταν μια αποτυχία για τις παγκόσμιες πολιτικές σχετικά με το περιβάλλον και η Λισαβώνα μια αποτυχία για τις ευρωπαϊκές πολιτικές της καινοτομίας.
Νομίζουμε ότι πρέπει να επανέλθουμε στο διάβημα της Λισαβώνας, αλλά τούτη τη φορά με μια πραγματική δέσμευση των κρατών επικεντρωμένη στις πράσινες τεχνολογίες.
Η στρατηγική αυτή θα οδηγούσε, αρκετά φυσικά, σε ένα φόρο άνθρακα με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση της πράσινης έρευνας και καινοτομίας. Ένας τέτοιος φόρος θα επέτρεπε εξάλλου να κατευθύνουμε την τεχνολογική αλλαγή προς τις καθαρές τεχνολογίες και θα μπορούσε να συνδυαστεί αποτελεσματικά με μια πολιτική επιδότησης της έρευνας και ανάπτυξης (R&D).

3. Για ένα ευρωπαϊκό Small Business Act.
Είναι ένα παλιό αίτημα που ουδέποτε υλοποιήθηκε, αλλά παραμένει απόλυτα αναγκαίο. Το αμερικανικό SBA (νόμος για τις μικρές επιχειρήσεις) είναι ένα εργαλείο εντυπωσιακής αποτελεσματικότητας διότι χρηματοδοτεί τόσο την καινοτομία όσο και τις παραδοσιακές επενδύσεις και εγγυάται ένα μέρος των κρατικών προμηθειών για τις μικρές επιχειρήσεις. Επείγει να το θεσπίσουμε στην Ευρώπη, παρά τις ενδεχόμενες νομικές δυσκολίες με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
Αφορά ταυτόχρονα νεοϊδρυόμενες και επιχειρήσεις ταχείας ανάπτυξης.
Το ευρωπαϊκό SBA, όπως το αντίστοιχο αμερικανικό, θα χρησιμοποιεί ένα φάσμα εργαλείων τόσο ως προς τις κρατικές προμήθειες όσο και ως προς τη χρηματοδότηση.
Για λόγους απλούστευσης, η πολιτική αυτή θα πρέπει να συντονίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά να διευθύνεται από τις περιφέρειες, κατά το πρότυπο παρέμβασης των γερμανικών Länder [ομόσπονδων κρατιδίων].

4. Για μια πολιτική εκπαίδευσης και έρευνας.
Τα πάντα έχουν ειπωθεί στο θέμα αυτό, αλλά λίγα έχουν γίνει. Νομίζουμε ότι κατ’ αρχάς θα πρέπει να επανεξετάσουμε το σύνολο της στοιχειώδους και της μέσης εκπαίδευσης σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
Η δύναμη της Ευρώπης είναι η παιδεία της, και αυτή κάπου χωλαίνει.
Επίσης, η ανώτατη εκπαίδευση είναι μια εκπαίδευση μαζική για την οποία θα πρέπει να αποφασιστεί η διάθεση του 2% του ΑΕΠ, παραπάνω από όσα δίνονται σήμερα αλλά λιγότερα από το πσοστό στις ΗΠΑ.
Επιπλέον θα πρέπει να δημιουργηθεί ο τίτλος του Ευρωπαίου διδάκτορα, άρα και μια ευρωπαϊκ’ο ίδρυμα αξιολόγησης.
Τέλος, οι πόλοι ανταγωνιστικότητας ήταν μια πολύ θετική πρωτοβουλία για μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες. Προκειμένου να τους διευρύνουμε και να τους δώσουμε περισσότερα μέσα και αποστολές, η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου είναι πιθανώς ο καλύτερος δρόμος για να βελτιώσουμε τη σχέση έρευνας και καινοτομίας.

5. Για μια ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ευρώπη.
Στο πεδίο αυτό η παρέμβαση δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια.
Η Ευρώπη μπορεί όμως να επιβάλει, και μάλιστα ήδη από το επόμενο G20, προτεραιότητες προς συζήτηση και κατόπιν προς εφαρμογή, ώστε το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα να γίνει λιγότερο κινδυνώδες.
Έχουμε κατά νου τα ακόλουθα τρία σημεία:
τη σύγκλιση των λογιστικών και εποπτικών κανόνων, ιδίως μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης∙
τον βαθμιαίο έλεγχο των αγορών και τη θέσπιση αντισταθμισμάτων για ένα μεγάλο μέρος των παραγώγων∙
και την υιοθέτηση, ακολουθώντας τις ΗΠΑ, πολιτικών που τιμωρούν πολύ αυστηρά δραστηριότητες trading για λογαριασμό τραπεζών καταθέσεων.

6. Για μιαν ενεργό μακροοικονομική πολιτική.
Το πραγματικό ζήτημα είναι να αντιστρέψουμε τη λογική του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και να του προσδώσουμε συγκεκριμένα αντικυκλικό χαρακτήρα.
Για να εξυγιανθούν τα δημόσια οικονομικά πρέπει να είμαστε εξαιρετικά αυστηροί για τα ελλείμματα σε περιόδους ευνοϊκής μεγέθυνσης και πιο χαλαροί σε περιόδους ύφεσης.

Πιο γενικά, πρέπει να διαχειριζόμαστε τα επιτόκια, τη συναλλαγματική ισοτιμία και το έλλειμμα θεωρώντας ότι η Ευρώπη έχει μια πραγματική στρατηγική με προτεραιότητα την ανάπτυξη.
Όσο για την συναλλαγματική πολιτική που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μπορούμε να την αφήσουμε να υπόκειται, προπάντων σε δύσκολες περιόδους σαν αυτές που περνάμε, στη μεταβλητότητα που επιβάλλουν οι αγορές. Η στρατηγική θα έπρεπε να βασίζεται στη συνεργασία, άρα να συζητείται με τις άλλες μεγάλες νομισματικές ζώνες στο πλαίσιο συναντήσεων για τη σταθερότητα των ισοτιμιών.
Πρέπει όμως επίσης να μπορούμε να τη διαχειριζόμαστε, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής ανάπτυξης.

7. Για μια ευφυή και διαφοροποιημένη μακροοικονομική εποπτεία.
Η μακροοικονομική εποπτεία δεν μπορεί να εξαντλείται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και πρέπει να σέβεται την ποικιλία μοντέλων των χωρών, αποφεύγοντας ωστόσο αποκλίσεις και χρηματοοικονομικές ανισορροπίες που θέτουν σε κίνδυνο την Ευρωζώνη. Με την οπτική αυτή, οι πολιτικές λιτότητας, που θα εκταθούν κατά πάσα πιθανότητα σε μια πενταετία τουλάχιστον, θα πρέπει να αποκλείσουν περικοπές του προϋπολογισμού που θίγουν θεμελιακές επενδύσεις για την παραγωγική βάση, και πρόσθετους φόρους που θα πλήξουν την εργασία ή αποθαρρύνουν την καινοτομία.

8. Για μιαν επιλεγμένη μετανάστευση.
Για να στηρίξουμε το δυναμισμό της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας είμαστε υπέρ μιας επιλεγμένης μετανάστευσης στη βάση των προσόντων και άμεσα συνδεόμενης με την ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας. Ειδικότερα, όπως συμβαίνει στις άλλες μεγάλες ζώνες, οι πολιτικές προσέλκυσης νέων φοιτητών συνιστούν ισχυρό παράγοντα συνεργασίας με τις χώρες προέλευσης.

9. Για μια ενοποιημένη αγορά εργασίας.
Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες εκτυλίσσονται διαγενεακές συγκρούσεις. Οι δυσκολίες είναι πολλαπλές, αλλά η πρώτη απόφαση πρέπει να αναφέρεται στις ανταλλαγές εκπαίδευσης και απασχόλησης.Αν θέλουμε μιαν ενοποιημένη αγορά εργασίας, χρειαζόμαστε φυσικά μιαν αγορά εργασίας που να ενσωματώνει, δηλαδή πολλαπλές προσβάσεις στην εκπαίδευση, δεκαπλάσια Erasmus. Πολλά μέτρα μπορούν να εξεταστούν αλλά ένα από τα πρώτα είναι η δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

10. Για να ορίσουμε μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική μεταφοράς τεχνολογιών.
Το διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας θα είναι η μεταφορά τεχνολογιών. Στο χώρο αυτό, μόνο η συνεργασία μπορεί να προστατεύσει την Ευρώπη από τη λεηλασία της τεχνολογίας της.
Η σχέση με την Αφρική είναι ακριβώς η αντίστροφη.
Είναι μια ήπειρος που εκπλήσσει με τη ζωτικότητα της ανάπτυξής της και που θα τείνει να στρέφεται προς τις αναδυόμενες χώρες οι οποίες θα θέλουν να αποκτήσουν τις πρώτες ύλες της προσφέροντας τεχνολογία σε αντάλλαγμα. Για εμάς αντιπροσωπεύει πάντα μιαν ευκαιρία. Πρέπει επομένως να ενδυναμώσουμε την πολιτική μας για την αναπτυξιακή βοήθεια, για επενδύσεις, μετεγκαταστάσεις και εκπαίδευση προς την ήπειρο αυτή.

Συμπεραίνοντας, αφού είχαμε επισημάνει τη σοβαρότητα της κατάστασης συνεχώς στις προηγούμενες Συναντήσεις μας, ο Κύκλος θέλησε φέτος να είναι φορέας ελπίδας.
Οι χώρες μας μπορούν να ανακάμψουν αν εφαρμόσουν χωρίς να περιμένουν άλλο τη μετάβαση προς τη νέα ανάπτυξη.
Το διακύβευμα είναι να μείνουμε στην κούρσα μαζί με τις ΗΠΑ και τις μεγάλες αναδυόμενες χώρες.
Εφόσον δεν επιτυγχάνουμε τη συνεργασία, πρέπει να μάθουμε τη συνύπαρξη ανάμεσα σε μιαν ισόρροπη, αποκεντρωμένη ανάπτυξη των ευρωπαϊκών χωρών και την ανάπτυξη της σύγκλισης των αναδυομένων χωρών.


Μετάφραση: Ελίζα Παπαδάκη, enthemata.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU