Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

"Τα λαμόγια στο Γουδί": Ή αλλιώς, πού αποτυγχάνει το μεταρρυθμιστικό μέτωπο

του Βαγγέλη Παπαβασιλείου
της Κλεονίκης Κηπουρού* 

Μια γραπτή συνεισφορά/παρέμβαση στο Ανοιχτό συνέδριο της Δράσης (λόγω απόστασης)

Υποστηρίζω ότι συγκολλητική ουσία στην προσπάθεια ενοποίησης του μεταρρυθμιστικού χώρου, αλλά και βασική προϋπόθεση για την απήχησή του στην κοινωνία είναι μια επιχείρηση τύπου καθαρά χέρια , όπως έλαβε χώρα στην Ιταλία στη δεκαετία του 1990, με στόχο να λάβουν τέλος οι ρυθμίσεις της ασυλίας, ανομίας, ασυδοσίας τμημάτων της ντόπιας ελίτ. Καταγράφω την αδυναμία του μεταρρυθμιστικού χώρου να αναλύσει ενδελεχώς το «λαϊκισμό για τις ελίτ» και να κάνει σημαία του την ανάγκη για ισονομία, λογοδοσία και τάχιστη απονομή δικαιοσύνης. 
Όταν "κράζουμε' τους αγανακτισμένους ως πρώην βολεμένους, οφείλουμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη μήπως είμαστε υπερβολικά επιεικείς με τους διεφθαρμένους της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Η εναλλακτική της επιχείρησης καθαρά χέρια είναι να κάνουν στην άκρη οι εκφραστές και ευνοημένοι των ρυθμίσεων του "λαϊκισμού για τις ελίτ" για να διευκολύνουν ένα συνασπισμό αριστερών και δεξιών μεταρρυθμιστών στα πρότυπα των αυτοδιοικητικών εκλογών 2010 στους δήμους Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Ένας συνασπισμός με αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να κινητοποιήσει τον κόσμο που είναι έτοιμος να υποδεχτεί το καινούργιο και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη λαίλαπα της Χρυσής Αυγής.
Έχουμε δίκιο... κι όμως αποτυγχάνουμε
Τι είναι αλήθεια αυτό που καθιστά λιγότερο ελκυστικό το μεταρρυθμιστικό μέτωπο στα μάτια του λαού; Γιατί εκείνοι τους οποίους με περισσή ευκολία αποκαλούμε λαϊκιστές επωφελούνται της λαϊκής αγανάκτησης; Που κάνουμε λάθος;
Ως μεταρρυθμιστικό μέτωπο δεν ορίζω μόνο ή στο σύνολό του απαραίτητα το φιλελεύθερο πόλο που έμεινε εκτός βουλής, Δράση και Φιλελεύθερη Συμμαχία, Δημοκρατική Συμμαχία (;), Δημιουργία Ξανά (;), στις τελευταίες εκλογές. 
Μεταρρυθμιστές είναι όλοι όσοι προτάσσουν την ανάγκη εκ βάθρων αναδιοργάνωσης της διοίκησης και της οικονομίας, του κοινωνικού κράτους και των θεσμών. 
Άλλοι από αριστερά κι άλλοι από δεξιά. 
Οπότε βάσει προγράμματος και δημόσιου λόγου και δράσης στο μεταρρυθμιστικό μέτωπο εντάσσω και τμήμα των Οικολόγων, της ΔΗΜΑΡ, κάποιες φωνές του ΠΑΣΟΚ που δεν εξελέγησαν, και άλλες ομάδες της κεντροαριστεράς. Και πέριξ αυτών και των διανοούμενων που στηρίζουν το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα, ίσως περισσότερο συνειδητοποιημένος και σίγουρα πιο διψασμένος από τους δυνάμει εκπροσώπους του, βρίσκεται ένας ολόκληρος κόσμος που συνασπίστηκε και έφερε το καινούργιο στους δήμους Αθηνών και Θεσσαλονίκης πριν δυο χρόνια.
Όλο αυτό το μέτωπο στις πρόσφατες εκλογές ηττήθηκε κατά κράτος από τις δυνάμεις του κατεστημένου (ΝΔ και ό,τι έμεινε απ’ το ΠΑΣΟΚ) της ριζοσπαστικής και λαϊκιστικής αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), της λαϊκιστικής δεξιάς (Ανεξάρτητοι Έλληνες), και του σκότους (Χρυσή Αυγή). Εκεί εναπόθεσε η πλειοψηφία των πολιτών τις ελπίδες της ή τους φόβους της για το ξεπέρασμα της κρίσης.
Γιατί; 
Γιατί δεν είναι αρκετά ή σε αρκετούς ελκυστικό το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα; Τι φταίει; 

Για να το απαντήσουμε, ας περιδιαβούμε σχηματικά την πορεία του λαϊκισμού στη χώρα μας με έμφαση στις δύο τελευταίες δεκαετίες.
Ο λαϊκισμός στην Ελλάδα έχει ρίζες στην πρώτη περίοδο της ανεξαρτησίας και ...
εκτείνεται μέχρι σήμερα. Ξεκινά από τους κοτζαμπάσηδες που δολοφόνησαν τον Καποδίστρια για να διατηρήσουν τα μικρά αλλά ισχυρά τοπικά φέουδά τους και επιβεβαιώνεται με την πτώση του Κώστα Καραμανλή από την εξουσία, όταν ως ύστατη προσπάθεια υστεροφημίας επιχείρησε να απεμπλακεί από το λαϊκισμό κι έχασε τις εκλογές του 2009 από το σύνθημα ‘λεφτά υπάρχουν’.
Ο λαϊκισμός χαρακτηρίζεται από τα εξής. Συναινέσεις αν όχι σφιχταγκαλιασμοί μεταξύ των μικρών και μεγάλων συμφερόντων, εξ’ ορισμού τάση να επιλέγουμε την ευκολότερη και λιγότερο σταθερή λύση στα διάφορα προβλήματα, διαιώνιση των συγκρούσεων στη βάση της νομής των κρατικών πόρων κι όχι στη βάση της αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου, εύνοια προς τους εισοδηματίες – προσοδοθήρες κατά τους Πελαγίδη-Μητσόπουλο – έναντι των παραγωγών πλούτου, αγωνία για το βραχυπρόθεσμο και ολιγωρία, που πήρε εγκληματικές διαστάσεις, απέναντι στις προκλήσεις που ορίζουν και συγκροτούν το μακροπρόθεσμο.
Κορύφωση του λαϊκισμού είναι η αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου από το ειδικό δικαστήριο. Χωρίς να θέλω ή να κατέχω το θέμα για να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες, η αθώωση και αποκατάσταση στην πολιτική ζωή του Ανδρέα Παπανδρέου εμπεδώνει την αντίληψη ότι όλα επιτρέπονται, ότι κάνε βρε παιδί μου και κανένα δώρο και στον εαυτό σου, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια (δραχμές τότε). 
Μετά την αθώωση Παπανδρέου, τίποτα δεν είναι το ίδιο. 
Ο λαϊκισμός ποτίζει μέχρι το μεδούλι την ελληνική κοινωνία, μετασχηματιζόμενος στην κοινή πεποίθηση ότι όποιος μπορεί και καταφέρνει να επωφελείται από διευθετήσεις και ρυθμίσεις της ασυδοσίας σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα είναι μάγκας, όποιος μένει εκτός των διευθετήσεων νομής του δημόσιου πλούτου είναι βλάκας.
Το δίπολο μάγκας Vs βλάκας (ή κάτι παρόμοιο πιο λαϊκά, από αυτά τα λαϊκά στα οποία έχουμε αλλεργία οι μεταρρυθμιστές, αλλά τα οποία ορίζουν το ποιος κυβερνά, οπότε δεν αρκεί να τα ξορκίζουμε, δεν αρκεί να χαρακτηρίζουμε αμόρφωτους τους Χρυσαυγίτες, οφείλουν οι μεταρρυθμιστές να προτάξουν την πραγματιστική εναλλακτική τους σε επαφή με την κοινωνία) ορίζει την κοινωνική ζωή καθ’ όλη τη διάρκεια του 1990 και της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. 
Και αναπαράγεται με ρυθμίσεις που το ενισχύουν. 
Όσοι χτίζουν αυθαίρετα νεμόμενοι το δημόσιο χώρο επιβραβεύονται από την εκ νέου ένταξη των περιοχών στο σχέδιο πόλης. Αποκτούν ιδιωτική περιουσία καταπατώντας τη δημόσια. Και η ρύθμιση στο νομοθετικό επίπεδο τους αναγάγει σε μάγκες ολκής. 
Οι επιχειρηματίες της εισφοροδιαφυγής επιβραβεύονται με διευθετήσεις, διαγραφές και ρυθμίσεις χρεών. Καταλήγουν να χρωστούν τα μισά και ούτε κι αυτά αποπληρώνουν. Η φοροδιαφυγή γίνεται νόμιμη μέσω της περαίωσης. Όσοι δε συμμετέχουν είναι βλάκες, είτε το κάνουν από πεποίθηση είτε διότι βρίσκονται σε θέσεις (εργαζόμενοι ιδιωτικού τομέα) που έχουν αποκλειστεί από το πάρτυ. Και για εκείνους ισχύει κρυστάλλινα και καθαρά ότι όλοι μαζί οι υπόλοιποι τα φάγανε. Ίσως να τους πετούσαν και κανένα ξεροκόμματο.
Ωστόσο δεν υφίσταται χωρίς αντιστάσεις ο λαϊκισμός. Αμφισβητείται από τον εκσυγχρονισμό του κ. Σημίτη, στα πρώτα στάδια. Στη συνέχεια, υιοθετείται de facto και από την κυβέρνηση Σημίτη ως μοναδικός τρόπος επιβίωσης του πασοκικού κομματικού συστήματος. 
Το λαϊκιστικό κράτος, οι ρυθμίσεις της ασυλίας και της ασυδοσίας για πολιτικούς και πολίτες, για ζάμπλουτους που εποικίζουν τη Μύκονο και μεροκαματιάρηδες που έχτισαν ένα «καμαράκι» στη Χαλκιδική, καθίσταται από τη δεύτερη τετραετία Σημίτη άρρηκτα δεμένο με την επιβίωση των δύο (πρώην) κομμάτων εξουσίας. 
Αυτό φαίνεται να το κατανοεί καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον ο κ. Κώστας Καραμανλής. Παρά τις αναφορές σε αρχιερείς της διαπλοκής και νταβατζήδες, ο λαϊκισμός την περίοδο αυτή ενδυναμώνεται. Και όπου η δράση υπερτερεί της αδράνειας αναπαραγωγή των ίδιων διευθετήσεων με πιο φιλελεύθερο πρόσημο. 
Παράδειγμα η ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής: η εθελούσια συνταξιοδότηση των ατόμων ακόμη και σαραντάρηδων συνεπάγεται την υποχρεωτική επιβάρυνση του συνόλου.
Όλα αυτά τα παρατηρεί ο μεταρρυθμιστικός χώρος εδώ και χρόνια, η ανανεωτική αριστερά τουλάχιστον εδώ και τρεις δεκαετίες. Κι όμως, ενώ αποτελούν κοινή πεποίθηση και τα κατανοεί ο μέσος ψηφοφόρος, οι μεταρρυθμιστές αποτυγχάνουν να πείσουν. Και δε νομίζω ότι ισχύει πια το ‘μας αγαπούν, αλλά δε μας ψηφίζουν’, που έλεγε ο Λεωνίδας Κύρκος. Αλλά τότε, τι ισχύει;
Πού αποτυγχάνουν οι μεταρρυθμιστές; 

Οι αγανακτισμένοι στο εδώλιο

Ο λαός, με ή χωρίς εισαγωγικά, κατανοώντας βαθιά και με οδυνηρό τρόπο το ένα σκέλος του λαϊκισμού, την ασυλία των ισχυρών, και έχοντας χάσει την πρόσβαση στους πόρους που το σύστημα του εξασφάλιζε και του υποσχόταν (λεφτά υπάρχουν) όλα τα προηγούμενα χρόνια, θέλει να κατεδαφίσει την ελίτ στα ίδια υπόγεια που η ελίτ τον έστειλε χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, με την υπογραφή του πρώτου μνημονίου. Το πάρτυ γίνεται exclusive κι ο λαός που αποκλείστηκε από αυτό βγαίνει στο Σύνταγμα. Η 25η Μαΐου 2011 είναι η αποφράδα μέρα για το λαϊκισμό, η μέρα όπου η εκρίζωσή του από τα ελληνικά πράγματα καθίσταται αναγκαία για την εδραίωση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής σε στέρεες βάσεις, σε μια νέα εμπιστοσύνη μεταξύ αρχόντων και αρχομένων.
Η ανάλυση της ‘αγανάκτησης’ από το μεταρρυθμιστικό χώρο είναι εξονυχιστική ήδη από τις πρώτες ημέρες της κατάληψης στο Σύνταγμα. Αρθρογράφοι, δημοσιολόγοι στον τύπο και σε blogs ευρύτερα συνδεδεμένοι με το κεντρώο, φιλελεύθερο, εκσυγχρονιστικό πολιτικό χώρο καταπιάνονται με πάθος με τους αγανακτισμένους. 
Η συγκρότηση της ‘αγανάκτησης’ από τους πρώην κερδισμένους (μόνο ή έτσι συμφέρει τη συγκεκριμένη ανάλυση;) των διευθετήσεων του λαϊκισμού τονίζεται από όλους. Οι αναλυτές αυτοί διαβλέπουν ότι η ‘αγανάκτηση’ έβγαλε από την τρύπα του το φίδι, το καταχωνιασμένο στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, το οποίο απειλεί το δημοκρατικό πολίτευμα. Ή περίπου.
Αυτό που διέφυγε της προσοχής μας ήταν το δεύτερο κεντρικό στοιχείο της ‘αγανάκτησης’. Διότι η ‘αγανάκτηση’ πατάει σε δύο πυλώνες και βλέποντας και αντικρούοντας μόνο τον πρώτο δεν την αντιπαρέρχεται κανείς παρά προσωρινά. Πατάει και στις δύο όψεις του λαϊκισμού. 
Τη μία, την εύνοια προς πολλά μεσαία στρώματα μέσω των φτηνών δανεικών την ξεσκέπασε ο μεταρρυθμιστικός χώρος στα γραπτά του, ενώ τη νεκρώνουν σιγά σιγά οι περικοπές και τα φοροεισπρακτικά μέτρα επί δικαίων και αδίκων. 
Τη δεύτερη όψη του λαϊκισμού, την εύνοια προς την ελίτ, πολιτική, οικονομική, δεν την έχουμε σχεδόν αγγίξει. 
Το σύνθημα ‘τα λαμόγια στο Γουδί’ το επιλύουμε επιφανειακά, κατηγορώντας για φασισμό όσους το ανασύρουν. Την ουσία του συνθήματος αρνείται ο μεταρρυθμιστικός χώρος να την αντικρύσει κατάματα. 
Την εξοργιστική ασυλία και ασυδοσία τμημάτων της οικονομικής, πολιτικής και μιντιακής ελίτ εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Και μάλιστα μια ασυλία που τη νομοθετούν, την εκδικάζουν και τη διαφυλάττουν σαν κόρη οφθαλμού οι ίδιες ακριβώς ομάδες, οι ίδιοι άνθρωποι. 
Αυτές οι «1000 μεγαλοπαρέες, οι οποίες άλλοτε συνεργάζονται και άλλοτε συγκρούονται διεκδικώντας μερίδια που δεν τους ανήκουν, από τον πλούτο μιας χώρας που πάει πότε πότε να ανοίξει τα φτερά της για να πετάξει και την κρατάνε καθηλωμένη στο έδαφος, δεν την αφήνουν» .
Με αυτό πρέπει να αναμετρηθεί ο μεταρρυθμιστικός χώρος και μάλιστα σύντομα.
Τι πρέπει να γίνει;
Η μεταρρύθμιση επαγγέλεται τη δημιουργία θεσμών που θα μας τραβήξουν από το μαύρο μας το χάλι και θα φτιάξουμε επιτέλους κράτος επιτελικό, αμερόληπτο, δίκαιο και εξίσου αυστηρό προς όλους. Ωστόσο για να της δώσουν οι συμπολίτες μας την ευκαιρία να συστήσει εκ νέου το κράτος, η μεταρρύθμιση θα πρέπει να προτάξει την κατακρήμνιση από τη δημόσια ζωή των τμημάτων της ελίτ που εκμεταλλεύθηκαν αν δεν εδραίωσαν με τη δράση τους τις ρυθμίσεις της ανομίας και ασυλίας. Αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. 
Αλλά, ίσως θα πρέπει να ξεπεράσουμε τη ρήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ότι τους πολιτικούς (και τους επιχειρηματίες και τους ανώτατους κρατικούς λειτουργούς) δεν τους στέλνεις φυλακή, αλλά σπίτι τους.
Οι πολίτες στις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 γιόρτασαν την πτώση των δύο πρώην κομμάτων εξουσίας και κατεξοχήν φορέων ενίσχυσης του λαϊκισμού. Στις εκλογές τις 17ης Ιουνίου 2012 ένα σημαντικό μέρος των συμπολιτών μας εναπόθεσε τις ελπίδες του σε μια πραγματιστική συμμαχία ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ. 
Ωστόσο η συμμαχία αυτή δε δείχνει διατεθειμένη ή ικανή να φέρει εις πέρας μεταρρυθμιστικό έργο, ενώ συμπεριλαμβάνει στους κόλπους της ή έστω ανέχεται και συνυπάρχει με τμήματα της πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής ελίτ που έχουν στηρίξει ρυθμίσεις του λαϊκισμού, έχουν ίσως επωφεληθεί από αυτές. 
Αυτή η πραγματικότητα σε συνδυασμό με την ανιστόρητη και ατελέσφορη στάση των Ευρωπαίων εταίρων, πιθανόν να οδηγήσουν τους συμπολίτες μας να φέρουν στη θέση των παλιών λαϊκιστών, άλλους καινούργιους. Εάν κάποιος υποσχεθεί στο λαό ότι θα τον ξανακαλέσει στο πάρτυ, ίσως και να δελεαστεί, ίσως και να πειστεί ότι το πάρτυ μπορεί να συνεχιστεί άκοπα.
Για να γίνει πιο δελεαστική η αφήγηση της μεταρρύθμισης οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι θα διευκολύνουμε με κάθε μέσο την πτώση του λαϊκισμού για τις ελίτ, του δεύτερου πυλώνα της αγανάκτησης. Να κάνουμε και δική μας σημαία την ισονομία, τη λογοδοσία, την απόδοση ευθυνών, τη δέσμευση λογαριασμών και τη δήμευση των περιουσιών όσων κατέκλεψαν το δημόσιο. όχι μόνο εκείνων που λάμβαναν παράνομα επιδόματα, αλλά και αυτών που τους τα έδωσαν κατ’ αρχήν και διευκόλυναν το αλισβερίσι. 
Και πρώτα από όλα εκείνων των στρωμάτων που φοροδιαφεύγουν συστηματικά, ζουν από το καθεστώς της αδιαφάνειας στις δημόσιες προμήθειες και συντηρούν αυτό το καθεστώς σε κάθε επίπεδο, από την τοπική αυτοδιοίκηση μέχρι το οποιοδήποτε περιφερειακό νοσοκομείο.
Οι αρχές της ισονομίας, λογοδοσίας και τάχιστης απονομής δικαιοσύνης πρέπει να ενταχθούν ως οργανικό τμήμα στο μεταρρυθμιστικό πρόταγμα. Αλλιώς το τελευταίο φαντάζει κενό νοήματος για τους πολίτες ή νοηματοδοτείται ως ισοπέδωση προς τα κάτω για τους πολλούς, ενώ οι λίγοι συνεχίζουν το πάρτυ. 
Με το να μην καταπιανόμαστε με αυτές τις συνιστώσες του πολιτικού προβλήματος εδραιώνεται η απόσταση μεταξύ λαού και ελιτιστών μεταρρυθμιστών που δεν έχουν διάθεση να ασχοληθούν με τα ποταπά της απονομής δικαιοσύνης και τους ενδιαφέρει μόνο το ακριβές περιεχόμενο ή αλλιώς ‘πρόσημο’ των μεταρρυθμίσεων. 
Οφείλουμε να προσθέσουμε την τάχιστη απονομή δικαιοσύνης στο πρόταγμα της μεταρρύθμισης. Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί οι εναλλακτικές (αυτοδικία, ενίσχυση της ακροδεξιάς, Γουδιά και εκτελέσεις, ελικόπτερα φυγής) φαντάζουν τρομακτικές και σε καμία περίπτωση δεν ευνοούν το μεταρρυθμιστικό πλαίσιο για μια Ελλάδα ισότιμο μέλος της Ευρώπης και του αναπτυγμένου κόσμου.
Στις αρχές Δεκεμβρίου 2012 η Δράση καλεί σε ανοιχτό συνέδριο του μεταρρυθμιστικού χώρου. Χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς προϋποθέσεις. Η κ. Αντιγόνη Λυμπεράκη πρόσφατα σε άρθρο της στην Athens Voice τονίζει την ανάγκη για συνεργασία χωρίς να στεκόμαστε στο ‘πρόσημο’. Τα θεμέλια της συνεργασίας υπάρχουν. 
Όπως γράφει η κ. Λυμπεράκη:
‘Η δική μου ιστορία δεν είναι πρωτότυπη. Έχει παιχτεί πολλές φορές στα σινεμά της ιστορίας. Και στα «κεντρικά» και στα «συνοικιακά». Στις διάφορες παραλλαγές της, την κρίσιμη στιγμή λενινιστές αγωνίζονται για τη δημοκρατία. Διεθνιστές συμμετέχουν σε πολέμους. Σοσιαλιστές δίνουν μάχες υπέρ των αστικών θεσμών. Ετεροφυλόφιλοι μάχονται για τα δικαιώματα ομοφυλοφίλων, φεμινίστριες για εκπροσώπηση σε χώρους εχθρικούς, φτωχοί για την εμπέδωση τραπεζικής πίστης, και φιλελεύθεροι για τα δικαιώματα ανελεύθερων μειοψηφιών.’
Ή πιο απλά, ας φτιάξουμε πρώτα κράτος δικαίου, και ανταγωνιζόμαστε μετά στο πεδίο αναδιανομής του πλούτου .
Αλλά δε μας λέει η κ. Λυμπεράκη και κανείς άλλος από το μεταρρυθμιστικό μέτωπο: πώς θα απευθυνθούμε στην κοινωνία; 
Από τα πάνω; 
Ως άλλοι διαφωτιστές θα έρθουμε να συζητήσουμε σε καφενεία στα χωριά για το ασφαλιστικό και τις μεταρρυθμίσεις; 
Και τι απαντούμε σε όσους λένε ότι οι Χρυσαυγίτες έχουν τουλάχιστον καθαρά χέρια; Ότι οι πολιτικοί και ιδίως το κράτος της Αθήνας τα τρώνε; 
Τι απαντούμε στο πώς θα διαχειριστούμε τα λαμόγια; Επιτρέπεται να αφήνουμε το πεδίο ανοιχτό στη Χρυσή Αυγή (ή σε όποιον άλλον) να αλωνίζει, να επικαλείται και να εφαρμόζει την αυτοδικία ελλείψει δικαιοσύνης; 
Σε τι κράτος, με τι θεσμούς και από ποιους ανθρώπους θα δρομολογηθούν οι μεταρρυθμίσεις; 
Εάν τρομάζει το σύνθημα ‘τα λαμόγια στο Γουδί’ οι μεταρρυθμιστές οφείλουν να δώσουν τη δική τους πειστική, εναλλακτική λύση για το πού πρέπει να πάνε τα λαμόγια και πώς ακριβώς θα πραγματοποιηθεί αυτό.Πώς; Επιχείρηση καθαρά χέρια!
Διαβάζοντας για την ‘Επιχείρηση καθαρά χέρια’ στην Ιταλία της δεκαετίας του 1990 δεν μπορεί κανείς παρά να την αντιπαραβάλει με την κατάσταση στην Ελλάδα των δύο τελευταίων δεκαετιών. Ο κυνισμός του Bettino Craxi, ότι όλα τα κόμματα ακολουθούσαν τακτικές παράνομης χρηματοδότησης θυμίζει τη λαϊκή ρήση της ‘αγανάκτησης’ ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι. 
Εισαγγελείς τύπου Antonio Di Pietro έχουμε, αλλά ακόμη δεν έχουν τολμήσει να αμφισβητήσουν τη διαφθορά των φορέων της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, της διοίκησης και του επιχειρηματικού κόσμου. 
Στην Ιταλία ο επιχειρηματικός κόσμος είναι μπλεγμένος μέχρι το μεδούλι στις υποθέσεις διαφθοράς που αποκαλύπτονται η μία μετά την άλλη. Πέφτουν ο ένας μετά τον άλλον, πολιτικοί, επιχειρηματίες. Ο πρόεδρος της Eni αυτοκτονεί. 
Στην Ελλάδα, πέρα από τις αυτοκτονίες εκατοντάδων συμπολιτών μας που αποδίδονται στην ύφεση, την ανεργία και τις χρεωκοπίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, μία συγκεκριμένη αυτοκτονία ή «αυτοκτονία» ίσως σε μελλοντικές αναλύσεις να σηματοδοτεί την αρχή του τέλους για το λαϊκισμό για τις ελίτ: αυτή του Κώστα Τσαλικίδη, στελέχους της Vodafone Hellas, που σχετίζεται με τις υποκλοπές τηλεφώνων μελών της κυβέρνησης την περίοδο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της Ολυμπιάδας 2004.
Οπότε εύλογα αναρωτιόμαστε. Μήπως μια επιχείρηση τύπου καθαρά χέρια είναι αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα αυτή τη στιγμή; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι με την άμεση υπαγωγή στη δικαιοσύνη και άρση κάθε ασυλίας για τους φερόμενους ως εμπλεκόμενους σε υποθέσεις και ‘σκάνδαλα’ που έμειναν στα συρτάρια (Siemens, υποκλοπές, δημόσιες προμήθειες και άλλα), τουλάχιστον θα αποκατασταθεί το αίσθημα περί δικαίου των συμπολιτών μας. Μήπως μια επιχείρηση καθαρά χέρια είναι αναγκαία για τη μετάβαση στη λεγόμενη Δ’ Ελληνική Δημοκρατία;
Εύλογα θα αντιταχθεί κανείς ότι στο τέλος της ‘επιχείρησης καθαρά χέρια’ στην Ιταλία έχουμε την άνοδο του Μπερλουσκόνι. Κατακρημνίζοντας τους πολλούς εκφραστές του λαϊκισμού, τι διασφαλίζει ότι δε θα ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου για έναν Έλληνα Μπερλουσκόνι που θα μας κάνει να τρίβουμε τα μάτια μας για το τέρας που δημιουργήθηκε στις στάχτες του προηγούμενου; Ποια εγγύηση έχουμε ότι δε θα συμβεί κάτι τέτοιο;
Η απάντηση είναι καμία. Αλλά δε μένουν και πολλές άλλες επιλογές. 
Για την ακρίβεια μένει η εξής μία. 
Η μέσω ενός μεταρρυθμιστικού μετώπου αντιγραφή των πειραμάτων Καμίνη και Μπουτάρη (χωρίς να μένω στα πρόσωπα καθ’ εαυτά, αλλά σε αυτό που συμβόλισαν, το συνασπισμό αριστερών και δεξιών μεταρρυθμιστών με ατζέντα που μπόρεσε να κινητοποιήσει τους πολίτες) των αυτοδιοικητικών εκλογών στο επίπεδο διακυβέρνησης της χώρας. 
Όπως το πείραμα Καμίνη στην Αθήνα φαινόταν αδύνατο να έχει θετική έκβαση ένα μήνα πριν τις αυτοδιοικητικές εκλογές, ενώ για το εγχείρημα Μπουτάρη ο μητροπολίτης Άνθιμος στοιχημάτιζε τη ζωή του (!) ότι δε θα επιτύχει, έτσι και οι πιθανότητες ενός μεταρρυθμιστικού μετώπου με όμοια χαρακτηριστικά μοιάζουν μικρές. Όχι όμως ελάχιστες, δεδομένου ότι υπάρχει ο κόσμος να το στηρίξει. κυρίως στα δύο μητροπολιτικά αστικά κέντρα – στην επαρχία απαιτείται πολλή δουλειά, χωρίς και πάλι να αποτελεί ενιαίο σύνολο με όμοια χαρακτηριστικά όλη η επαρχία.
Για να συνταχθεί με το μεταρρυθμιστικό μέτωπο αυτός ο κόσμος έχει σημασία το με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις. Με ποια πρόσωπα. Ποια θα είναι η ανθρώπινη συγκολλητική ουσία στη συνεργασία των μεταρρυθμιστών. 
Αρκεί ο στόχος παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Αυτό το οποίο κατέθεσε ως μοναδική προϋπόθεση κυβέρνησης συνεργασίας ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος το βράδυ των εκλογών του Μαΐου 2012; Αυτό το οποίο καταγράφει ως υπαρξιακή αγωνία για τη χώρα η κ. Αντιγόνη Λυμπεράκη στο κάλεσμά της προς όλους τους μεταρρυθμιστές για συνεργασία; Ο κ. Βενιζέλος, εμπνευστής του νόμου περί ευθύνης υπουργών και της αντίστοιχης συνταγματικής διάταξης, ο οποίος ως υπουργός άμυνας διαβεβαίωνε τους ιπτάμενους ότι θα τους δώσει από την πίσω πόρτα τα επιδόματα που περικόπτονταν, ποια θέση έχει στο κάλεσμα της κ. Λυμπεράκη; 
Στο σχήμα των Ματσαγγάνη, Σιακαντάρη και Σκάλκου για ένα συνταγματικό τόξο (σε άρθρο που έγραψαν τον Μάιο 2012) έχει θέση; 
Όλοι οι καλοί «υπέρ Ευρώπης, πίστεως και πατρίδος» χωράνε;
Κι από την άλλη αναρωτιέται κανείς. Ακόμη κι αν υπάρξει συναίνεση στο στόχο να αποκλειστούν όσοι ενίσχυσαν τις ρυθμίσεις του λαϊκισμού πώς θα επιτευχθεί αυτό; 
Όπως συνέβη τον Οκτώβριο 2010. 
Απλώς θα κληθούν να κάνουν στην άκρη. De facto. 
Όπως έκανε στην άκρη το βαθύ ΠΑΣΟΚ στους δήμους Αθήνας και Θεσσαλονίκης και βγήκαν στην επιφάνεια τα πιο δυναμικά στρώματα της κοινωνίας. Στην Αθήνα, μάλιστα, η δίψα του κόσμου για το καινούργιο επιβεβαιώθηκε και με την έκπληξη από το σχήμα του Γιώργου Αμυρά. Τέτοιες δυνάμεις που έχουν άμεση και αμεσολάβητη επαφή με την κοινωνία πρέπει και μπορούν να αναδειχτούν στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Το βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Η λύση της ‘επιχείρησης καθαρά χέρια’ είναι η συγκρουσιακή, η οποία μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τον Έλληνα Μπερλουσκόνι (ή Πούτιν, κατά Γιανναρά). Η λύση του να κάνουν στην άκρη από μόνοι τους οι πολιτικοί που εκφράζουν το παλιό, και κυρίως εκείνοι που εξέθρεψαν το τέρας του λαϊκισμού είτε διά των πράξεων είτε δια των παραλείψεών τους, είναι η λύση της συναίνεσης. Ίσως να είναι δυσκολότερη, δεδομένου ότι το διακύβευμα είναι μεγάλο. 
Η λύση της αδράνειας είναι πάντως η πιο καταστροφική. Και το μόνο που θα μπορούσε να την εξηγήσει είναι το έλλειμμα ενστίκτου αυτοσυντήρησης της πολιτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας, το οποίο είναι αξιοθαύμαστο. Κάτι που θα το συζητάνε οι ιστορικοί του μέλλοντος όταν θα προσπαθούν κάτω από τα ερείπια να διαβάσουν τι συνέβη στην Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα.
ΥΓ. Το Μάιο του 2011 ήμουν κι εγώ στο Σύνταγμα.

Αναφορές
Χρήστος Γιανναράς, «Ο ονειρικός Έλληνας Πούτιν», Καθημερινή, 14/09/2008
Κώστας Καρακούσης, Μετέωρη Χώρα: Από την κοινωνία της ανάγκης στην κοινωνία της επιθυμίας 1975-2005, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006
Στέφανος Κασσιμάτης (Φαληρεύς), «Ο δρόμος προς την οχλοκρατία», Καθημερινή, 2/06/2011
Αντιγόνη Λυμπεράκη, «Λέμε στους εαυτούς μας ιστορίες», Athens Voice, 6/11/2012
Πάσχος Μανδραβέλης, «Δάσκαλε τι δίδασκες;», Καθημερινή, 2/06/2011
Πάσχος Μανδραβέλης, «Τα παιδιά της μεταπολίτευσης», Καθημερινή, 4/06/2011
Τάκης Μίχας, «Πού ήσουν αγανακτισμένε;,» Protagon, 3/06/2011
Δημήτρης Σκάλκος, Γιώργος Σιακαντάρης και Μάνος Ματσαγγάνης, «Το ζητούμενο της επόμενης μέρας», Προοδευτική Πολιτική ppol, 10/05/2012
Το Ελληνάκι, «Έλα να αγανακτούμε ντάρλινκ», 26/05/2011
Το Ελληνάκι, «Αγανακτισμένοι πολλών ταχυτήτων», 30/05/2011
Το Ελληνάκι, «Μια ύστατη ψύχραιμη άποψη», 3/06/2011
Δημήτρης Φύσσας, «Ο (συγκαλυμμένος;) αντιδυτικισμός ως αίτιο λαϊκής συνέγερσης», Athens Voice, 06/06/2011


*Η Κλεονίκη Κηπουρού είναι υποψήφια διδάκτορας στο πανεπιστήμιο Wageningen στην Ολλανδία με θέμα τις διεθνείς πολιτικές για τη ρύθμιση της αγοράς φυτοφαρμάκου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ελληνική επαρχία – Ηράκλεια Σερρών. Σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες στα πανεπιστήμια Μακεδονίας και Warwick και έχει εργαστεί στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες στη διαχείριση Ευρωπαϊκών έργων και σε θέματα αγροτικής πολιτικής (πιο πριν εργάστηκε ως τηλεφωνήτρια, σερβιτόρα, διανομέας φυλλαδίων, και εκπρόσωπος περιβαλλοντικής οργάνωσης στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας).

*από την σελίδα του The Books' Journal στο facebook
*Σημείωση: το κείμενο αναρτάται χωρίς τις παραπομπές και τις υπογραμμίσεις. Για πλήρη, επεξεργασμένη ανάρτηση, σε λίγες μέρες στο booksjournal.gr

1 σχόλιο:

  1. περίπου τα ίδια λέει και ο κ. Τσίπρας
    http://www.left.gr/article.php?id=15672

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU