Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Επέκταση ή κατεδάφιση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Αφίσα των ολλανδών πράσινων groenlinks
Εμπόδια και μονοπάτια μιας δημοκρατικής και κοινωνικής εμβάθυνσης της ολοκλήρωσης

του Δημήτρη Γουμάγια, 
μέλους των Bündnis 90/Die Grünen                                   Βερολίνο Δεκέμβρης 2013                                                

-Το ότι ακόμη δεν έχει ξεπεραστεί η κρίση στην Ευρωζώνη, οι αρνητικές κοινωνικές αλλά και οι προβληματικές συνέπειες δημοκρατικής πολιτικής της πρόσφατης "πολιτικής διάσωσης", έχουν κεντρίσει συζητήσεις στον τομέα της επιστήμης και της πολιτικής για θεμελιώδεις στρατηγικές αποφάσεις κατεύθυνσης, μεταξύ μιας κατεδάφισης ή την περαιτέρω επέκταση του συστήματος ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

-Σε αυτό το πλαίσιο, το παρόν κείμενο επιχειρεί να δείξει , ότι και γιατί η κατεδάφιση, δηλαδή η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα και η δημιουργία ενός ΄΄ευρωπαϊκού συστήματος ΄΄Bretton Woods΄΄ δεν αποτελεί λύση, έστω και αν τα επιχειρήματα των επικριτών της τρέχουσας διαδικασίας ολοκλήρωσης για το ενιαίο νόμισμα και τις συνέπειες της προηγούμενης διαδρομής της διαχείρισης των κρίσεων, θα πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά.

-Έτσι λοιπόν, κοιτάζοντας στις ιστορικές εμπειρίες στη διαδρομή της ολοκλήρωσης, θα εξεταστούν τα διαρθρωτικά και πολιτικά εμπόδια μιας εμβάθυνσης της ολοκλήρωσης, που παρ 'όλα αυτά δεν θεωρούνται ανυπέρβλητα. Αυτό ακόμη πιο πολύ, καθώς προτάσεις μεταρρυθμίσεων και επέκτασης της ολοκλήρωσης έχουν εγκαταλείψει ήδη τα ακαδημαϊκά σαλόνια και καθορίζουν την πολιτική ατζέντα στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάση της οποίας δεν τίθεται προς συζήτηση το ΄΄αν΄΄ θα γίνουν βήματα εμβάθυνσης, αλλά το ΄΄πως΄΄ θα γίνουν.

-Στο πλαίσιο αυτού του ορίζοντα αναφοράς θα γίνει στο τέλος προσπάθεια να σκιαγραφηθούν πια μονοπάτια εμβάθυνσης μπορούμε να ακολουθήσουμε στο χρόνο και σε σκοπό και ποιες προγραμματικές εργασίες θα πρέπει να γίνουν στις προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές, ώστε να έρθουμε πιο κοντά στους στόχους μας για μια οικονομικά αποδοτική, κοινωνικά δίκαιη και δημοκρατικότερη Ευρωπαϊκή Ένωση.


 1 Ιστορικό και βασικές εναλλακτικές λύσεις

Η αποδόμηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δηλαδή την αποτυχία της ΟΝΕ στην τρέχουσα λειτουργική λογική και/ή η δομή των μελών της -ως συνέπεια πολιτικά ανεξέλεγκτων αναταραχών, που μπορεί να προκύψουν από τις μελλοντικές εξελίξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και το τραπεζικό σύστημα ή πολιτική αναταραχή σε χώρες της ζώνης του ευρώ- (ακόμη) δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Πολιτικές στρατηγικές που στοχεύουν σε μια ΄΄διαπραγματευόμενη και σχεδιασμένη αποδόμηση΄΄ , είτε πρόκειται για βρετανικές ιδέες της επανεθνικοποίησης των αρμοδιοτήτων ή σχέδια που αποσκοπούν στη διάλυση της ΟΝΕ -για παράδειγμα προς ένα ΄΄ευρωπαϊκό σύστημα Bretton Woods΄΄-, δεν είναι η λύση. Αγνοούν, όπως θα δειχθεί, την ιστορική εμπειρία της προηγούμενης πολιτικής ολοκλήρωσης της ΕΕ στον νομισματικό τομέα, δεν μετρούν το "κόστος αποκατάστασης " δεδομένης της τρέχουσας βαθμίδας οικονομικής ολοκλήρωσης και αλληλεξάρτησης στην εσωτερική αγορά της ΕΕ και παραβλέπουν τις πολιτικές, τις πολιτικό - ψυχολογικές και τις οικονομικές συνέπειες ενός spill-back της πολιτικής ολοκλήρωσης, τόσο στην εσωτερική σχέση της ΕΕ όσο και ενόψει του ρόλου της ΕΕ στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και στον πολύ-πολικό κόσμο.
Αντί αυτού απαιτείται μια πολιτική στρατηγικής ολοκλήρωσης, η οποία στοχεύει στην ανοικοδόμηση και την επέκταση της ΟΝΕ και της ΕΕ. Εδώ είναι απαραίτητες, για λόγους δημοκρατικής πολιτικής καθώς και για οικονομικούς και κοινωνικό-πολιτικούς λόγους, διορθώσεις του τρόπου που έχει επιλεγεί με ...
την διαχείριση της κρίσης, στην πορεία ολοκλήρωσης. Αυτή η διαδρομή από δημοσιονομικό σύμφωνο, ESM, παρεμβάσεις της ΕΚΤ, ΄΄Sixpack´´ κλπ. έχει, σε σύγκριση με τους κανόνες της ΟΝΕ στην Συνθήκης του Μάαστριχτ, οδηγήσει στην πραγματικότητα ήδη σε ΄΄εμβάθυνση της ολοκλήρωσης΄΄, αλλά σε μια οικονομικά-ρυθμιστικά ασύμμετρη πολιτική και μια πολιτική δημοκρατικής ολοκλήρωσης επισφαλή.
Η οικονομική και ρυθμιστική ασυμμετρία προκύπτει από το γεγονός ότι τα μέσα που έχουν ως στόχο την δημοσιονομική πειθαρχία και την οικονομία από την ΄΄πλευρά της προσφοράς΄΄ ( μέχρι τώρα) δεν παρείχαν επαρκή μέσα με στόχο την ΄΄πλευρά της ζήτησης΄΄ της οικονομίας και μιας αποτελεσματικής μακροοικονομικής διαχείρισης που θα επέτρεπε μια ουσιαστική ρύθμιση της αγοράς.
Το πρόβλημα της πολιτικής ολοκλήρωσης και δημοκρατίας είναι ότι, η διαχείριση της κρίσης του ευρώ (ακόμα και αν οι κρίσεις μπορεί να είναι ΄΄η ώρα για την εκτελεστική εξουσία΄΄) μέσα στην στρουκτούρα εξουσίας της ΕΕ, αποκτά ολοένα και πιο τεχνοκρατικά, ηγεμονικά και διακυβερνητικά πρότυπα πολιτικής σε βάρος των δημοκρατικών κοινοβουλευτικών αρχών και σε βάρος της συλλογικής μεθόδου στο πλαίσιο της αρχιτεκτονικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Η πρόοδος που είχε επιτευχθεί θέτοντας σε ισχύ τον Δεκέμβρη του 2009 την Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της ΕΕ στο τομέα του ΄΄εκδημοκρατισμού μέσω του κοινοβουλευτισμού΄΄, δηλαδή με την ενίσχυση των εξουσιών συναπόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων ως ΄΄επικουρικός φύλακας΄΄, υπονομεύθηκε με αυτόν τον τρόπο και εν μέρει τέθηκε εκτός ισχύος. 

Η βασική αντίθεση μεταξύ της ΄΄διακρατικής δημοκρατίας και του μετά-δημοκρατικού εκτελεστικού φεντεραλισμού΄΄ (Habermas, 2011: 48ff ) η οποία χαρακτηρίζει τη θεσμική αρχιτεκτονική της ΕΕ εδώ και αρκετό καιρό, έχει τόσο μετακινηθεί κατά τη διάρκεια της διαχείρισης της κρίσης εις βάρος της προαναφερόμενης πρώτης αρχής (Platzer 2012). Κάτω και από τα δύο πρόσημα, τα επιχειρήματα των επικριτών της τρέχουσας διαδικασίας ολοκλήρωσης μέχρι το ενιαίο νόμισμα και για τις συνέπειες της προηγούμενης διαδρομής της διαχείρισης κρίσεων, πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά. Υποδειγματική είναι η θέση του Streeck, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ΕΕ με την τρέχουσα στρατηγική της διαχείρισης κρίσεων θα καταλήξει σε ένα ΄΄νεοφιλελεύθερο κράτος δημοσιονομικών΄΄ ή σε ένα ΄΄κενό δημοκρατίας κράτος της ελεύθερης κοινής αγοράς΄΄ ( Streeck 2013).

 
2 Γιατί η αποδόμηση δεν είναι λύση

Ο Streeck , ο οποίος παρατίθεται εδώ ως εκπρόσωπος της ΄΄σχολής αποδόμησης΄΄, προτείνει ως εναλλακτική λύση για τη νομισματική ένωση και το ΄΄Ευρώ σαν επιπόλαιο πείραμα΄΄ ( Streeck 2013:237 ), τη δημιουργία ενός ΄΄Ευρωπαϊκού Bretton Woods΄΄ (250), δηλαδή την επιστροφή στα εθνικά νομίσματα με τη δυνατότητα της υποτίμησης . Σε ένα κεφάλαιο με τίτλο ΄΄Έπαινος στην υποτίμηση΄΄ (246ff) θέτει το ΄΄δικαίωμα υποτίμησης΄΄ σε μια οιονεί συνταγματική αρχή, διότι αυτή είναι η ΄΄θεσμική έκφραση του σεβασμού προς τα έθνη για την άποψή τους που εκπροσωπείτε από τα κράτη τους, κάθε μια ξεχωριστά σαν μια ειδικής μορφής κοινότητα οικονομίας, ζωής και μοίρας΄΄ (246f ). Το εθνικό νόμισμα με τη δυνατότητα της υποτίμησης, προστατεύει την εθνική κυριαρχία ενάντια στον ΄΄ολοκληρωτισμό της ενιαίας αγοράς΄΄ (247).
Ενάντια σε αυτήν την άποψη μπορούν να αντιπαρατεθούν ιστορικές εμπειρίες και τρέχοντες υπολογισμοί κόστους-οφέλους, οι οποίες (έστω και αν εδώ μόνο σε συντομία μπορούν να τεκμηριωθούν) μιλούν κατά αυτής της επιλογής. Μία από τις κύριες αντιρρήσεις σε αυτή τη θέση της αποδόμησης είναι ότι ΄΄παρερμηνεύει΄΄ την ευρωπαϊκή και διεθνή εμπειρία της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μάλιστα από οικονομική όσο και από πολιτική άποψη.
Εμπειρίες εκείνης της εποχής δείχνουν ότι οι υποτιμήσεις, που συνήθως συνοδεύονται με περιοριστικούς όρους στη μισθολογική πολιτική, είναι ένα παλαιού τύπου εργαλείο νομισματικής πολιτικής, που δίνει μόνο βραχυπρόθεσμη ανακούφιση. Εθνικά διαρθρωτικά προβλήματα που έχουν άμεση σχέση με τον ανταγωνισμό, όπως οι πελατειακές σχέσεις, η αναποτελεσματική διαχείριση στη δημόσια διοίκηση, η διαφθορά, η φοροδιαφυγή, η παραοικονομία, κλπ. δεν μπορούν με αυτόν τον τρόπο να αντιμετωπισθούν ( όπως επίσης μόνο επί μέρους και από μια υπερεθνική ΄΄οικονομική διακυβέρνηση΄΄).
Τα εθνικά νομίσματα ήταν ( όπως και στην Ευρώπη πριν από την εισαγωγή του ευρώ ) και θα είχαν συνεχίσει να είναι - στις χώρες που απειλούνταν με υποτίμηση - σε όποιο είδος συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, πάντα ένας στόχος της επαγγελματικής κερδοσκοπίας . Στη σημερινή διακρατική κινητικότητα των κεφαλαίων και την τεράστια κλίμακα των ροών κεφαλαίου θα ήταν τα κύματα κερδοσκοπίας ακόμη μεγαλύτερα από ότι στη δεκαετία του 1980, και οι δυνατότητες των κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών, να μπορούν να αποφασίζουν ΄΄ελεύθερα΄΄ για υπέρ- ή υποτιμήσεις, αντίστοιχα πολύ μικρότερες.
Υποτιμήσεις δεν είναι κατάλληλες για τη μείωση του δημόσιου χρέους, διότι (χρόνιες) χώρες υποτίμησης είναι υπερχρεωμένες, σε μεγάλο βαθμό, σε ξένα νομίσματα. Μόνο de jure θα ανακτούσαν οι χώρες τη νομισματική και χρηματική κυριαρχία τους σε ένα ΄΄ευρωπαϊκό σύστημα Bretton Woods΄΄, de facto θα εξακολουθούν να εξαρτώνται από ένα κυρίαρχο νόμισμα ή κυρίαρχα νομίσματα από ένα ή περισσότερα έθνη. Το πρόβλημα που προέκυψε κατά τη διάρκεια της διαχείρισης της κρίσης του Ευρώ, της ΄΄γερμανικής ηγεμονίας΄΄, με τον τρόπο αυτόν δεν θα λυθεί.

Εδώ αξίζει μια σύντομη ματιά στην ιστορία :

Το σχέδιο του κοινού νομίσματος αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης κατά την εποχή της επανένωσης της Γερμανίας, η οποία (δεν υπάρχει αμφιβολία) λειτούργησε ως καταλύτης ( Platzer / Ruhland 1994 : 85ff ), επρόκειτο για την ενσωμάτωση και την αυτό-ενσωμάτωση της Γερμανίας. Η ΟΝΕ θα έπρεπε ( έτσι περίπου η θέση της Γαλλίας), να καταρρίψει την προηγούμενη κυριαρχία του Μάρκου και να την εμποδίσει μελλοντικά. Ωστόσο το βήμα εμβάθυνσης στο ενιαίο νόμισμα δεν ήταν μόνο το πολιτικό ΄΄τίμημα για την επανένωση΄΄ ( ή όπως έγραψε τότε η Le Figaro ΄΄Versailles sans guerre΄΄ Βερσαλίες χωρίς πόλεμο), αλλά σε μεγάλο βαθμό το τίμημα για μια οικονομική-λειτουργική δυναμική (ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς κάτω από νομισματικές αστάθειες , ελλείψεις του ΕΝΣ -ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα-). 
Δεν είναι τυχαίο που ανατέθηκε στον τότε Πρόεδρο της Επιτροπής, Jacques Delors, να καταρτίσει ένα σχέδιο για μια σταδιακή νομισματική ένωση, τον καιρό που μια ταχεία επανένωση της Γερμανίας δεν ήταν αναμενόμενη.
Εάν το μέσο της υποτίμησης, όπως περιγράφεται πιο πάνω, σαν μια πιο ήπια πρακτική προστασίας της εθνικής κυριαρχίας, έχει στο παρελθόν υπερεκτιμηθεί, αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για το παρόν, δηλαδή ΄΄στο πλαίσιο αυτής της προηγμένης διακρατικής αλληλεξάρτησης των αγορών του προϊόντος, διαχείρισης των υπηρεσιών και των κεφαλαίων καθώς και λογιστικές παραγωγής, όπως έχουν σχηματισθεί σήμερα στην Ευρώπη, κάτω από την ομπρέλα του ενιαίου νομίσματος και της ενιαίας αγοράς΄΄ ( Deutschmann 2013 : 4 ).

Υποτιμήσεις θα έκαναν πιο φθηνές τις εξαγωγές. Αλλά πέρα από αυτό, υποτιμήσεις θα αυξήσουν ταυτόχρονα το κόστος των εισαγωγών μειώνοντας το κόστος των εξαγωγών, ΄΄η ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας βελτιώνεται μόνο ονομαστικά και όχι πραγματικά. Προκειμένου να βελτιωθεί πραγματικά, θα απαιτείται το ξένο κεφάλαιο. Αλλά ποιος θα δώσει μια χώρα της οποίας το νόμισμα είναι σε κάθοδο, πίστωση; Με λίγα λόγια : Μια υποτίμηση είναι μια θεραπεία οικονομικού σοκ για τη συγκεκριμένη χώρα, η οποία ως προς τις επιπτώσεις της στα εμπορικά αγαθά πολύ λίγο διαφέρουν από τα σημερινά, από την ΄΄τρόικα΄΄ παρμένα μέτρα στις χώρες της κρίσης΄΄ ( βλ. πιο πάνω ).
Προφανώς το γνωρίζουν αυτό -τουλάχιστον μέχρι τώρα- οι πλειοψηφίες των πολιτών καθώς και οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ στις εν λόγω χώρες .
Για να μην γίνουν οι πλειοψηφίες μειοψηφίες, πρέπει να πετύχει μια μετασκευή και η συνέχιση της κατασκευής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διότι η προηγούμενη πορεία λύσης του προβλήματος - ειδικά στην κοινωνική πολιτική - συνέβαλε στην από-νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απειλητική προέλαση από δεξιά λαϊκιστικά κινήματα και εθνικιστικές δυνάμεις, σε πολλές χώρες της ΕΕ, τροφοδοτείται σε τελευταία ανάλυση και από αυτό.

Η από τον Streeck, βαθιά και ακριβής ανάλυση, επέκρινε τις κληρονομιές της ριζοσπαστικής ελεύθερης αγοράς ΄΄χαγιεκιανική ουτοπία΄΄ (Friedrich August von Hayek), που δεν θα μπορούν να αντιμετωπιστούν σίγουρα με επάν-εθνικοποιήσεις, μέσα από μια ΄΄μαντροποίηση στην κυρίαρχη λιποθυμία ενός λαβωμένου έθνους΄΄ (Habermas 2013: 62), αλλά από μια μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία της πολιτικής ολοκλήρωσης, η οποία με την πληροφόρηση της κοινής γνώμης θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι, η μέχρι τώρα πεπατημένη διαδρομή για την επίλυση των προβλημάτων σε καμιά περίπτωση δεν είναι ΄΄χωρίς εναλλακτική λύση΄΄, αλλά και ότι δεν υπάρχουν ακίνδυνες και χωρίς κόστος εναλλακτικές λύσεις.
 3 Οι δυσκολίες εμβάθυνσης της ολοκλήρωσης : Η εμπειρία του παρελθόντος και οι βασικές συγκρούσεις

Κάθε πορεία εμβάθυνσης, που αποσκοπεί στο να εκδημοκρατίσει το σύστημα λήψης αποφάσεων της ΕΕ και την ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης στην ΕΕ ή που αποσκοπεί σε περαιτέρω μεταρρύθμιση της ΟΝΕ, βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλά διλήμματα και πολιτικά εμπόδια. Το γιατί συμβαίνει αυτό το τεκμηριώνουν ιστορικές εμπειρίες στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης οι οποίες σε συντομία επισημαίνονται παρακάτω :
Το ζήτημα του σχεδιασμού μιας ΄΄κοινωνικής Ευρώπης΄΄ τέθηκε στην ίδρυση της ΕΟΚ, που οικονομικά ( στην αρχή ) είχε σαν στόχο την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ έξι κρατών που οι κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές δομές τους ήταν σχετικά ΄΄ομοιογενείς΄΄, κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες από ότι στην σημερινή ΕΕ των 28. Αυτή η ΕΕ αντιμετωπίζει σήμερα, με τους πιο πρόσφατους γύρους διευρύνσεων, ένα πρωτοφανές επίπεδο διαφορών στον καταμερισμό του πλούτου μεταξύ των κρατών μελών και μια σαφή αύξηση της πολλαπλότητας και της ετερογένειας των εθνικών καθεστώτων παραγωγής και διανομής. Από την άλλη η σημερινή ΕΕ χαρακτηρίζεται στον τομέα της οικονομικής ολοκλήρωσης (σε αντίθεση με τις πρώτες δεκαετίες της διαδικασίας ολοκλήρωσης) από ένα, άνευ προηγουμένου, βαθμό απελευθέρωσης της αγοράς (η οποία περιλαμβάνει πλέον όχι μόνο τις αγορές προϊόντων αλλά επίσης τις αγορές εργασίας, κεφαλαίων και υπηρεσιών) και με τον ΄΄σύνδεσμο΄΄ του κοινού νομίσματος (οι όροι του οποίου αγγίζουν και τα κράτη-μέλη της ΕΕ που δεν ανήκουν στην ζώνη του Ευρώ), υπόκεινται σε μια ιστορικά πρωτοφανή αλληλεξάρτηση.
Σε μια τέτοια κοινωνικοοικονομικά ετερογενή ΕΕ είναι τα εμπόδια, για την αποκατάσταση της ισορροπίας των συμφερόντων και μεταρρυθμίσεις σε βάθος, τεράστια. Οι λόγοι γι 'αυτό γίνονται αναλυτικά διακριτοί και εξηγούνται αν αναλογιστεί κανείς ότι, από την αρχή της διαδικασίας ολοκλήρωσης τρεις αλληλένδετοι τομείς-άξονες σύγκρουσης παίζουν ένα συστατικό ρόλο:

-Ένας κανονιστικός άξονας σύγκρουσης: Αγορά έναντι Κράτους. Δεξιότητες και εργαλεία για την απορρύθμιση έναντι δεξιότητες και εργαλεία για την εκ νέου ρύθμιση.

-Ένας άξονας σύγκρουσης της πολιτικής ολοκλήρωσης: Εθνικό Κράτος έναντι Υπερεθνικής Ένωσης. Της επικουρικότητας έναντι της διακρατικής αλληλεγγύης και της κοινωνικό-οικονομικής συνοχής.

-Ένας άξονας σύγκρουσης στην διανεμητική πολιτική: Διαφορετικό κόστος (προσαρμογής) της κοινωνικοποίησης των πολιτικών σε σχέση με τις ποικιλίες του καπιταλισμού (αντισταθμισμένη από στοιχεία της διανεμητικής πολιτικής - μέχρι στιγμής με τη μορφή των διαρθρωτικών ταμείων).

Μια πολιτική της ΕΕ που αποσκοπεί στην προώθηση μιας εναρμόνισης και εμβάθυνσης της ΄΄κοινωνικής διάστασης΄΄ είναι έτσι, εκ των πραγμάτων, δομικά ευάλωτη σε μπλοκαρίσματα, διότι (συμβιβαστικές) λύσεις πρέπει να βρεθούν όχι μόνο κατά το παραδοσιακό σχήμα αριστερά-δεξιά του κομματικού ανταγωνισμού και του ρυθμιστικού άξονα σύγκρουσης (αγορά-κράτος), αλλά θα πρέπει επίσης να βρεθούν και στις άλλες δύο διαστάσεις σύγκρουσης.
Με αυτό όμως, εφάπτεται επίσης και το ζήτημα της σχέσης, μεταξύ ΄΄αρνητικής΄΄ -με την ευρύτερη έννοια ΄΄δημιουργία αγοράς΄΄- και ΄΄θετικής΄΄ -με την ευρύτερη έννοια ΄΄διορθωτικές στην αγορά΄΄ ή ΄΄δημιουργία της κοινοτικής πολιτικής΄΄- που αγγίζει την πολιτική της ολοκλήρωσης. Συγχρόνως, εδώ στην πολιτική ανάλυση, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των προϊόντων και τους κανονισμούς που σχετίζονται με την κινητικότητα και την παραγωγή και τους κανονισμούς παραγωγής που σχετίζονται με την τοποθεσία. Οι πρώτοι κανονισμοί -όπως δείχνουν οι κοινωνικοπολιτικές κατακτήσεις της ΕΕ- είναι για μια εναρμόνιση πιο προσιτοί.

Σε όλες τις διαπραγματεύσεις για τις συμβάσεις, από τη Ρώμη έως τη Λισαβόνα, ο σχεδιασμός μιας κοινής εργασιακής και κοινωνικής πολιτικής, ήταν ένα από τα πιο ευαίσθητα και επίμαχα ζητήματα, διότι εκεί μέσα συνυπάρχουν θεμελιώδεις συγκρούσεις, τόσο για τους στόχους σχετικά με τη φύση και το σχήμα της Ένωσης -ομοσπονδία οικονομικού σκοπού ή πολιτική ένωση- όπως επίσης και πχ. επιφυλάξεις εθνικής κυριαρχίας κρατών μελών, οι οποίες σε τελευταία ανάλυση έχουν τις ρίζες τους στις καθιερωμένες παραδόσεις και τις δομές του εθνικού κράτους πρόνοιας. 

Παρά το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν από την αρχή ένα ΄΄πολιτικό σχέδιο΄΄, αποτελεί η οικονομία τον πυρήνα και τον στρατηγικό άξονα ανάπτυξης. Η προτεραιότητα της οικονομίας πριν από τα κοινωνικοπολιτικά βήματα ολοκλήρωσης, αποτυπώνεται μέσα από τα σκαλοπάτια της πορείας για την ολοκλήρωση της Κοινής Αγοράς ( Συνθήκη ΕΟΚ ), της Εσωτερικής Αγοράς (Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ) και της Νομισματικής Ένωσης ( Συνθήκη του Μάαστριχτ ).

Η συνολική πορεία έχει συντελέσει σε μια ασύμμετρη βασική αρχιτεκτονική μεταξύ της πολιτικής για την Οικονομία και των κοινωνικοπολιτικών εργαλείων αρμοδιότητας της ΕΕ για την κοινωνική πολιτική που χαρακτηρίζει την ΕΕ σήμερα.
Όπως επίσης και οι σχεδόν για δέκα χρόνια διαπραγματεύσεις, που οδήγησαν στη σημερινή Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της ΕΕ, απέδωσαν σε αυτό το θέμα μόνο έναν ΄΄θεσμικό μινιμαλισμό ΄΄ ( Platzer 2009 ). Αν και έχει σημειωθεί πρόοδος στην κανονιστική εμβέλεια και σε αυτό περιλαμβάνονται ιδίως :

-Οι στόχοι των διατάξεων της κοινωνικής πολιτικής της Ένωσης,

-Ο νομικά δεσμευτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (παρόλα που τώρα εμφανίζεται μόνο στο παράρτημα του πρωτοκόλλου και εξαιρεί από τις κοινωνικοπολιτικές υποχρεώσεις τους το Ηνωμένο Βασίλειο, την Τσεχική Δημοκρατία και την Πολωνία)

-Η εισαγωγή μιας οριζόντιας κοινωνικής ρήτρας (άρθρο III - 117), με την οποία η ΕΕ έχει δεσμευτεί για τον καθορισμό και την εφαρμογή των μέτρων της Ένωσης, για την προώθηση της απασχόλησης και τη διασφάλιση της κατάλληλης κοινωνικής προστασίας, την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, όπως επίσης ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και την προστασία της υγείας, να τα προωθήσει άμεσα.

Την ίδια στιγμή όμως, η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη προσδιορίζει στον τομέα των αρμοδιοτήτων και των διαδικασιών, δηλαδή στα βασικά θεσμικά της θέματα, σε μεγάλο βαθμό την μέχρι τώρα τακτική.
Αυτές οι πρωτογενείς νομικές προϋποθέσεις βρίσκουν επίσης στη δευτερογενή νομοθεσία στο κοινοτικό κεκτημένο αντανάκλαση: Παρά μιας επέκτασης του κεκτημένου στην κοινωνική και εργατική πολιτική στην κοινότητα (μερικές φορές με κάποιες καινοτόμες λύσεις), υπερτερούν οι κανόνες που στοχεύουν στις ελευθερίες της αγοράς (του οποίου η προτεραιότητα τονίζεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κατά το πρόσφατο παρελθόν).
Η συμβατική θεσμοθέτηση του ΄΄κοινωνικού διαλόγου΄΄ και η δημιουργία και επέκταση μιας πιο ΄΄ήπιας΄΄ μορφής ελέγχου, με τη μορφή της ΄΄Ανοικτής Μεθόδου Συντονισμού ΄΄, δεν μπορεί ή μόνο περιορισμένα να διορθώσει αυτήν την ΄΄ανισορροπία΄΄.
 4 Πολιτικές προσεγγίσεις μεταρρύθμισης των θεσμικών οργάνων της ΕΕ για την εμβάθυνση του σχεδίου της ολοκλήρωσης

Πολιτικά σχέδια μεταρρύθμισης που βασίζονται σε μια συμπλήρωση-τροποποίηση της μέχρι τώρα πορείας της διαχείρισης των κρίσεων και την εμβάθυνση της ΟΝΕ/ΕΕ έχουν αφήσει ήδη τον ακαδημαϊκό γυάλινο πύργο και βρήκαν τον δρόμο τους στις πολιτικές συζητήσεις και αποφάσεις.
Εκτός από την τραπεζική ένωση, η οποία πολιτικά πήρε τον δρόμο της, αυτό είναι από τη μια πλευρά το σχέδιο μιας ΄΄πραγματικής οικονομικής και νομισματικής ένωσης΄΄ (βλέπε: Hacker 2013), από την άλλη πλευρά αυτά είναι πολιτικά σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης (βλέπε : Busch 2013).
Η συζήτηση για μια ΄΄πραγματική΄΄ ή ΄΄γνήσια΄΄ Οικονομική και Νομισματική Ένωση είναι από τον καιρό της παρουσίασης της έκθεσης Quadriga (Τετρανδρίας) ( 2012) σε εξέλιξη. Οι τέσσερις πρόεδροι (του Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και της Ομάδας του Ευρώ), εντοπίζουν τέσσερα βασικά δομικά στοιχεία για μια αναδιαμόρφωση της αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης, η οποία θα πρέπει να υλοποιηθεί σε στάδια διαδικασίας, μια χρονικής περιόδου δέκα ετών:

-Μια Τραπεζική Ένωση με ευρωπαϊκή εποπτεία και μια εντολή, εξασφαλισμένη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), αναδιάρθρωσης και ασφάλειας των καταθέσεων.

-Ένα ολοκληρωμένο δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο συνδυάζει, μια αυστηρή δημοσιονομική πολιτική των κρατών με μια κοινή διαχείριση του χρέους (με τη μορφή πχ. ενός ταμείου απόσβεσης), καθώς και ένα χρηματικό ταμειακό μέγεθος.

-Ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στην πολιτική της Οικονομίας, για την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας, με βάση το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και το Σύμφωνο για το Ευρώ Plus, ιδίως όσον αφορά την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και του φορολογικού συντονισμού.

-Την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμότητας και λογοδοσίας για τους νέους μηχανισμούς της κοινής διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε θέματα Οικονομίας και χρηματοοικονομικά θέματα.

Επίσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διατύπωσε τέλος του Νοεμβρίου 2012, σε ένα ψήφισμα το οποίο εγκρίθηκε με μεγάλη πλειοψηφία, ένα στρατηγικό σχέδιο προσέγγισης, το οποίο περιέχει φιλόδοξα βήματα στην πορεία για μια ομοσπονδιακή Ευρώπη ( μέσω μιας τραπεζικής, μιας φορολογικής, μιας οικονομικής και μιας πολιτικής ένωσης ).
Εν τω μεταξύ, στη διαδικασία πολιτικής διαβούλευσης έχει αποκρυσταλλωθεί μια προσέγγιση, η οποία προβλέπει συμβατικές συμφωνίες για εθνικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και φορολογικών υποχρεώσεων, μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και κάθε ένα κράτος μέλους της νομισματικής ένωσης. Η έγκριση για αυτό το πρόγραμμα για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορεί να γίνει μέσω του Κοινοβουλίου του αντίστοιχου κράτους μέλους. Για τις εφαρμογές της συμβατικής συμφωνίας παρέχεται, ως οικονομικό κίνητρο, χρηματοδότηση των κρατών μελών, η οποία χρηματοδοτείται από ένα νέο λογαριασμό ειδικού σκοπού του προϋπολογισμού της ΕΕ, ο οποίος δεν θα αποτελεί μέρος του πολυετούς χρηματοοικονομικού πλαισίου.

Συγκριτικά ασαφείς παραμένουν οι μέχρι τώρα σκέψεις για την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμότητας των νέων διαδικασιών και μέσων οικονομικής διακυβέρνησης. Οι δηλώσεις στις συνόδους κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αναλίσκονται σε ιδέες για μια στενότερη συνεργασία μεταξύ του ΕΚ και των εθνικών κοινοβουλίων. Οι αντιλήψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οδηγούν τελικά τις πιθανότητες ενημέρωσης και διαβούλευσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ενισχυθούν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.
Κατά τα άλλα αποκρυσταλλώνονται στις διαβουλεύσεις και σε συγκεκριμένα έγγραφα θέσεων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γαλλό-Γερμανικό έγγραφο θέσεων) το περίγραμμα μιας μελλοντικής θεσμικής αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ: μια ενίσχυση της ομάδας του Ευρώ στο Συμβούλιο, εντός των σχηματισμών του Συμβουλίου, στην Επιτροπή τη δημιουργία μιας δημοσιονομικής διαχείρισης της ΟΝΕ και έναν αντιπρόεδρο υπεύθυνο για το ευρώ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη θέσπιση μιας ΄΄επιτροπής για το Ευρώ΄΄ της οποίας οι αρμοδιότητες θα πρέπει να υπερβαίνουν εκείνες των άλλων επιτροπών.

Στο στενότερο τομέα της κοινωνικής πολιτικής το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει (κάτω από την πίεση της Γαλλίας) το Δεκέμβριο 2012 ότι, το ζήτημα της κοινωνικής διάστασης θα εξεταστεί, έτσι ώστε να συμπεριληφθεί στην προς σύνταξη, για την σύνοδο κορυφής τον Ιούνιο του 2013, roadmap.

Σε ένα ήμι-δημόσιο πρώτο έγγραφο, αναπτύσσει ο επίτροπος Κοινωνικών Υποθέσεων Andor εκτεταμένες ιδέες που σπάνε σε πολλά σημεία με την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη λογική της πολιτικής της Επιτροπής. Το έγγραφο ΄΄ The social dimension of a genuie Economic and Monetary Union, Η κοινωνική διάσταση μιας πραγματικής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης ΄΄ ( Non - Paper 2013 ) απαιτεί έναν αναπόσπαστο για την ολοκλήρωση ρόλο, στα σχέδια για την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, την κοινωνική διάσταση.

Αυτή η προτεινόμενη επέκταση της κοινωνικής διάστασης περιλαμβάνει τρεις ενότητες :

-Αύξηση του συντονισμού και της παρακολούθησης της κοινωνικής πολιτικής ( ένας πίνακας με την απασχόληση και κοινωνικούς δείκτες που βασίζονται κατά τα πρότυπα της παρακολούθησης των μακροοικονομικών εξελίξεων. Όρια, που υποδεικνύουν την ανάγκη για δράση και θέτουν σε κίνηση ορισμένα προληπτικά ή διορθωτικά μέτρα ).

-Τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σε εθνικό επίπεδο ( συμπεριλαμβανομένης της εγγύησης για τη νεολαία, στην οποία θα πρέπει να έχει προταθεί είτε μια εργασία, ή μια μαθητεία ή ένα μέτρο περαιτέρω κατάρτισης ), ένα κατώτερο όριο μέτρων της ενεργούς πολιτικής για την αγορά εργασίας, ένα ελάχιστο εισόδημα για την επιβίωση και ένα ελάχιστο όριο πρόσβασης σε κοινωνικές υπηρεσίες, ένα ελάχιστο μισθό για όλους τους εργαζόμενους.

-Συμβατικές συμφωνίες σχετικά με τα μέτρα μεταρρύθμισης της κοινωνικής πολιτικής, που πλαισιώνονται από ένα μηχανισμό οικονομικής αλληλεγγύης ( όπου το χρηματοοικονομικό μέσο μεσοπρόθεσμα θα πρέπει να επεκταθεί σε μια ασφάλιση ανεργίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία θα μπορεί να καλύψει λειτουργίες της δημοσιονομικής πολιτικής αντί-κυκλικά ).

Αυτή η φιλόδοξη πρωτοβουλία έχει ήδη αποδυναμωθεί σημαντικά σε ένα μεταγενέστερο κείμενο (Απρίλιος 2013). Στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιούνη 2013, τονίζεται μεν η ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της ΟΝΕ, ωστόσο δεν εμφανίζεται ο καινοτόμος προβληματισμός που ανέπτυξε στο έγγραφο της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την κοινωνική πολιτική. Μόνο ένα ( μειωμένο ) σύστημα δεικτών λαμβάνονται υπόψιν, σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει να παρακολουθείται η κοινωνική κατάσταση και η κατάσταση στις αγορές εργασίας ( με το να συμπεριληφθούν οι ανάλογοι δείκτες της κοινωνικής πολιτικής και της απασχόλησης στη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου ). 

Αν το εξετάσουμε, τελικά και από άποψη περιεχομένου, παραμένει σε μια πολιτική προσέγγιση που έχει ως στόχο, αν συνυπολογίσουμε τις εθνικές αρμοδιότητες, στον καλύτερο συντονισμό των πολιτικών για την απασχόληση και τα κοινωνικά και μια πιο αποτελεσματική χρήση των υφιστάμενων μέσων, όπως η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση.
 5 Επιλογές για τη μεταρρύθμιση: Ευρώπη- πόσο πολύ, πόσο γρήγορα, πόσο μακριά ;

Καταρχήν δείχνουν τα σχέδια και οι συγκρούσεις εντός και μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, που παρουσιάσαμε εδώ εν συντομία, ότι δεν πρόκειται πλέον για το ΄΄αν΄΄ θα γίνουν βήματα για την εμβάθυνση, αλλά για το ΄΄πώς΄΄, και αυτό σημαίνει επίσης ότι στον πολιτικό χώρο, επιλογές για μια αποδόμηση της ΟΝΕ, προφανώς δεν λαμβάνονται υπόψη. Με αυτό φυσικά, οι επιστημονικές και πολιτικά εξίσου σχετικές ερωτήσεις, σχετικά με το πρόβλημα για επαρκείς και εφικτές διαδρομές ολοκλήρωσης δεν έχουν επιλυθεί.

Πρόκειται για τρία ( αλληλένδετα ) ερωτήματα, που ακούγονται απλά, αλλά είναι πολύ δύσκολο να απαντηθούν :

-Ευρώπη - Πόση : επίπεδα της εμβάθυνσης ανά τομέα της πολιτικής και διαδικασίες λήψης αποφάσεων ;

-Ευρώπη - Πόσο γρήγορα : διαρκείς πιέσεις για τη λύση του προβλήματος κάτω από εμφανή ΄΄ δημόσια ευρωπαϊκή κόπωση΄΄ και αύξηση των αντί-ευρωπαϊκών δυνάμεων, χρονικές απαιτήσεις για ευρωπαϊκές αποφάσεις, σταδιακά σχέδια με μεγαλύτερα χρονοδιαγράμματα, λύσεις στο υπάρχον πλαίσιο της συνθήκης ή ( σε σύντομο χρόνο) σύγκληση Συνέλευσης (Konvent) κλπ.;

-Ευρώπη - Πόσο προχωρημένη : μεταρρυθμιστικές επιλογές σε σχέση με την Ευρωζώνη ή την ΕΕ των 28, διαφοροποιημένη ή κλιμακωτή ολοκλήρωση μέσω ΄΄ενισχυμένης συνεργασίας΄΄ (όπως στην περίπτωση του προτεινόμενου φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών), μέσω συμφωνιών μεταξύ κρατών με μεταβλητή ομάδα συμμετοχής (όπως στην περίπτωση του δημοσιονομικού συμφώνου) κλπ.;

Σαν ένα παιχνίδι σκέψης σε σχέση με αυτά τα ερωτήματα σκιαγραφήθηκε ένα ΄΄τολμηρό΄΄ σενάριο. Ένα σενάριο που αντικατοπτρίζει περιφραστικά, πως κάτω από μια μεγάλη διαδικασία ανταλλαγής και διαδικασίες σχηματισμού συμβιβασμών κατά μήκος των αξόνων, που περιγράφτηκαν στην αρχή, θα είναι αυτοί οι πολιτικοί άξονες σύγκρουσης, στην πολιτική ολοκλήρωσης και στην κανονιστική και διανεμητική πολιτική. Αυτό το σενάριο είναι -ακόμη και αν περιλαμβάνει βασικά συστατικά τα οποία, όπως περιγράφεται παραπάνω, είναι ήδη στον πολιτικό στίβο- αν μη τι άλλο ΄΄τολμηρό΄΄ γιατί βασίζεται στην ΕΕ των 28 (ακόμα και αν η μεταρρύθμιση της ΟΝΕ είναι στο κέντρο) και επειδή θα απαιτούσε τροποποιήσεις της Συνθήκης. Φυσικά η ΄΄τολμηρότητα΄΄ δεν αναιρεί κάθε μια αναφορά στην πραγματικότητα, αφού για παράδειγμα, η εμπειρία του διαλόγου στην ΕΕ για μια Συνταγματική Συνθήκη δείχνει, ΄΄μεταρρυθμιστικές συνθέσεις΄΄ μεγαλύτερου μεγέθους είναι σαφώς αρκετά πιθανές.

Από την άποψη της πολιτικής ολοκλήρωσης, διαπραγματεύονται η Γερμανία και άλλες χώρες του προσανατολισμένου στη σταθερότητα ΄΄βόρειου άξονα΄΄ υπό την προϋπόθεση ή όρο της ΄΄κοινοτικοποίησης των κινδύνων΄΄, όπως πχ. ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα κλπ. μόνο με έναν υπερεθνικό φορολογικό έλεγχο με συγκεκριμένα κοινά ευρωπαϊκά δικαιώματα παρέμβασης στις εθνικές δημοσιονομικές και φορολογικές πολιτικές.
΄΄Εθνικό-κυριαρχικές΄΄ χώρες (μεταξύ αυτών -απαραίτητη για κάθε νέα σύνθεση της μεταρρύθμισης- η Γαλλία ). κινούνται (σε ΄΄ανταλλαγή΄΄ για μια αλληλέγγυα διαχείριση του χρέους), σε αυτόν τον άξονα ολοκλήρωσης προς την κατεύθυνση των υπερεθνικών θεσμικών λύσεων.

Από άποψη ρυθμιστικής πολιτικής ( υπόψιν και του αριστερού-δεξιού μοτίβου του ανταγωνισμού των κομμάτων ), οι αρμοδιότητες της ΕΕ και τα νομικά μέσα θα τροποποιηθούν και θα εξισορροπηθούν έτσι ώστε, σε μια μελλοντική δημοσιονομική ένωση δεν θα έχει χώρο μόνο η λογική της οικονομικής λιτότητας, αλλά και κριτήρια για κοινωνική και προνοιακή πολιτική ( Σύμφωνο Κοινωνικής Σταθερότητας , ελάχιστα πρότυπα κλπ. ). Αναμφίβολα θα είναι δύσκολο τις σκανδιναβικές χώρες -παρά την καλή τους παράδοση στο κοινωνικό κράτος- να τις ανεβάσουμε στο ίδιο ΄΄πλοίο΄΄.
Στην πολιτική διανομής θα ριχτούν στις διαπραγματεύσεις μηχανισμοί κινήτρων και αποζημιώσεων ( πχ. επέκταση του προϋπολογισμού της ΕΕ, Δημοσιονομικό μέγεθος, Αναπροσανατολισμός των διαρθρωτικών ταμείων, αύξηση των ιδίων πόρων της ΕΤΕπ, είσοδο σε μια ευρωπαϊκή ασφάλιση ανεργίας ).

Στα πλαίσια ενός δημοκρατικού πολιτικού διαλόγου θα βρεθεί ένας συμβιβασμός μεταξύ των χωρών που είναι θετικές στην ενίσχυση της κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικής αρχής σε υπερεθνικό επίπεδο (όπως η Γερμανία, η Φινλανδία και οι κάτω χώρες), και χώρες που έχουν αρνητική στάση σε αυτήν την άποψη ( μεταξύ άλλων όπως η Γαλλία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Σουηδία).
Ένας τέτοιος συμβιβασμός θα στηριζόταν πχ. να δοθεί στο ΕΚ το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας και αυξημένα δικαιώματα ελέγχου και συναπόφασης (για παράδειγμα τη μετατροπή των κανόνων του ESM σε κανονική νομοθετική διαδικασία, μια απαίτηση που το ΕΚ – μάταια- είχε ήδη προβάλει κατά τον διακυβερνητικό σχεδιασμό του ESM).
Ένα τέτοιο σενάριο μεταρρύθμισης δεν θα είναι μια ΄΄συνταγματική συνθήκη για μια ομοσπονδιακή ΕΕ΄΄, αλλά μια ΄΄συμφωνία της Λισαβόνας +΄΄. Μια τέτοια μεταρρυθμιστική πορεία, που απευθύνεται στην ΕΕ των 28, θα απαιτούσε μια μεγαλύτερη μεταρρύθμιση της Συνθήκης, και επομένως κατ' ανάγκην μια διαδικασία σύμβασης, συνδέεται εκ των πραγμάτων, με σημαντικές αβεβαιότητες και κινδύνους.
Αυτές θα ήταν λιγότερες, αλλά θα εξακολουθούσαν να είναι σημαντικές, αν κάτω από την λογική ΄΄αντί των επιμέρους επισκευών χρειαζόμαστε ένα ποιοτικό άλμα της ενσωμάτωσης μια Συνθήκη του Ευρώ΄΄ (Glienicker Gruppe 2013), που οι συμβατικές διαπραγματεύσεις εμβάθυνσης θα περιοριζόταν στην ομάδα του ευρώ και στις υποψήφιες χώρες του Ευρώ. Παρόμοιες προτάσεις ανέπτυξε και ο Platzer (2012), μιας στρατηγικής με πυρήνα την ΟΝΕ.
Για να ελαχιστοποιηθεί ο χρόνος που απαιτείται και να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος μη επικύρωσης (δημοψηφίσματα σε διάφορα κράτη μέλη), τα οποία συνδέονται με μια κανονική διαδικασία τροποποίησης της σύμβασης, ή να παρακαμφθεί, αλλά παρόλα αυτά να εμβαθύνει ουσιαστικά τη ζώνη του ευρώ, ο Joschka Fischer ( 2012) πρότεινε την ΄΄βοηθητική γέφυρα διακυβερνητικών συμβάσεων΄΄. Με αυτήν την πρόταση, η ομάδα του ευρώ θα αναπτύσσονταν προς την κατεύθυνση ενός ΄΄διακυβερνητικού φεντεραλισμού΄΄.

Ήδη και τώρα, εκ των πραγμάτων, η ομάδα του ευρώ διοικείτε από μια οικονομική κυβέρνηση, και συγκεκριμένα από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων (και του υπουργούς των οικονομικών τους). Το ΕΚ δεν μπορεί να καλύψει το κενό επειδή στερείται της κυριαρχίας του προϋπολογισμού, η οποία βρίσκεται στα εθνικά κοινοβούλια και θα παραμείνει εκεί για αόριστο χρονικό διάστημα.
Από εκπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων θα πρέπει να δημιουργηθεί, επομένως, ένα είδος ΄΄Ευρώ-Συμβουλίου΄΄ το οποίο (σε ένα καταμερισμό της εργασίας με το ΕΚ ο οποίος θα πρέπει να προσδιοριστεί) θα ελέγχει την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση.

Η αύξηση της αποδοτικότητας και η εξοικονόμηση χρόνου, που συνδέονται με αυτήν την επιλογή, μπορούμε να τις έχουμε μόνο με το κόστος μιας αποδυναμωμένης δημοκρατικής νομιμότητας της ΕΕ σε υπερεθνικό επίπεδο, σε βάρος της ΄΄κοινοτικής μεθόδου΄΄. Αυτή η επιλογή, να προχωρήσουμε με έναν αριθμό κρατών που θέλουν την εμβάθυνση μέσα από διακυβερνητικές συμβατικές ρυθμίσεις, θα ήταν μόνο μια δεύτερη καλύτερη επιλογή (second-best-option), η οποία όμως παρόλα αυτά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί στην πορεία της μεταρρυθμιστικής πολιτικής, ιδίως ενόψει της επιρρεπούς σε πολιτικές μπλοκαρίσματος, κοινωνικοπολιτικής ρύθμισης και μακροοικονομικής διαχείρισης.

Ένα αξίωμα, το οποίο θα μπορούσαμε να βγάλουμε από την μέχρι τώρα ανάλυση, θα ήταν: Καλύτερα μια ρύθμιση, σε βάρος των θεμάτων ή/και του χρόνου ΄΄σταδιακής ενσωμάτωσης΄΄ από ότι, καμία ρύθμιση και καλύτερα μια διακυβερνητική συμφωνία από ότι μια μονίμως μπλοκαρισμένη λύση, στο υπάρχον πλαίσιο της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θεωρείται δεδομένο ότι, βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα θα πρέπει να αναμένονται μόνο πολιτικές επιλογές που η εφαρμογή τους είναι δυνατή στο υφιστάμενο συμβατικό πλαίσιο, ή στην καλύτερη περίπτωση απαιτούν ΄΄μικρές αλλαγές στη Συνθήκη΄΄ (σύμφωνα με τις διαδικασίες της Συνθήκης της Λισαβόνας). Σε αυτό το πλαίσιο κινούνται, σε κάθε περίπτωση, οι περισσότερες από τις προτάσεις μεταρρύθμισης που περιγράφονται παραπάνω, που κυριαρχούν σήμερα στην πολιτική ατζέντα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή είναι η έκφραση μιας πολιτικής για την ενσωμάτωση-ολοκλήρωση με ρεαλισμό και πραγματισμό, η οποία βασικά δεν είναι κατακριτέα , αλλά που έχει την ανάγκη επέκτασής της.

Για μια πολιτική που κατευθύνεται προς μια κοινωνική και δημοκρατική ολοκλήρωση-εμβάθυνση, μια διπλή στρατηγική πολιτικής μεταρρύθμισης κρίνεται απαραίτητη (Platzer 2012), η οποία θα έπρεπε να σχεδιαστεί σε δύο επίπεδα και μέσα σε δύο χρονικούς ορίζοντες και να διαβουλευθεί πολιτικά : η επίδειξη των βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων λύσεων, οι οποίες (επί της αρχής) είναι δυνατές μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο της Συνθήκης (και πχ. μέσα στα όρια του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου), καθώς και το σχεδιασμό και τη διαπραγμάτευση ενός μακροπρόθεσμου μοντέλου-στόχου που θα απαιτούσε ένα εκτεταμένο ή νέο πλαίσιο της συνθήκης της ΕΕ (και επομένως, ανάλογα με την περιοχή, ακόμα και μια τροπολογία συντάγματος του κράτους μέλους).

Οι επικείμενες ευρωπαϊκές εκλογές του 2014, παρέχουν μια ευκαιρία για να εξηγήσουμε αυτή τη διττή προοπτική της μεταρρύθμισης επιθετικά.

Για την πρώτη μερική στρατηγική υπάρχουν, όπως δείξαμε, ΄΄δομικά στοιχεία΄΄ έτοιμα που έχουν εισέλθει ήδη στην ΄΄επίσημη΄΄ ατζέντα της ΕΕ, και που μπορούν να συνδυαστούν προγραμματικά. Μεταξύ αυτών ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, οι προτάσεις από το πρώτο έγγραφο του Andor (ακόμη και αν δεν έχουν πάρει τέτοια μορφή που θα την υιοθετούσε η πλειοψηφία), οι προτάσεις της έκθεσης Quadriga, που στοχεύουν σε μια καινοτόμο και αλληλέγγυα διαχείριση του χρέους και μια μακροοικονομική διαχείριση της ανάπτυξης. Θα μπορούσαν να προστεθούν προτάσεις λύσεων που στοχεύουν σε μια βιώσιμη πολιτική υποδομών (στην) της ΕΕ, όπως πχ. το Σχέδιο της DGB ( 2012) (Ομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων), ενός ΄΄Ευρωπαϊκού Σχεδίου Μάρσαλ΄΄ ( ένα υπολογισμένο πρόγραμμα δράσης και προσέγγισης που θα χρηματοδοτείται -συμβατικά και πολιτικά δυνατή επί της αρχής- από μια ευρωπαϊκά εναρμονισμένη (εταιρική -) φορολογική πολιτική). Αυτά τα πιθανά στοιχεία δεν θα αντικαταστήσουν σε καμία περίπτωση τα απαραίτητα κοινωνικό-οικονομικά μέτρα μεταρρυθμίσεων σε επίπεδο κρατών μελών, αλλά θα βελτιστοποιήσουν την ικανότητα ελέγχου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στο πλαίσιο του ΄΄πολυεπίπεδου συστήματος διακυβέρνησης της ΕΕ΄΄, μέσω ενός συνδυασμού μέσων από: ενισχυμένο συντονισμό, τη ρύθμιση, τη διανομή και τους όρους της (μέσα από μηχανισμούς χρηματικών ανταμοιβών).

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της στρατηγικής, θα έπρεπε στην Ευρωπαϊκή προεκλογική εκστρατεία δύο πράγματα να γίνουν σαφή :

Ότι θα πρέπει να υπάρχει, για το νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μια σημαντική αποστολή ώστε να ξεκινήσει μια διαδικασία Ευρωπαϊκής Συνέλευσης (Konvent), και ποιες βασικές απαιτήσεις θα πρέπει να πληρεί μια μεταρρύθμιση της σύμβασης, έτσι ώστε ο στόχος μιας βαθύτερης, δημοκρατικά νομιμοποιημένης, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ένωσης, να έρθει πιο κοντά. Και για αυτό επίσης υπάρχουν, επιστημονικά βασισμένες, προτάσεις για την κοινωνική αρχιτεκτονική (Vandenbroucke 2013), για την πολιτική αρχιτεκτονική και την δημοκρατική συνταγματική πραγματικότητα μιας μελλοντικής ΕΕ (μ.α. Habermas 2011, Franzius/Preuss 2012, Piris 2012).

Δημήτρης Γουμάγιας, Βερολίνο Δεκέμβρης 2013


Βιβλιογραφία

Busch, Klaus (2013) : Η κοινωνική διάσταση στο πλαίσιο της συζήτησης σχετικά με την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης , στο : Stefan Rüb/Torsten Müller (εκδότες) : Οι εργασιακές σχέσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης - Οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις της κρίσης του ευρώ. Αφιέρωμα για τον Hans-Wolfgang Platzer, Μπάντεν-Μπάντεν.

Γερμανική Ομοσπονδία Συνδικάτων (2012) : Ένα σχέδιο Μάρσαλ για την Ευρώπη. Πρόταση της Γερμανικής Ομοσπονδίας Συνδικάτων για την τόνωση της οικονομίας, των επενδύσεων και το επενδυτικό πρόγραμμα για την Ευρώπη.

Deutschmann, Christoph (2013) : Γιατί δεν ήπιαν τα άλογα, σε : Frankfurter Allgemeine Zeitung, 25 Σεπτεμβρίου, σελ. 4.

Fischer, Joschka (2012) : Η κρίση επιταχυντής μεταρρυθμίσεων, σε : Süddeutsche Zeitung , 4 Οκτωβρίου.

Franzius, Claudio- Preuss, Ulrich, Κ. (2012) : Το μέλλον της ευρωπαϊκής δημοκρατίας . Δημοσιεύθηκε από το ίδρυμα Heinrich Böll Stiftung, Βερολίνο.

Glienicker Grouppe (2013) : Κινητικοί, Δίκαιοι, Ενωμένοι, σε : Die Zeit, 17 Οκτωβρίου, σ. 30.

Habermas, Jürgen (2011) : Για το Σύνταγμα της Ευρώπης. Ένα δοκίμιο. Βερολίνο: Suhrkamp.
- (2013) : Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Από τη δυστυχία του κατακερματισμού του έθνους-κράτους σε μια καπιταλιστικά ολοκληρωμένη παγκόσμια κοινωνία. Σε : Φύλλα για τη γερμανική και διεθνή πολιτική, 5ο.

Hacker, Björn (2013) : Στο δρόμο για τη δημοσιονομική ένωση και σταθερότητα; Τα σχέδια για μια ΄΄πραγματική΄΄ οικονομική και νομισματική ένωση : Stefan Rüb/Torsten Müller (εκδότες) : Οι εργασιακές σχέσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης - Οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις της κρίσης του ευρώ. Αφιέρωμα για τον Hans-Wolfgang Platzer, Μπάντεν-Μπάντεν.

Piris, Jean-Claude (2012) :(The Future of Europe. Towards a Two-Speed EU?) Το μέλλον της Ευρώπης. Προς δύο ταχύτητες ΕΕ; Cambridge : Cambridge University Press.

Platzer, Hans-Wolfgang (2012) : Μια νέα πολιτική αρχιτεκτονική της ΕΕ; Επιλογές για μια κοινωνική και δημοκρατική εμβάθυνση της ολοκλήρωσης, Διεθνής Πολιτική Ανάλυση , Friedrich- Ebert-Stiftung, Βερολίνο. -2009 ) : Θεσμικός Μινιμαλισμός : Η κοινωνική πολιτική της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις της σύμβασης από τη Νίκαια στη Λισαβόνα, σε : ολοκλήρωση1, 32

Platzer, Hans-Wolfgang-Ruhland, Walter (1994) : Πια Γερμανία σε πια η Ευρώπη. Δημοσκοπηκές αναλύσεις, κοινωνικοί αντίλογοι, κοινωνικές προοπτικές, Βόννη : Dietz.

Streeck, Wolfgang (2013) : Αγορασμένος χρόνος - Η αναβληθείσα κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού. Βερολίνο: Suhrkamp.

Vandenbroucke, Frank (2013) : Ευρώπη: Η κοινωνική πρόκληση . Ο καθορισμός του κοινωνικού στόχου της Ένωσης είναι μια αναγκαιότητα και όχι πολυτέλεια, Opinion Paper , Observatoire Social Européen, No.11



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU