Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Το κόστος της σιωπής και η αξία της αμφισβήτησης

Συντάξεις, προβληματισμός, χρεοκοπία

του Πλάτωνα Τήνιου*

Είναι κοινός τόπος ότι η ελληνική κρίση είναι προϊόν των αδιεξόδων του συστήματος. Η άμυνα του παλιού συστήματος ήταν η ποινικοποίηση κάθε σκέψης για το πώς αυτό θα μπορούσε να ανανεωθεί. Δεν είναι περίεργο συνεπώς ότι, παρά το ότι υπάρχει σήμερα η πολιτική ευκαιρία για ριζικές αλλαγές, ούτε υφίσταται το εναλλακτικό σχέδιο, ούτε κανείς το θέλει. Όταν όμως όσοι εμπόδισαν την αναζήτηση εναλλακτικής λύσης επιστρατεύουν την απουσία της ως επιχείρημα υπέρ της διατήρησης των ίδιων δομών, πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί. Μήπως με αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε απλώς να συντηρούμε τους όρους δημιουργίας της κρίσης;

Πουθενά δεν ισχύει το παραπάνω όσο στην κοινωνική ασφάλιση. Θα μπορούσε να ισχύει για τα εργασιακά, για τις αποκρατικοποιήσεις, για την κοινωνική πολιτική, για το περιβάλλον. Όπου δηλαδή θυσιάζουμε την ουσία χάριν της κομματικής επικοινωνίας.

[Μια μικρή διδακτική ιστορία] Τον Οκτώβριο του 1997 είδε τη δημοσιότητα μια έκθεση με τον σεμνό τίτλοΟικονομία και Συντάξεις: Συνεισφορά στον κοινωνικό διάλογο. Για τους βιαστικούς, το τμήμα «Αντί σύντομης περίληψης» είχε πέντε μηνύματα συμπυκνωμένα σε μια σελίδα:

Το πρώτο: «Μολονότι το πρόβλημα είναι σοβαρό, υπάρχουν λύσεις και εναλλακτικοί δρόμοι, φθάνει να βρεθεί η τόλμη να αναζητηθούν». Το τελευταίο: «Η βιασύνη βλάπτει. Καλύτερα μια λύση καλά εδραιωμένη, τεχνικά άρτια και με συναίνεση, παρά μια βιαστική λύση με το κόστος της ανασφάλειας και αβεβαιότητας»[1].

Η έκθεση, βεβαίως, έγινε γνωστή ως Έκθεση Σπράου και είχε το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Αντί συζήτησης και προβληματισμού επήλθε σιωπητήριο. Κατόπιν προέκυψαν τα εξής: ένας νόμος που απέτυχεπριν εφαρμοστεί (Νόμος Γιαννίτση 2001) και άλλοι δύο που απέτυχαν μετά (Νόμος Ρέππα 2002, Νόμος Πάλλη 2008). Το 2010 φαίνεται ότι ο «δοσατζής» τελικά βρήκε πού κρυβόμαστε και προσπαθεί να μας επιβάλει όλες τις προσαρμογές αναδρομικά και με τόκο.

Πολύ πιο «διορατικές» φαντάζουν σήμερα οι προβλέψεις του τότε προέδρου της ΓΣΕΕ Χ. Πολυζωγόπουλου, ο οποίος στις αρχές του 1998 υποστήριζε ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, αφού «το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα καταρρεύσει μετά την κατάρρευση του Κρατικού Προϋπολογισμού και της οικονομίας γενικότερα»[2].

[Το «νέο» παιχνίδι;] Ο αγώνας λοιπόν δικαιώθηκε. Οι παίκτες της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα κατάφεραν πρώτα να αποσταθεροποιήσουν τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά (όταν αυτό δεν αποδείχθηκε αρκετό) και το διεθνές νομισματικό σύστημα. Αποτέλεσμα, η επιτήρηση, το Μνημόνιο, η προσπάθεια αποτροπής της χρεοκοπίας.

Η διεύρυνση του παιχνιδιού φέρνει μαζί της νέους παίκτες: την Τρόικα, τον διεθνή παράγοντα. Αλλά και νέους κανόνες – νέα διαφάνεια κάτω από τους προβολείς της παγκόσμιας σκηνής. Πιθανώς δε και ένα τελείως νέο παιχνίδι – αντί της προώθησης κλαδικών προνομίων, διαγενεακή ισορροπία .

Το κυρίαρχο γνώρισμα της νέας κατάστασης πραγμάτων φαίνεται να είναι η ανυπομονησία. Στο ασφαλιστικό, η Επιτροπή που ετοίμαζε το πόρισμά της για τον Ιούνιο, το παρέδωσε άρον-άρον τον Μάρτιο. Ενώ το Μνημόνιο προβλέπει κατάθεση του ασφαλιστικού τον Σεπτέμβριο, εμείς το θέλουμε τον Ιούνιο. Ομοίως τα εργασιακά από τον Δεκέμβριο, μετακόμισαν και αυτά. Η βιασύνη συνοδεύεται και από έλλειψη προετοιμασίας: ο όποιος διάλογος γίνεται είναι μεταξύ του υπουργού, της συνείδησής του και κάποιων ξένων τεχνοκρατών, οι οποίοι καλούνται, αφού πρώτα αποκρυπτογραφήσουν το ασφαλιστικό την μια εβδομάδα, να το λύσουν οριστικά την επομένη.

Μήπως το νέο παιχνίδι μοιάζει με το παλιό σε fast forward; Τα σχέδια προτάσεων που ξεμυτίζουν για μερικές ώρες και αποσύρονται προδίδουν πρωτίστως αγωνία για διατήρηση του status quo. Αυτό ίσχυε σίγουρα για το ατυχήσαν σχέδιο του Υπουργείου Εργασίας του Μαΐου. Αλλά και μετά, οι διαρροές υποδηλώνουν ότι στόχος παραμένει η διατήρηση αυτού που ξέρουμε, ξεχειλωμένου ίσως από τα συνεχή τραβήγματα της Τρόικας.

Κοινό σημείο με το παρελθόν είναι η έλλειψη συζήτησης, ανάλυσης και προβληματισμού. Δεν υπάρχει συναίσθηση πώς βρεθήκαμε εδώ, δεν υπάρχει επιθυμία να μην ξανάρθουμε. Νέο στοιχείο είναι η επίκληση εξωτερικού καταναγκασμού ως υποκατάστατου της σκέψης και της αναζήτησης. Το θατσερικό σλόγκαν «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» (η διαβόητη ΤΙΝΑ – «Τhere Ιs Νo Alternative»). Και γιατί δεν υπάρχει εναλλακτική λύση; Γιατί δεν υπάρχει καιρός να την αναζητήσουμε και όλα πρέπει να γίνουν σε λίγες εβδομάδες/μέρες.

Μήπως χρειάζεται να σκεφτούμε ξανά τι (καταλήγουμε να) κάνουμε;

[Η διατύπωση του συνολικού προβλήματος] Η κρίση μας αναγκάζει να πάρουμε μέτρα. Όμως, πέραν από κάποιες γενικόλογες επικεφαλίδες, ο κατάλογος των μέτρων που βρίσκουμε μπροστά μας είναι απλά μερεμέτια που αναστηλώνουν το ίδιο σύστημα που μας οδήγησε στο αδιέξοδο. Αυτό δηλαδή που αποκαλείται στον χώρο της κοινωνικής ασφάλισης «παραμετρικές αλλαγές», που διατηρούν τη λογική του συστήματος αλλάζοντας επιμέρους μόνο παραμέτρους. Αλλά η απουσία εναλλακτικών λύσεων δεν είναι συμπτωματική. Οφείλεται στο ότι επί σειράν ετών είχε απαγορευτεί ο προβληματισμός και η συζήτηση. Το ότι δεν υπάρχουν επεξεργασμένες λύσεις ουσιαστικά αποτελεί την άμυνα του συστήματος που πάμε να αντικαταστήσουμε. Πρέπει να κάνουμε κάτι, αλλά δεν ξέρουμε τι. Τι αποφασίζουμε;

– Επικαλούμαστε την κρίση και την τρόικα για να περάσει η ίδια παλιά ατζέντα, ανακράζοντας «ΤΙΝΑ! Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση»; Ή

– Αξιοποιούμε την σταθεροποίηση ως εξαγορά χρόνου για την αναζήτηση μιας νέας πορείας μετά από τη στενωπό;

Το κείμενο που ακολουθεί εστιάζει στην περίπτωση του ασφαλιστικού. Όπως τονίζουν στο εξαιρετικό βιβλίο τους οι Νίκολας Μπαρ και Πίτερ Ντάιαμοντ[3], το ασφαλιστικό σε όλες τις χώρες είναι πρωτίστως θέμα καλής διακυβέρνησης, δηλαδή καλής προετοιμασίας και πειθούς. Είναι εκεί δηλαδή που θα περιμένουμε να δούμε ενδείξεις της απουσίας τους στην Ελλάδα.

[Η κληρονομιά 20 ετών αδράνειας: Στρουθοπαρεμβατισμός] Οι τελευταίες δύο δεκαετίες της πολιτικής ιστορίας του ασφαλιστικού χαρακτηρίστηκαν από μακρές περιόδους μακαριότητας, οι οποίες κάθε 4-5 χρόνια διαταράσσονταν από την αιφνίδια «ανακάλυψη» του ιδίου κάθε φορά προβλήματος. Αυτό οδηγούσε σε επεισόδια νομοθετικής πολυπραγμοσύνης, οι οποίες θα «έσωζαν» το σύστημα για πάντα (ή σχεδόν). Και πάλι από την αρχή[4].

Το καταπληκτικό είναι ότι ο κύκλος εναλλασσόμενης άρνησης και πανικού (που βαφτίστηκεστρουθοπαρεμβατισμός) επαναλαμβάνεται περίπου με τους ίδιους όρους, χωρίς σημάδια κόπωσης ή έστω προόδου. Το ασφαλιστικό έτσι κατέληξε ως μεταρρύθμιση με δόσεις, δόσεις που δεν τέλειωναν ποτέ. Είκοσι χρόνια στρουθοπαρεμβατισμού είχαν ως λογική συνέπεια τον σχηματισμό δύο καταστάσεων, οι οποίες διαμορφώνουν και το σημερινό σκηνικό:

Πρώτον, δεν ανανεώθηκε η «εργαλειοθήκη λύσεων». Αφού δεν επιτρεπόταν η συζήτηση για το ασφαλιστικό, δεν συνειδητοποιήσαμε ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Η άρρητη υπόθεση είναι ότι «θα συνεχίσουμε από εκεί που αφήσαμε την προηγούμενη δόση». Άρα, αν ως διά μαγείας η μάγισσα του ΔΝΤ (ή το φάντασμα της Κομιντέρν) χάριζε στους Έλληνες μεταρρυθμιστές το δικαίωμα να διαλέξουν το καλύτερο από όλα τα ασφαλιστικά, αυτό δεν θα ήταν άλλο παρά η ολοκλήρωση του αρχικού σχεδίου που νομοθετήθηκε λειψό το 1934. Έχουμε μείνει τόσο πίσω, που η «εργαλειοθήκη λύσεων» είναι άδεια.

Δεύτερον, επισώρευση προβλημάτων. Αφού τίποτε δεν επιλύεται, στο αρχικό πρόβλημα ισονομίας προστέθηκε και η γήρανση του πληθυσμού (το ασφαλιστικό του μέλλοντος). Από το 2007 η Ελλάδα δοκιμάζει πρώτη εκείνη στην Ευρώπη τη νέα μετάλλαξη του προβλήματος – το ασφαλιστικό της κρίσης.

[Αναγκαιότητα διαρθρωτικών μέτρων] Ως η μεγαλύτερη και ταχύτερα αυξανόμενη κατηγορία κρατικών δαπανών ήταν εκ των προτέρων σίγουρο ότι η κοινωνική ασφάλιση θα επωμιζόταν μεγάλο τμήμα της δημοσιονομικής διόρθωσης. Η εσωτερική λογική της σταθεροποίησης οδηγεί προς διαρθρωτικές παρεμβάσεις για τρεις λόγους:

Πρώτον, όσο και αν η γενικευμένη περικοπή συντάξεων (π.χ. η περικοπή των δώρων) είναι η εύκολη λύση, το γεγονός ότι είναι άδικη θέτει αμέσως το ερώτημα για ποιον λόγο δεν κινούμαστε με επιλεκτικότητα.

Δεύτερον, η με άμεσο και ορατό τρόπο στήριξη των ελληνικών συντάξεων από τον Γερμανό ψηφοφόρο οδηγεί σε εύλογες συγκρίσεις «γενναιοδωρίας» μεταξύ των δύο συστημάτων.

Τρίτον, ο κλασικός μηχανισμός αναβολής μέτρων στο ασφαλιστικό («το 2030 είναι πολύ μακριά») ανατράπηκε από τις αγορές ομολόγων. Όταν το ασφαλιστικό είναι ο κύριος διαμορφωτής των μακροχρόνιων προοπτικών αποπληρωμής δανείων, το «2030 είναι σήμερα». Οι αγορές δηλαδή λειτούργησαν ως τηλεσκόπια, μετατρέποντας την κατάσταση του 2030 σε επείγον και πιεστικό ζήτημα που δεν χωρά αναβολές.

[Η σταθεροποίηση: μοναδική (μικρο)πολιτική ευκαιρία;] Το ότι διαρθρωτικά μέτρα για την κοινωνική ασφάλιση θα ήταν αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος σταθεροποίησης ήταν εξ αρχής βέβαιο. Αυτό, όμως, δημιούργησε και μια μοναδική πολιτική ευκαιρία να απορροφηθούν πολιτικοί κραδασμοί. Η κρίση αξιοποιείται ως εμβρυουλκός στην επώδυνη γέννα του νέου ασφαλιστικού: «Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση», παρά μόνον αυτή.

Λοιπόν, μια λύση «τρία σε ένα». Το «ασφαλιστικό της κρίσης» αξιοποιείται για να περάσουν και τα υπόλοιπα δύο ασφαλιστικά – το παλιό και το νέο. Το ασφαλιστικό του παρελθόντος και το ασφαλιστικό του μέλλοντος συμπτύσσονται με το ασφαλιστικό της κρίσης σε μια και μοναδική λύση.

Στη δίνη της σύγχυσης της επικαιρότητας, όσοι έχουν αποκρυπτογραφήσει τον στρουθοπαρεμβατισμό, μπορούσαν να διακρίνουν την ανακούφιση: «Να επικαλεστούμε την κρίση για να ξεμπερδεύουμε –επιτέλους– με το ασφαλιστικό». Η προσέγγιση «3 σε 1» έχει εμφανή πολιτικά πλεονεκτήματα:

– Την παράκαμψη αντιδράσεων: «απαραίτητο για την πατρίδα».

– Τ ην επίκληση «εξωτερικού καταναγκασμού»: «μας το επέβαλε το ΔΝΤ».

– Επιτυγχάνεται κάποια εξοικονόμηση πόρων με τη μέγιστη δυνατή διατήρηση χαρακτηριστικών του παλιού συστήματος.

Όμως –φευ– υπάρχουν και μειονεκτήματα που αφορούν την κοινωνική πολιτική και την οικονομία.

– Τη στιγμή που η εργαλειοθήκη λύσεων είναι (επιτηδευμένα και σκόπιμα) κενή, υποθηκεύεται το μέλλον όλων μας για 30 χρόνια, μετά από κρυφό παζάρι ενός δεκαπενθημέρου.

– Δεν υπάρχουν οι διοικητικές προϋποθέσεις για οτιδήποτε δεν είναι απλώς προέκταση του σημερινού συστήματος, αλλά ούτε και ο χρόνος να διαμορφωθούν. Άρα περιοριζόμαστε εκ των πραγμάτων στις παραμετρικές λύσεις.

– Η κοινή γνώμη είναι ανίδεη και τελείως απροετοίμαστη. Κανείς δεν ασχολήθηκε να κερδίσει την κατανόηση, αν όχι την ανοχή της. Πάλι αξιοποιείται ως μέσο εκβιασμού υπέρ παραμετρικών λύσεων.

Άρα η πίεση χρόνου και ο (υποτιθέμενος) εξωτερικός καταναγκασμός θα επιστρατευτούν για να κρατήσουμε το (νέο, βελτιωμένο, σύστημα) όσο πιο κοντά μπορούμε στο γνώριμο παλιό[5].

[Υπάρχει εναλλακτική λύση, φθάνει να την αναζητήσουμε] Τα επιχειρήματα υπέρ μιας νέας αρχής στην κοινωνική ασφάλιση έχουν τεθεί από πολλούς και με πολλούς τρόπους. Οι «Άγγλοι αναλογιστές» προβαίνουν σε υπολογισμούς το 2001 για να καταδείξουν ότι αν επιζητείται να διορθωθεί το πρόβλημα αλλάζοντας παραμέτρους τα αποτελέσματα είναι καταγέλαστα (π.χ. αύξηση στα όρια ηλικίας στο 73ο – αν και το βρετανικό τους χιούμορ δεν έγινε αντιληπτό[6]). Ο ίδιος ο Τάσος Γιαννίτσης αναφέρει στο βιβλίο του ότι το 2001 ήταν η τελευταία ευκαιρία για παραμετρική λύση. Ο Μιλτιάδης Νεκτάριος, πρακτικό μυαλό, δημοσιεύει στο βιβλίο του το 2008 πλήρες σχέδιο μετάβασης σε ένα νέο σύστημα, μια Ελληνική παραλλαγή του Σουηδικού-Ιταλικού συστήματος. Ο υπογράφων αναφέρει σε διάφορες παραλλαγές νέα συστήματα από το 1987 (π.χ. Τήνιος, ό.π.).

Οι ιδέες και προτάσεις αυτές επιμελώς αγνοήθηκαν και δεν έτυχαν συνέχειας, αλλά ούτε καν απόρριψης. Οι ελλείψεις στη στατιστική και μελετητική υποδομή παραμένουν «ελλείψεις» επί 20 χρόνια. Η καλύτερη άμυνα του συστήματος ήταν η προσποίηση ότι δεν υπήρχε πρόβλημα – εξ ου και η λυσσώδης αντίδραση στις ήπιες παραινέσεις της Έκθεσης Σπράου.

Τώρα, το νέο επιχείρημα διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης είναι ότι «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», και έχουμε «εντολές άνωθεν». Όμως, «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» γιατί δεν ψάξαμε παρά μόνο για την ΤΙΝΑ.

Αντιθέτως, υπάρχει εναλλακτική λύση που γυρίζει σελίδα, για να φτιάξει ένα νέο σύστημα το οποίο να είναι στήριγμα και όχι εμπόδιο στην ανάπτυξη. Αντί να υποθηκεύσουμε τρεις δεκαετίες, θα μπορούσαμε ορίσουμε ένα «έκτακτο πακέτο μέτρων σωτηρίας» που διαρκεί όσο η σταθεροποίηση και εμπεριέχει όλα τα μεσοπρόθεσμα μέτρα του Μνημονίου, προεκτείνοντάς τα και σε άλλες κατευθύνσεις. Όμως ταυτόχρονα –και υπό την επίβλεψη και συνδρομή της Τρόικας– θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία μια διαδικασία τεχνικής προετοιμασίας και κοινωνικής ωρίμανσης η οποία εντός 18μήνου να παραδώσει επεξεργασμένη λύση μακράς πνοής. Έτσι, η νομοθέτηση της μόνιμης λύσης θα συμβαδίζει με το τέλος της ισχύος του έκτακτου πακέτου της πρώτης φάσης.

Η εναλλακτική λύση προεκτείνει το πνεύμα του Μνημονίου εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη δημοσιονομική συμβολή ως το 2015 ως «συνεισφορά προβληματισμού» για όσο χρόνο διαρκεί η αναζήτηση ενός νέου συστήματος. Παράλληλα, όμως, βάζει και τα θεμέλια μιας νέας αρχής στην οποία να μπορεί να βασιστεί η ελληνική κοινωνία και στην οποία θα στηρίξουμε την έξοδό μας από την κρίση σε τρία χρόνια από σήμερα.

[Η σταθεροποίηση ως εξαγορά χρόνου για τη χάραξη μιας νέας πορείας] Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι αυτή η κρίση είναι η ίδια προϊόν της μη προετοιμασίας εναλλακτικών οδών. Αν είναι έτσι, δεν είναι περίεργο που οι μόνες διαθέσιμες ιδέες σήμερα δεν είναι παρά απλές επιδιορθώσεις του παλιού συστήματος που μας έφερε εδώ. Η σταθεροποίηση μας δίνει τη δυνατότητα να «εξαγοράσουμε» χρόνο για να προετοιμάσουμε μια νέα αρχή. Όχι για να γυρίσουμε από εκεί που φύγαμε.

ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ

1. Το ασφαλιστικό του παρελθόντος. Πώς θα ολοκληρωθεί το σύστημα του 1934; Ένα πρόβλημα καθαρά Ελληνικό, μας συνοδεύει από τη δεκαετία του ’50.

Έκθεση Υπουργείου Συντονισμού 1958. «Υπάρχει πλήρης ανισότητα προστασίας, (...) Υπάρχει ανάγκη συστήματος που (…) απαλλαγμένο από την απαράδεκτη εντύπωση ότι σκοπός του είναι να εξασφαλίζει προνόμια σε βάρος των πολλών, θα χρησιμοποιήσει τα υπάρχοντα μέσα για την αντιμετώπιση της ανάγκης».

Ένα πρόβλημα ισονομίας μεταξύ κλάδων και ομάδων στην κοινωνία, με αιχμές τα διάφορα Ταμεία, τα Βαρέα, τις πρόωρες συντάξεις κ.ά. «Αμαρτωλές σχέσεις με το Δημόσιο» κατοχυρώνουν προνόμια αναλόγως με την ευκολία πρόσβασης στην εξουσία (π.χ. στη ΔΕΗ έως τα ’90, στα ΒΑΕ ήταν οι τραπεζοκόμοι αλλά όχι οι εναερίτες!).

2. Το ασφαλιστικό του μέλλοντος. Πώς θα αντεπεξέλθουμε στη δημογραφική γήρανση; Ένα πρόβλημα διεθνές, αλλά με ταχύτατη επιδείνωση. Γνωστό ήδη από τη δεκαετία του ’80 (Εκθέσεις ΚΕΠΕ, Επιτροπή Αγγελόπουλου, Επιτροπή Σπράου).

Η γήρανση του πληθυσμού, οι μικρές οικογένειες, η παγκοσμιοποίηση θέτουν περιορισμούς στο μέλλον και επιβαρύνσεις στη νέα γενιά. Γίνεται ρητορική επίκληση αυτού για να προωθηθεί το πρώτο ασφαλιστικό.

3. Το ασφαλιστικό της κρίσης. Πώς μπήκαμε και πώς θα βγούμε από την κρίση; Κοινό πρόβλημα, πλέον, σε όλη την Ευρώπη, δραματικός του προπομπός όμως η Ελλάδα, ήδη από το 2007.

ΟΙ αγορές ομολόγων μεταφέρουν προς το σήμερα ανησυχίες ομολογιούχων για το μακρινό μέλλον. Το ασφαλιστικό δημιούργησε τα ελλείμματα που μας έφεραν στην κρίση και τα διογκώνει κατά τη διάρκειά της. Το ασφαλιστικό σύστημα εκπέμπει το μήνυμα στην κοινωνία ότι τη λύση για το προσωπικόπρόβλημα του καθενός την έχει το Κράτος.

Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ

ΝΕΑ ΔΟΣΗ ΑΣΠΙΡΙΝΗΣ

• Λύση από τα έτοιμα – μερεμέτια

• Υποχωρήσεις εμπρός στο πολιτικό κόστος

• Ρητορεία για μεγάλη αλλαγή – ελαχιστοποίηση επίπτωσης

• Διακηρύξεις σωτηρίας

ΑΡΝΗΣΗ

• Θέμα «Άκαιρο»

• Απαγόρευση σκέψης

• Σιωπηρή πεποίθηση ότι «θα βρεθεί κάτι όταν χρειαστεί»

ΠΑΝΙΚΟΣ

• Ανακάλυψη «τεράστιου» προβλήματος

• Δεν υπάρχουν επεξεργασμένες λύσεις

• «Διάλογος» υπό πίεση

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ

Nicholas Barr and Peter Diamond, Pension Reform: A Short Guide, Oxford University Press 2010

Μιλτιάδης Νεκτάριος, Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση με συναίνεση και διαφάνεια, Παπαζήσης, Αθήνα 2008

Τάσος Γιαννίτσης, Το Ασφαλιστικό (ως ορφανό πολιτικής) και μια διέξοδος, Πόλις, Αθήνα 2007

Επιτροπή για την Εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, Οικονομία και Συντάξεις: Συνεισφορά στον κοινωνικό διάλογο, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1997



[1] Δεν πρέπει να ξεχνάμε και την κατακλείδα: «Όσο πιο γρήγορα λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα, τόσο μικρότερη η έκταση της αναγκαίας διόρθωσης».

[2] Σχολιάζεται στο Πλάτων Τήνιος, Κοινωνία, Οικονομία, Συντάξεις: Κρυμμένος Θησαυρός, Παπαζήσης, Αθήνα 2001, σ. 155.

[3] Στον πρόλογό του ο Νικ Στερν αναφέρει ότι «το βιβλίο αυτό πρέπει να είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα για όλους όσους ασχολούνται με τη διαμόρφωση, συζήτηση και μελέτη της συνταξιοδοτικής πολιτικής». Εμφανώς το βιβλίο των N. Barr και P. Diamond, Pension Reform: A Short Guide, είναι παντελώς άγνωστο στο Υπουργείο Εργασίας.

[4] Αυτό είναι το κεντρικό σημείο στο Tinios P., Vacillations around a Pension Reform Trajectory: Time for a Change?, GreeSe paper No 34, Hellenic Observatory Papers on Greece and Southern Europe, London School of Economics, 2010. Βλ. επίσης Μάνος Ματσαγγάνης, «Βιώσιμες και δίκαιες συντάξεις σε μια ανοικτή κοινωνία», Athens Review of Books, τχ. 4, Φεβρουάριος 2010.

[5] Δεν πρέπει να μας διαφύγει και η ειρωνεία ότι γίνεται επίκληση της συνηγορίας του ΔΝΤ για να προωθηθεί ένα σύστημα λογικής της δεκαετίας του ’50. Τρέμε Φρίντμαν!

[6] Βλ. τις αναφορές στο Πλάτων Τήνιος, Ανάπτυξη με αλληλεγγύη, Παπαζήσης, Αθήνα 2003.

*The Athens Review of Books, τεύχος 9, Ιουλ-Αυγ 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU