Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Τι μας διδάσκει η περίοδος κυοφορίας της κυβέρνησης Παπαδήμου

του Νίκου Ράπτη
από την ppol.gr

Οι κατακλυσμιαίες πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών εμπεριέχουν πολλά και πολύτιμα πολιτικά διδάγματα για την ελληνική πολιτική εξέλιξη.

Πρώτον, επιβεβαιώνεται η πλήρης αδυναμία των κεντρικών κομματικών βραχιόνων του καθεστώτος μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος να ελέγξουν τις πολιτικές εξελίξεις. Οι καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις βυθίζονται στο σαθρό έδαφος της πλήρους πολιτικής τους αναξιοπιστίας.

Μετάβαση: ο χουντικός πρόεδρος της δημοκρατίας Φαίδων Γκιζίκης ορκίζει ως πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή

Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες της προϊούσας αδυναμίας των κυβερνήσεων να κυβερνούν. Το πολιτικό καθεστώς δεν μπορεί πλέον να παράγει συναίνεση. Αδυνατώντας να στηριχτεί αποκλειστικά στη χρήση βίας, ελπίζει μόνο στην απάθεια των πολιτών. Αλλά η απάθεια εύκολα μετατρέπεται σε παθητική αντίσταση. Το κράτος αποφασίζει διάφορα πράγματα, αλλά κινείται σε πολιτικό κενό, οι αποφάσεις του απομένουν χωρίς αποδέκτες. Το βασικό πλεονέκτημα της δημοκρατικής διακυβέρνησης, η οικειοθελής πειθάρχηση των πολιτών στις πολιτικές αποφάσεις των κυβερνώντων, εκλείπει.

Τις τελευταίες όμως εβδομάδες παρακολουθήσαμε στην κυριολεξία την πανωλεθρία των κομματικών επιτελείων ακόμα και στο παιχνίδι που αγαπούν και ξέρουν τόσο καλά, το κομματικό-επικοινωνιακό παίγνιο:

  • Ο κύκλος του πρωθυπουργού αρχικά αποφάσισε να κάνει δημοψήφισμα –το δημοψήφισμα δεν πέρασε. Σύρθηκε στη συναίνεση με την αντιπολίτευση (!), στις εκλογές (!!) και στην παραίτηση του ίδιου του πρωθυπουργού (!!!). Και τότε όμως, επιχείρησε να εξασφαλίσει το μέλλον του, επιβάλλοντας μια αποδυναμωμένη και ελέγξιμη εκδοχή της νέας κατάστασης, ένα είδος remakeτης κυβέρνησης Αδαμαντίου Ανδρουτσοπούλου, επιλέγοντας στο ρόλο του Μεσσήνιου πρωθυπουργού της ύστερης χούντας γραφικές παρουσίες σαν τους Πέτρο Μολυβιάτη καιΦίλιππο Πετσάλνικο. Το ότι ο Παπανδρέου (ΓΑΠ) δεν κατόρθωσε να «περάσει» ούτε τη μια του επιλογή (το δημοψήφισμα), ούτε την άλλη (την «κυβέρνηση Ανδρουτσοπούλου-2»), και σύρθηκε δις σε ανεξέλεγκτες για τον ίδιο εξελίξεις, αποτελεί για το πρωθυπουργικό μας πολιτικό σύστημα ανεπανάληπτο και ιστορικής σημασίας γεγονός.
  • Μετά από δεκαεπτά μήνες αντιμνημονιακού «ανενδότου», μετά από ατέλειωτους πομφόλυγες στα Ζάππεια, τις ΔΕΘ κ.λπ., αρκούσαν επτά θανατηφόρες λεξούλες σε μια κομματική ανακοίνωση για να κατεδαφιστεί ολότελα η γραμμή Σαμαρά: «η νέα δανειακή σύμβαση έχει γίνει αναπόφευκτη». Από εκεί και πέρα, ο Σαμαράς δεν κατάφερε να πείσει πως «άλλο η δανειακή σύμβαση και άλλο το συνοδευτικό κείμενο για τις οικονομικές πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμοστούν», ούτε να αποφύγει τη συμμετοχή του κόμματός του σε κυβέρνηση συνεργασίας και μάλιστα στο ανώτερο δυνατό επίπεδο -με τη συμμετοχή αμφότερων των αντιπροέδρων του κόμματος- ούτε καν να επιβάλει αυστηρό χρονοδιάγραμμα για τις εκλογές...
  • Διασκεδαστική ήταν επίσης η στάση της αριστεράς, ιδίως του ΚΚΕ, που όταν είδε πως με το δημοψήφισμα του ΓΑΠ υπάρχει περίπτωση «να μπουν στο ίδιο τσουβάλι η θέση του ΚΚΕ με εκείνη της ΝΔ και των άλλων κομμάτων» και άρα να «περάσει» η πολιτική του θέση με την οποία μας έχει «γανώσει το κεφάλι» εδώ και τριάντα χρόνια, της «αποδέσμευσης» δηλαδή της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ή έστω να συγκροτηθεί σοβαρό μέτωπο αντιευρωπαϊκών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων) επλήγη από αιφνίδια κρίση «κοινοβουλευτικής ηλιθιότητας» και άρχισε να ικετεύει... εκλογές (που θα τις χάσει σίγουρα, έστω και με αύξηση των -λιλιπούτειων- ποσοστών του). Ορισμένοι αντικομουνιστές σαν τον υπογράφοντα κάνουμε καμιά φορά το λάθος να εξετάζουμε μόνο την ολοκληρωτική φύση του κόμματος αυτού και να λησμονούμε πόσο ενσωματωμένο είναι στο υφιστάμενο καθεστώς -από το οποίο εξάλλου ταΐζεται η κομματική του υπαλληλία. Τελικά η σχέση ΚΚΕ και πολιτικού συστήματος έχει καταντήσει να μοιάζει με εκείνη που έχει ο καντινιέρης που πουλάει «βρώμικα» με το σκυλάδικο που του εξασφαλίζει πελατεία: μπορεί να φθονεί και να μισεί και να περιφρονεί ό,τι συμβαίνει εκεί μέσα, αλλά αυτό που κυρίως δε θέλει είναι να κλείσει το «μαγαζί».



Έξαφνα λοιπόν παρατηρήθηκε το εξής νέο φαινόμενο: οι κομματικοί απαράτσνικ όχι μόνο δεν μπορούν να κυβερνήσουν ουσιωδώς, όχι μόνο δε θέλουν να το κάνουν (είναι χαρακτηριστικό πως όλες οι καντρίλιες των τελευταίων ημερών είχαν να κάνουν με την «αγορά χρόνου» και όχι με την επίλυση προβλημάτων), αλλά πλέον δεν μπορούν ούτε καν να ελέγξουν τα κομματικά τους παιχνιδάκια! Σημειώνω πως κάτι αντίστοιχο είχε ήδη συμβεί στις περασμένες αυτοδιοικητικές εκλογές, με την επικράτηση του λεγόμενου «ΠΑΣΟΚ-3» (ΚαμίνηΜπουτάρη κ.ά) που η κομματική καμαρίλα ούτε ήθελε, ούτε πίστεψε, ούτε ελέγχει... Όταν κάτι τόσο πελώριο επαναλαμβάνεται για δεύτερη φορά σε ένα χρόνο, παύει να αποτελεί σύμπτωση...

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι πως επαληθεύεται η στρατηγική εκτίμηση πως η διαχείριση της οικονομικής κρίσης θέτει στο καθεστώς μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα ερωτήματα που δεν απαντώνται εντός του μεταπολιτευτικού πλαισίου, ή αλλιώς, όπως το είχα θέσει τον Φεβρουάριο του 2009: «το καθεστώς μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει μιας διαδικασίας αντιμετώπισης της κρίσης -έστω και αν νομίζει πως το μπορεί. Το εγχείρημα της αντιμετώπισης της κρίσης εμπεριέχει αφ' εαυτόν σε μεγάλο βαθμό το πρόταγμα της "νέας μεταπολίτευσης". Αντίστροφα, χωρίς αντιμετώπιση της κρίσης δεν υπάρχει θετικό ξεπέρασμα του καθεστώτος μεταπολιτευτικού συστήματος, δεν υπάρχει "νέα μεταπολίτευση". Υπάρχει μόνο χάος, εκβαρβαρισμός και κατάρρευση». 

Δεύτερον, επιβεβαιώνεται η ισχύς του ευρωπαϊκού-εκσυγχρονιστικού πόλου, που εξακολουθεί να είναι ο βασικός πυλώνας γύρω από τον οποίο παράγονται προωθητικές συναινέσεις.
Ευρωπαϊκή προοπτική: ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης επιδεικνύει κέρμα του νεοσύστατου κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, έχοντας στο πλευρό του το διάδοχό του Λουκά Παπαδήμο 

Το σκηνικό των τελευταίων μηνών, με την «αντιμνημονιακή» και... αντικατοχική ρητορεία, τους «αγανακτισμένους», τις θεωρίες συνωμοσίας, τα γιουχαΐσματα, τις μούντζες, τα γιαουρτώματα κ.λπ. (σκηνικό που στήθηκε κυρίως λόγω της ηγετικού ελλείμματος του πολιτικού συστήματος και εξόχως της κυβέρνησης Παπανδρέου) έδινε την εντύπωση πως είχε «σπάσει» η ελκυστικότητα τουεκδυτικιστικού-εκσυγχρονιστικού «υλικού» της ελληνικής πολιτικής ζωής. Αλλά οι τελευταίες εβδομάδες έδειξαν πως το υλικό αυτό παραμένει κυρίαρχο και εξακολουθεί να είναι το μόνο που μπορεί να οργανώνει ευρύτερες συσπειρώσεις κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, να διευθύνει νουνεχείς πολιτικές, να εμπνέει εμπιστοσύνη και να καλλιεργεί προσδοκίες. Όπως συμβαίνει για την ΕΕ συνολικά, έτσι και για την Ελλάδα το δίλημμα είναι: ομοσπονδοποίηση της EE ή διάλυση;

Το σημαντικό δεν είναι οι δημοσκοπικές αυξομειώσεις της απήχησης του ευρωπαϊσμού (που έχει πράγματι μειωθεί, χονδρικά από τα 4/5 στα 3/5 των πολιτών), όσο η ηγεμονική θέση του, που παραμένει ακλόνητη. Κάτι δείχνει η εμπιστοσύνη με την οποία αμέσως (θα τολμούσα να πω «ενστικτωδώς») ο «μέσος πολίτης» περιέβαλε το Λουκά Παπαδήμο (εξουδετερώνοντας ακαριαία τις επιλογές των ηγεσιών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ για «λύση Αδαμαντίου Ανδρουτσοπούλου-2»). Ελάχιστοι γνώριζαν το νέο πρωθυπουργό και σχεδόν κανένας δεν τον είχε ακούσει να μιλάει πριντις δηλώσεις του επί τη αναλήψει της εντολής για σχηματισμό κυβέρνησης. Αρκούσε το προφίλ του: «σοβαρός», «μετρημένος», «εργατικός», «τεχνοκράτης», «ευρωπαϊστής». Όπως και τη δεκαετία του '40, του '70, του '90, όταν ήρθαν τα δύσκολα, η «σιωπηλή πλειοψηφία» στράφηκε για σωτηρία στους δυτικόφιλους, όχι τους εθνοκεντρικούς ή τους λαϊκιστές. Αλλά ακόμα πιο δηλωτικό για την έκταση της ηγεμονίας του ευρωπαϊσμού είναι η πολιτική συμπεριφορά όσων (σαν το λαγό του γνωστού ανεκδότου) παριστάνουν τους «τζάμπα» αντιευρωπαϊστές, κατά κανόνα από υστεροβουλία ή... μελαγχολία. Όταν αντιμετωπίζουν κατάματα τις συνέπειες των λεγομένων τους, τα «στρίβουν» ακαριαία και αναζητούν απελπισμένα κανένα ευρωπαϊστή στην περιοχή να τους σώσει... Είναι χαρακτηριστική από την άποψη αυτή η... εξάτμιση της αντιμνημονιακής ΝΔ και η απόγνωση με την οποία αντιμετώπισε η αριστερά το δημοψήφισμα-«δώρο» Παπανδρέου. Αν υπάρξει έξοδος της Ελλάδας από την Ευρώπη αυτή θα γίνει από «δεξιά», λόγω της πολιτικής πίεσης όσων -κατά την προσφυή έκφραση- «έχουν τα λεφτά τους στο εξωτερικό και τα χρέη τους στο εσωτερικό» και όχι από «αριστερά» -λόγω ενός κινήματος λαϊκής ή εθνικής χειραφέτησης όπως ονειρεύονται ορισμένοι... 

Τούτου λεχθέντος, το σημαντικότερο ερώτημα που θέτει ίσως η συγκυρία αφορά το αν ο Παπαδήμοςμπορεί όχι απλά να μην είναι Ανδρουτσόπουλος, αλλά να γίνει Καραμανλής -να γίνει δηλαδή η θρυαλλίδα που θα τινάξει στον αέρα τις καθεστωτικές ισορροπίες και θα «ανοίξει» τις πολιτικές εξελίξεις στη «νέα μεταπολίτευση»... Τίποτα δεν είναι λιγότερο σίγουρο. Αλλά από την άλλη, ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξε πολιτική διάταξη τόσο ευνοϊκή για να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο. Η μπάλα είναι στα πόδια του νέου πρωθυπουργού, η εστία βρίσκεται σε απόσταση βολής και η άμυνα μοιάζει εξουδετερωμένη1: από εκεί και πέρα βέβαια, το τι θα συμβεί είναι ζήτημα του ιδίου, των λιγότερο καθεστωτικών παραγόντων των δύο κομμάτων εξουσίας, των μικρότερων πολιτικών δυνάμεων, του λαϊκού παράγοντα και των Ευρωπαίων-δυτικών εταίρων μας. 

Τρίτον, επιβεβαιώνεται η μετατόπιση του κέντρου βάρους της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής προς τη δεξιά και η νομιμοποίηση της άκρας δεξιάς

Η αναλλοίωτη σχέση της άκρας αριστεράς με την κοινοβουλευτική δημοκρατία: σκίτσο του Γιάννη Ιωάννου από το...1977 

Εξαιρετικά σημαντικό είναι πως οι διαδικασίες που εξελίχτηκαν τις τελευταίες «πυκνές» πολιτικά ημέρες και οδήγησαν εν τέλει, περνώντας από «χίλια κύματα», στην επιβολή της λύσης Παπαδήμου, έγιναν ερήμην της αριστεράς -και χωρίς κανένας να ενδιαφέρεται για τη στάση της αριστεράς- ενώ αντιθέτως καταξίωσαν και ανέδειξαν ως πρωταγωνιστή της λύσης και παράγοντα σύνθεσης ολοκλήρου του πολιτικού συστήματος... την άκρα δεξιά (τον ΛΑΟΣ)! Εδώ υπάρχουν δύο (ξεχωριστά μεν, αλλά και απολύτως αλληλένδετα) πράγματα που πρέπει να προσέξουμε: η εξουδετέρωση της αριστεράς και του «νέου κέντρου» και η καταξίωση της άκρας δεξιάς.

Το τελευταίο διάστημα η αριστερά επέλεξε την τακτική της ρητορικής ριζοσπαστικοποίησης και της πεζοδρομιακής πολιτικής παρέμβασης, εκτιμώντας προφανώς πως αυτή είναι εκλογικά αποδοτικότερη.Η αριστερά εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει τι χρησιμότητα έχουν οι εκλογές «εκτός από του να μετράμε πόσοι είμαστε», κατά το προσφυές (και παμπάλαιο) σκίτσο τουΓιάννη Ιωάννου. Δεν κατανοεί πως το να μαζεύεις ψηφαλάκια διαμαρτυρίας είναι ένα πράγμα, το να συμβάλεις στην πολιτική εξέλιξη είναι κάτι άλλο. Δεν την απασχολεί καν η καταπληκτική απόσταση που αναδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις μεταξύ της εκλογικής της απήχησης (που πιθανό να ξεπερνά το 20%) και της πολιτικής της ανυπαρξίας, μιας που οι ίδιες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως μόνον το 1/10 των... ψηφοφόρων της τη θεωρεί ως... βέλτιστη κυβερνητική λύση! Εκτιμά ως σημαντικότερο πολιτικό μέγεθος το «πώς θα πάει το μαγαζί» αύριο, και όχι πώς θα επιβάλει τη χρησιμότητά της συνολικά στο πολιτικό σύστημα. Αλλά το πόσο θα πάρει η αριστερά στις εκλογές είναι αδιάφορο από τη στιγμή που δε συμμετέχει στις πολιτικές διεργασίες -ή δε δίνει απαντήσεις στο πρόβλημα διακυβέρνησης της χώρας. Και είναι και πρόσκαιρο, αφού τελικά η εκλογική απήχηση πάντοτε έρχεται «να κάτσει» στην πολιτική χρησιμότητα της κάθε κομματικής δύναμης.

Από την ίδια πάθηση μοιάζει να έχει προσβληθεί και το λεγόμενο «νέο κέντρο» (οι πάσης φύσεως μικρές ή μικρότερες πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται στην ευρωπαϊκή «αστική» πολιτικήκατηγοριοποίηση2 και επιδιώκουν αυτόνομη εκλογική καταγραφή και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση). Η «δημοκρατική αριστερά» (ΔΗΜΑΡ), η «δημοκρατική συμμαχία» (ΔΗΜΣΥΜ) ή οι «οικολόγοι πράσινοι» (ΟΠ) αρκέστηκαν να σχολιάζουν τα τεκταινόμενα, καλύτερα μεν ή χειρότερα, πάντως χωρίς να εμφανισθούν -έστω ως κομπάρσοι!- στην κεντρική πολιτική σκηνή και, το χειρότερο, χωρίς να λείψουν από κανέναν.

Είναι δείγμα των τεκτονικών αλλαγών που συμβαίνουν στην ελληνική πολιτική ζωή πως το κενό που άφησε η αριστερά και το «νέο κέντρο» το κάλυψε η ελληνική άκρα δεξιά, ο ΛΑΟΣ και οΓιώργος Καρατζαφέρης. Ασφαλώς οφείλουμε να πιστώσουμε τον πρόεδρο του ΛΑΟΣ με μεγάλες πολιτικές ικανότητες, αφού κατόρθωσε να μετατρέψει μια... τηλεοπτική εκπομπή σε επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων της χώρας! Με τρελό «ζουζούνισμα» από θέση σε θέση, με προσεκτική επιλογή πολιτικών ταλέντων ως συνεργατών του, με επικοινωνιακές και διαφημιστικές αρετές και πολιτική «μύτη», που διαβλέπει πού υπάρχει κάθε φορά κενό, με στιβαρή και συνθετική διεύθυνση του απίθανου κόμματός του, ο Γιώργος Καρατζαφέρης επηρεάζει την ελληνική πολιτική σκηνή πολύ περισσότερο από ό,τι θα έλπιζε -ή θα φοβούνταν- ο καθένας μας.

Από εκεί και πέρα όμως, το να μετατρέπεται η άκρα δεξιά σε συγκολλητική ουσία της... σοσιαλδημοκρατίας και της χριστιανοδημοκρατίας αποτελεί σταθμό στην πορεία νομιμοποίησης των ιδεών και των πολιτικών θέσεων της άκρας δεξιάς στην ελληνική κοινωνική και πολιτική ζωή και τη μετατρέπει σε «αξιοσέβαστη» πολιτική επιλογή για ένα ευρύτατο φάσμα πολιτών. Τα δύο μεγάλα κόμματα συνεργάστηκαν σε κυβερνητικό επίπεδο με το ΛΑΟΣ -αυτό πάει, έγινε και δεν ξεγίνεται! Το ό,τι μάλιστα αυτό συνέβη σε συνθήκες μετάβασης, όπως αυτές που βιώνει η Ελλάδα σήμερα, είναιιστορικής σημασίας και οφείλει να έχει κεντρική θέση στις αναλύσεις όλων των προοδευτικών, δημοκρατικών, αντιφασιστικών δυνάμεων στη χώρα! Το ζήτημα δεν είναι αν ο ΛΑΟΣ είναι «σκληρός»ή «ήπιος» διαχειριστής της ακροδεξιάς ατζέντας. Είναι πως η ακροδεξιά ατζέντα τίθεται στο επίκεντρο της πολιτικής εξέλιξης χωρίς να συναντά την παραμικρή αντίδραση, ούτε καν από τους κοινωνικά και οικονομικά φιλελεύθερους ή τους εκσυγχρονιστές! Κάτι ανάλογο συνέβη στη μεταπολίτευση, όταν ολόκληρος ο πολιτικός-ιδεολογικός μας βίος οργανώθηκε γύρω από τις ιδέες και τις θέσεις του κομμουνιστικού-κομμουνίζοντος λαϊκισμού. Το ότι ο λαϊκισμός αυτός απέκτησε μια «ήπια» έκφανση (το ΠΑΣΟΚ) και μια «σκληρή» (το ΚΚΕ) δεν αλλάζει το γεγονός πως η χώρα έχασε πολύτιμο χρόνο, σπατάλησε σπάνιες ευκαιρίες και στερήθηκε ανθρωπίνου δυναμικού υιοθετώντας την κοσμοαντίληψη, την ιδιόλεκτο και τη δογματική της άκρας αριστεράς.

Οι τελευταίες ημέρες έδειξαν πως είναι πολύ πιθανό η «νέα μεταπολίτευση» να γεννηθεί τελικά υπό τον αστερισμό της άκρας δεξιάς. Όπως άλλοτε ο Ανδρέας Παπανδρέου (και συμμετρικά σε σχέση με αυτόν), ο Γιώργος Καρατζαφέρης κατόρθωσε να «χωθεί» ανάμεσα στην «παραδοσιακή» δεξιά και την κεντροαριστερά. Έχει ασφαλώς πολύ δρόμο ακόμα για να ακολουθήσει ανάλογη πορεία με τον «Αντρέα» πάντως το πρώτο βήμα το έκανε! Και όπως άλλοτε ο ακροαριστερός λαϊκισμός ηγεμόνευσε αξιοποιώντας την ύπαρξη της «αξιοσέβαστης» πασοκικής εκδοχής του -δίπλα στις ριζοσπαστικά σταλινικές, το ΚΚΕ κ.ά, έτσι και σήμερα η άκρα δεξιά τείνει να διαμορφωθεί ως δίπολο του «αξιοσέβαστου» ΛΑΟΣ δίπλα στην ακραία «χρυσή αυγή»3.

Η αντιμετώπιση όμως μιας τέτοιας εξέλιξης έχει κυρίως ηθική και δευτερευόντως πολιτική διάσταση. Η από-ηθικοποίηση της πολιτικής είναι πολύ επικίνδυνο παιχνίδι, που το έχουμε παίξει πολύ καιρό με αποτελέσματα οφθαλμοφανώς καταστροφικά. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι δυνατό να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση Παπαδήμου από τη στιγμή που συμπεριλαμβάνει στις τάξεις της ακροδεξιά στοιχεία -και για όσο καιρό το κάνει. Αλλά για να γίνει με σοβαρότητα η αντιμετώπιση της άκρας δεξιάς, θα πρέπει πρωτίστως να έχει αυτοκριτική διάσταση: η συμμετοχή της άκρας δεξιάς σε μια κυβέρνηση ευρείας συνεργασίας οφείλεται κυρίως στο πολιτικό έλλειμμα και την ανευθυνότητα των προοδευτικών και όχι -ακόμα- στη δική της αυτόνομη επιρροή. Όλοι όσοι θεωρούν εθνικά επιβλαβή μια ακροδεξιά στροφή της κοινωνίας μας, και δεν θεωρούν απλά τον αντιφασισμό ως «βασιλική οδό» προς την πολιτική και κοινωνική τους αναγνώριση, οφείλουμε να συμπεράνουμε αμέσως πως η αποστασιοποίηση των προοδευτικών δυνάμεων από το πρόβλημα της διακυβέρνησης αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό -που πλέον θα το καλύπτει η άκρα δεξιά.

Τα παραπάνω διδάγματα από την πρόσφατη πολιτική εξέλιξη προσφέρονται για ορισμένα συμπεράσματα:

  • Το κομματικό καθεστώς είναι «χάρτινη τίγρη»: αυτή τη στιγμή η κεντρική πολιτική σκηνή είναι σχεδόν άδεια, και προσκαλεί τις πολιτικές δυνάμεις που θέλουν να παίξουν ρόλο σε πρωτοβουλίες μεγάλου βεληνεκούς, που να θέτουν το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας και της κυβερνητικής διεύθυνσης και όχι απλά της επιβίωσης ή της καταγραφής. Είναι με άλλα λόγια μια περίοδος που χρειάζεται επιθετική πολιτική παρέμβαση (που θα θέτει το ζήτημα της -εκ του μηδενός σχεδόν- πολιτικής, ιδεολογικής, κοινωνικής, παραγωγικής ανασύνθεσης της χώρας) και όχι αμυντική (που να προκρίνει την προάσπιση των παγιωμένων συμφερόντων και την πολιτική «καταγραφή»)
  • Η Ελλάδα παραμένει ριζικά δυτική χώρα: παρά τους απίστευτους κλυδωνισμούς της τελευταίας διετίας (και -ας ελπίσουμε- τους ισχυρότερους που θα ακολουθήσουν) η ελληνική κοινωνία είναι πλειοψηφικά μετριοπαθής, σώφρων και να αναζητεί λύσεις και προκοπή στο ευρωπαϊκό-δυτικό πλαίσιο. Επιθυμεί να παραμείνει στο σκληρό πυρήνα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και αναζητεί ξεκάθαρα ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις για να εμπιστευθεί.
  • Η απουσία προοδευτικής απάντησης στο πρόβλημα διακυβέρνησης της χώρας αφήνει ελεύθερο πεδίο ανάπτυξης στην άκρα δεξιά: καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί πια να μακροημερεύσει στο βαθμό που δεν απαντά σοβαρά, ρεαλιστικά και αξιόπιστα στο πρόβλημα διακυβέρνησης της χώρας. Ακόμα χειρότερα, κάθε αποστασία από το έργο αυτό εκ μέρους των προοδευτικών δυνάμεων δημιουργεί κενό που το καλύπτει η άκρα δεξιά, που αναδεικνύεται σε «αξιοσέβαστη» πολιτική δύναμη και θέτει υποψηφιότητα για την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία στη χώρα..



Σημειώσεις
1. Αν και από τους τρεις «σταθμούς παραγωγής»... συναίνεσης στο καθεστώς μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα (τα κόμματα εξουσίας, τα τηλεοπτικά μίντια και την ψυχαγωγική βιομηχανία), μόνο ο πρώτος μοιάζει εντελώς αποδυναμωμένος. Η ισχύς των μίντια μοιάζει ακλόνητη και συνεχίζουν να συντάσσουν μονομερώς την πολιτική ατζέντα. Όσο για τους Έλληνες «άπληστους ολιγάρχες», αν και έχουν υποστεί πλήγματα στον τομέα των δημοσίων σχέσεών τους (το ποδόσφαιρο και τη σόου-μπιζ), διαθέτουν πάντα την προοπτική της ληστρικής επέλασης στο δημόσιο πλούτο και κυρίως της εξόδου από το ευρώ, που αυτομάτως θα τριπλασιάσει τις κολοσσιαίες περιουσίες τους και θα παράγει ένα πολιτικό και ιδεολογικό κενό που θα είναι άριστα τοποθετημένοι ώστε να επιχειρήσουν να το καλύψουν 
2. Τη χριστιανοδημοκρατία, Το φιλελευθερισμό, την οικολογία, τη σοσιαλδημοκρατία, τη χριστιανοδημοκρατία (συν την -«ελληνικής κοπής»- ανανεωτική αριστερά) 
3. Τολμάμε να κάνουμε την πρόβλεψη πως η έκπληξη των επόμενων εκλογών θα είναι η είσοδος της «χρυσής αυγής» στο κοινοβούλιο ή πάντως η πολύ καλύτερη του αναμενομένου εκλογική της καταγραφή

Ο Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικό κείμενο και βαθυστόχαστη ανάλυση.
    Ας μου επιτραπεί το σχόλιο ότι είναι απαραίτητη η ενδυνάμωση των πολιτικών δυνάμεων της ορθολογικής πολιτικής διερεύνησης της πραγματικότητας, με ενστερνισμό των απόλυτα δημοκρατικών αξιών και της ευρωπαϊκής πολιτισμικής και πολιτικής κληρονομιάς στις προσεχείς εκλογές. Είναι το μεγάλο ζητούμενο έξω από την σημερινή πολιτική κυβερνητική παρένθεση και τις αψιμαχίες περί της συμμετοχής ή όχι της ΔΗΜ.ΑΡ. στην κυβέρνηση.
    Και ας μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση αυτή είναι αποτέλεσμα μιας εξωθεσμικής διεργασίας, στα όρια μιας ξεκάθαρα συνταγματικής εκτροπής και η οποία δεν δικαιολογείται από τις δύσκολες συνθήκες, δεν θα μπορούσε να έχει επικρότηση από άτομα-πολίτες που θέλουν να υπερασπίζονται θεσμούς και νομιμότητα, θεμελιώδεις αξίες δημοκρατίας, οι οποίες πρέπει να είναι σταθερές και ανατρέψιμες μόνο με επαναστατικό δίκαιο…Εκτός όλων των άλλων… τα οποία με δεξιότητα αναδεικνύει ο αρθογράφος.
    Παναγιώτης Κουτσοπίνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU