Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Δημοκρατική Αριστερά: Ανάμεσα στην πολιτική της χρήσιμης δύναμης και τον αριστερό αρνητισμό



του Γιάννη Αντωνίου*

Ξέρω ότι δεν αποτελεί πρωτοτυπία ο ισχυρισμός ότι η Δημοκρατική Αριστερά είναι προϊόν της κρίσης. Την άποψη αυτή την έχω υποστηρίξει δημόσια και ιδιωτικά, όπως άλλωστε και πολλοί που μετέχουν στο κοινό πολιτικό μας εγχείρημα. 

Εκτός από τη μικροϊστορία των ενδοαριστερών εμφυλίων συγκρούσεων και τη φυσιολογική δυσανεξία για την τελεσίδικη κατάταξη του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ στο στρατόπεδο του αδιέξοδου κινηματισμού, τα μείζονα που νοηματοδότησαν και νομιμοποίησαν τη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου στο χώρο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς ήταν η χρεωκοπία της χώρας και η προϊούσα απαξίωση του πολιτικού συστήματος.

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να δράσουμε είναι εξαιρετικά σύνθετο και αντιφατικό. Συνυπάρχουν συγκρατημένη συναίνεση, ανοχή αλλά και θυμός. 
Το αίτημα της επικράτησης ενός common sense για την εξισορρόπηση κοινωνικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι υπαρκτό και ταυτόσημο όσο ποτέ με την ιδέα της κατίσχυσης αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης. 
Άλλο τόσο όμως οι φαιές πρακτικές της βίας, της ανομίας και του ακραίου παραβατισμού στοιχειώνουν την καθημερινότητα της κοινωνίας.
Είναι πολλοί, πιθανόν η πλειοψηφία των πολιτών αυτής της χώρας, που φρικιά με τις τρομακτικές συνέπειες μιας κατάρρευσης, την ίδια στιγμή όμως ιδιοτέλειες και μασκαρεμένοι συντεχνιακοί εγωϊσμοί που υποδύονται τους υπερασπιστές του δημοσίου συμφέροντος σαρώνουν τη δημόσια σφαίρα. 
Σήμερα μπορεί κανείς να ανιχνεύσει πολύ περισσότερα δείγματα πολιτικής ωριμότητας στο λόγο δημόσιων προσώπων, ομάδων και κομμάτων συγκριτικά με το παρελθόν, χωρίς αμφιβολία όμως η δημαγωγία συνεχίζει ν’ αποτελεί το επικαθορίζον χαρακτηριστικό του πολιτικού discourse.


Εν πάση περιπτώσει το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης μοιάζει να αντιστέκεται σθεναρά παρά τα ισχυρά πλήγματα που έχει δεχθεί, απειλώντας να συμπαρασύρει μαζί του στην άβυσσο και ολόκληρη τη χώρα. 
Ένα κρατικοδίαιτο πολιτικό σύστημα, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, που πολιτεύτηκε και εν πολλοίς συνεχίζει να πολιτεύεται, ακόμα κι αυτήν την ύστατη ώρα της κρίσης, με όρους επιβίωσης και αναπαραγωγής. 
Ένα αυτιστικό σύστημα δημοσίων υπηρεσιών που κατέληξε να λειτουργεί μόνο για τον εαυτό του και ερήμην της κοινωνίας. 
Χρεοκοπημένες ∆ΕΚΟ, νοσοκοµεία κέντρα διαπλοκής, ΑΕΙ καταφύγια της βίας και του παραβατισμού, εκπαιδευτικό σύστημα στα όρια του απόλυτου εκπεσμού, κλειστά επαγγέλματα που απομυζούν το λαϊκό εισόδημα και τους ανύπαρκτους πια δημόσιους πόρους, δικαστήρια που δεν απονέμουν δικαιοσύνη κ.λπ.

Η κρίση οξύνει τις αντιθέσεις και ανασυνθέτει τα αντιπαρατιθέμενα στρατόπεδα στο επίπεδο της κοινωνίας και της πολιτικής. Απ’ αυτήν την άποψη είναι βάσιμο να ισχυριστεί κανείς ότι ζούμε τις ακραίες εκδοχές των πολιτικών και κοινωνικών συμπεριφορών που παγιώθηκαν στη μακρά διάρκεια της μεταπολίτευσης. 
Η εικόνα της διελκυστίνδας μεταξύ λαϊκίστικου αμυντισμού και μεταρρυθμιστικής σωφροσύνης νομίζω ότι αποτυπώνει την ουσία του διακυβεύματος της συγκυρίας. Αυτή η διχοτομία διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, εκτός της αριστεράς που εγκαταλείψαμε, η οποία μαζί με το ΚΚΕ και το γαλαξία του αντισυστημικού εξωκοινοβουλευτισμού ουσιαστικά διεκδικεί για τον εαυτό της την πιο αυθεντική εκπροσώπηση του λαϊκίστικου ρεύματος.
Το ερώτημα για το που κατατάσσεται η Δημοκρατική Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι εκ των πραγμάτων απαντημένο. 
Για μας, το δίλημμα με τις μεταρρυθμίσεις ή με το λαϊκισμό και τις δυνάμεις της χρεωκοπίας είτε αυτές εκφράζονται ως κινήματα διαμαρτυρίας, είτε ως πολιτική των κομμάτων, είτε στοιχειώνουν στην κυβερνητική πολιτική, ακυρώνοντας καθημερινά τις αναγκαίες τομές είναι απαγορευτικό. 
Δεν μπορεί καν να τίθεται, γιατί απλώς ισοδυναμεί με το οντολογικό δίλημμα υπάρχουμε ή δεν υπάρχουμε. 
Άλλωστε, για πολλούς από μας που έχουμε διανύσει ποικίλες διαδρομές στο δαιδαλώδη χάρτη της αριστερής ενδοχώρας και μάλλον παίζουμε το τελευταίο πολιτικό στοίχημα της ζωής μας, η επιλογή του στρατοπέδου των δομικών μεταρρυθμίσεων, η συμβολή στην ταχεία φυγή από το άγος της χρεωκοπίας και η ανασυγκρότηση της χώρας υπήρξαν τα μοναδικά κίνητρα για την πλαισίωση αυτού του νέου πολιτικού υποκειμένου.

Ωστόσο, στο σύντομο πολιτικό βίο της Δημοκρατικής Αριστεράς, στα πρώτα βήματα, στις θέσεις αλλά και τις αποφάσεις του συνεδρίου ο μετεωρισμός ανάμεσα στην υιοθέτηση μιας πολιτικής χρήσιμης δύναμης για τη χώρα και την κοινωνία από τη μια και στην ήπια αναπαραγωγή του γνωστού αταβιστικού αριστερού αρνητισμού με τα συνακόλουθα λαϊκίστικα συμφραζόμενα από την άλλη σφραγίζει την πολιτική και το εν γένει προφίλ του κόμματος.

Η κατάσταση αυτή πολλές φορές αναπαρίσταται ως μία εσωκομματική σύγκρουση ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς ή ακόμη χειρότερα σε φιλοκυβερνητικούς και αντικυβερνητικούς. 
Στο προγραμματικό επίπεδο είναι το απότοκο μιας αδυναμίας απαλλαγής από τα θεωρητικά κλισέ του παρελθόντος, στο πλαίσιο των οποίων η ελληνική κρίση γίνεται εν πολλοίς αντιληπτή ως μία παράπλευρη απώλεια της κρίσης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι κοινωνικές της συνέπειες ερμηνεύονται ως ένα ακόμα περιστατικό της αιώνιας σύγκρουσης κεφαλαίου και εργασίας. 
Στο πολιτικό επίπεδο εκφράζεται με την τάση ήπιας προσαρμογής στις προσδοκίες των παραδοσιακών αριστερών ακροατηρίων σε ζητήματα τρέχουσας πολιτικής και συμμαχιών. Ο τύπος αυτής της προσαρμογής αφήνει βεβαίως περιθώρια ανοιγμάτων έξω από τα όρια του συνήθους αριστερού δημόσιου λόγου, τα οποία όμως τις πιο πολλές φορές συρρικνώνονται ή κλείνουν στην επόμενη κίνηση. 
Στο ψυχολογικό επίπεδο παρωθείται από τα ενοχικά σύνδρομα μιας πιθανής απώλειας της αριστερής ψυχής μας.
Είναι χαρακτηριστική ως προς τα παραπάνω η στάση του κόμματος σε ζητήματα κεντρικής πολιτικής, όπως π.χ. η αναγωγή του μνημονίου σε αρνητικό ταμπού και η συνακόλουθη αμηχανία στις αναγκαίες τομές που συνεπάγεται η εφαρμογή του ή η αμηχανία απέναντι σε προκλητικά ζητήματα της επικαιρότητας, όπως π.χ. το άγος της βίας και της ανομίας του αυτόνομου κρατιδίου της Κερατέας. 
Ακόμα και σε χώρους που διαθέτουμε ισχυρή επιρροή και η παρουσία μας θα μπορούσε να είναι καταλυτική ως προς την προώθηση μιας επιθετικής μεταρρυθμιστικής προοπτικής, όπως π.χ. τα πανεπιστήμια, διστάζουμε και τελικά επιλέγουμε μάχες οπισθοφυλακών που ούτε λίγο ούτε πολύ δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να υπερασπίζουν τα ερείπια του υπάρχοντος. 
Μοιάζουμε μ’ άλλα λόγια πολλές φορές σαν να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να απολογούμαστε στο φάντασμα του Λαφαζάνη που παραμονεύει στη γωνία για να καταγγείλει τις δεξιές παρεκκλίσεις και την ενσωμάτωση μας στο σύστημα. 
Ή ακόμη χειρότερα να αναπαράγουμε με κόσμιο και μετριοπαθή τρόπο τη συντεχνιακή ή την τοπικιστική βουλγκάτα και κάποιες φορές στα δύσκολα να σουτάρουμε και στην εξέδρα.

Το αποτέλεσμα αυτής της ταλάντευσης από την άποψη της παραγωγής πολιτικής σ’ αρκετές περιπτώσεις τείνει στο μηδέν. 
Θολώνει τη δημόσια εικόνα του κόμματος, προκαλεί σύγχυση στην κοινή γνώμη ως προς τη φυσιογνωμία και τις προθέσεις του, μας στριμώχνει μέσα στο γκρίζο κάδρο του πολιτικού συστήματος. 
Τα αρνητικά δημοσκοπικά ευρήματα νομίζω ότι αποτελούν ηχηρό σήμα κινδύνου. 
Είναι ανάγκη, όχι μόνο για την επιβίωσή μας αλλά κυρίως για τη ουσιαστική συμβολή μας στη σωτηρία της χώρας, η Δημοκρατική Αριστερά να απελευθερωθεί από αυτό το παραλυτικό σύνδρομο. 
Να διατυπώσει το δικό της εναλλακτικό αφήγημα για την έξοδο από την κρίση στο όνομα της σωτηρίας της χώρας και της προστασίας της κοινωνίας, στη γραμμή ενός επιθετικού μεταρρυθμισμού. 
Μ’ άλλα λόγια να λειτουργήσει ως καταλύτης στις επικείμενες σεισμικές δονήσεις της πολιτικής. 
Στη βάση αυτή είναι αναγκαίο τώρα να επεξεργαστεί και να προβάλει μια πολιτική συμμαχιών που θα απευθύνεται σε υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις. Απ’ αυτές βεβαίως δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί το ΠΑΣΟΚ ή όποια τέλος πάντων εκδοχή της πληθυντικότητάς του μπορεί να συμπεριληφθεί στο μεγάλο μεταρρυθμιστικό σχέδιο. 
Το επιτυχημένα παραδείγματα Καμίνη και Μπουτάρη μπορούν ν’ αποτελέσουν οδηγό των σχετικών επιλογών.
Στο πλαίσιο αυτό υπάρχουν κοινωνικά ακροατήρια έτοιμα ν’ ακούσουν αυτό το λόγο και να στηρίξουν αυτήν την πολιτική και μάλιστα σήμερα είναι πολύ πιο διευρυμένα από τα παραδοσιακά αριστερά ακροατήρια που αφήσαμε πίσω μας εγκαταλείποντας το Συνασπισμό.



*από το ιστολόγιο Μη μαδάς τη μαργαρίτα

5 σχόλια:

  1. Σε ...πολιτικό επιπεδο, ευχομαι απο καρδιάς ο κατηφορικός γολγοθά σας, να ανταμειφθεί όπως ανταμειβεται συνηθως η ...ΠΡΟΘΥΜΙΑ. Με μια καρεκλα. Δίπλα στον Παπακωσταντινου-ή όποιον άλλον ηθοποιό προτιθεται να παιξει τον ρόλο-και στο τραπέζι, Ντορες,Μάνοι, επιγονοι του ...σοσιαλισμου, και το κερασάκι καποιοι απο τα ...παιδιά του Καρατζαφέρη. Σε αυτη τη μεταπολιτευση άλλωστε αυτή η καταπτυστη αυλαια αξιζει.

    Σε προσωπικό επιπεδο ευχομαι ανηφορικους Γολγοθάδες, και πανηγυρικές Αναστασεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μάλλον δεν ξύπνησες καλά σήμερα Κατερίνα. Νάσαι καλά πάντως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Με λίγα λόγια, πρέπει να συνεχίσετε ακάθεκτοι να λερώνετε το σπίτι σας. Δεν αρκεί το πόσο αγκαλιάσατε το Παγκαλιστάν; Νομίζετε ότι αν γίνετε Παγκαλικότεροι του Παγκάλου θα αποκτήσετε μεγαλύτερο ακροατήριο (βλ. πελατεία);
    Με γεια σας και χαρά σας. Ο δρόμος είναι ανοικτός και τα σκυλιά δεμένα (για την ώρα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @ Zaphod Beeblebrox,
    δεν σε καταλαβαίνω - σε ποιους μιλάς; Απ' ότι φαίνεται δεν υπάρχει πια, καν κοινή γλώσσα "μεταξύ μας". Σε ποιους αναφέρεσαι άραγε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Και βέβαια δεν υπάρχει κοινή γλώσσα. Στο δρόμο του μεταρρυθμισμού (χωρις πρόσημο, χωρίς πολιτική δηλαδή) έχετε φτάσει να κατηγορείτε το ΠΑΣΟΚ από δεξιά ως "αντιμνημονιακό", υιοθετώντας τη γραμμή Πάγκαλου ότι το "Μνημονιο είναι ευτυχία" (μεταρρύθμιση/απορύθμιση να' ναι, κι ό,τι να' ναι). Μία από τα ίδια με την ισοπέδωση κάθε αντίδρασης και την αφελέστατη (;) ταύτιση ακροδεξιάς-ακροαριστεράς, υπό το πρίσμα της εξίσου απολίτικης νομιμοφροσύνης (στα χνάρια του Καρατζαφέρη αυτή). Και βέβαια δεν υπάρχει κοινή γλώσσα με ανθρώπους που αντιλαμβάνονται την πολιτική έκφραση ως παραγωγή διαφημιστικών μότο (κενά περιεχομένου κατά βάση). Και βέβαια δεν υπάρχει κοινή γλώσσα με τον ετεροπροσδιορισμό της άρνησης (καιρός να μάθουμε "τι είμαστε" και όχι τι "ΔΕΝ είμαστε"). Εν ολίγοις, όταν οι λέξεις χάνουν το νόημά τους, είναι αδύνατο να υπάρξει κοινή γλώσσα. Εν τέλει, το πρόβλημα είναι και πολιτικό και γλωσσικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU