Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Επείγει η διττή στροφή της Ε.Ε.

Ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος και ο πολιτικός επιστήμονας και υποψήφιος ευρωβουλευτής του Σύριζα Δημήτρης Χριστόπουλος, ιδρυτικά μέλη της Πρωτοβουλίας για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, συζητούν για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Αριστερά εν όψει των Ευρωεκλογών του 2014
από το online περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ
Αντώνης Λιάκος: Δημήτρη, από τη μια βλέπω τις αφίσες με καθημερινούς Ευρωπαίους που λένε «Ψήφισε στις ευρωεκλογές για να κάνεις εσύ κουμάντο στην Ευρώπη», από την άλλη διαβάζω τα δημοσιεύματα των Financial Times για την αποπομπή Παπανδρέου στη σύνοδο των G8 στις Κάννες. Δύο μηνύματα που στρέφονται το ένα εναντίον του άλλου. Με το πρώτο σού λένε ψήφισε γιατί η Ευρώπη εξαρτάται από σένα, με το δεύτερο αντιλαμβάνεσαι ότι αλλάζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όχι απλώς ερήμην των λαών, αλλά ερήμην και των ίδιων των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις Κάννες δεν συνήλθε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ούτε καν η Κομισιόν. Σε μια συνάντηση κορυφής των ηγετών των πλουσιότερων χωρών του κόσμου αποφασίζεται να αλλάξουν κυβερνήσεις δύο χώρες: η Ελλάδα και η Ιταλία. Αποφασίζεται πώς θα κυβερνηθούν. Εκεί μιλούν για «δικαιοσύνη Παλαιάς Διαθήκης», δηλαδή οφθαλμόν αντί οφθαλμού και σκληρή τιμωρία για παραδειγματισμό των άλλων Ευρωπαίων. Επομένως, γιατί ο πολίτης να ψηφίσει στις ευρωεκλογές, κι εσύ τι δουλειά έχεις εκεί ως υποψήφιος;
Δημήτρης Χριστόπουλος: Αντώνη, εδώ και χρόνια η Ευρώπη έχει διέλθει από την εποχή του λεγόμενου «δημοκρατικού ελλείμματος» και έχει κάνει ένα άλμα στο δημοκρατικό κενό. Δεν συζητάμε απλώς για ένα έλλειμμα αρμοδιοτήτων του Ευρωκοινοβουλίου –καθώς αυτό υπήρχε ανέκαθεν– αλλά κάτι δομικά πιο κρίσιμο. Το Κοινοβούλιο σιγά σιγά αυξάνει τις δυνάμεις του, π.χ. τώρα πλέον εκλέγει τον πρόεδρο της Επιτροπής, αλλά το επίδικο είναι αυτό που λες: ότι τώρα πλέον οι μεγάλες πολιτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται καν στο επίπεδο των θεσμών, αλλά σε αυτό της αμεσολάβητης ισχύος. Το δε Ευρωπαϊκό Δικαστήριο παρακολουθεί αμήχανα… 
Εδώ πλέον έχουμε σταδιακά μια στροφή από κανόνες –όποιοι και να ήταν αυτοί– σε απλές αποφάσεις που επικυρώνονται απλώς διά της ηγεμονίας αυτών που τις λαμβάνουν. Ε, λοιπόν, αυτό δημοκρατία δεν είναι. Δεν ξέρω πώς να το πούμε, πάντως, σίγουρα η τιμή του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν του αξίζει. Αν ο πολίτης δεν ψηφίσει στις ευρωπαϊκές εκλογές, η αίσθησή μου είναι ότι η νέα αυτή κατάσταση πραγμάτων θα εδραιωθεί –εδραιώνεται δηλαδή ούτως ή άλλως–, με αποτέλεσμα την περαιτέρω απαξίωση του μοναδικού αντιπροσωπευτικού θεσμού της Ε.Ε. με ό,τι αποτελέσματα αυτό μπορεί να έχει για το ευρωπαϊκό μέλλον. Διότι να μην ξεχνάμε: ναι μεν η ευρωπαϊκή οικοδόμηση ξεκίνησε από τον άνθρακα και τον χάλυβα –δηλαδή το βαρύ ευρωπαϊκό βιομηχανικό κεφάλαιο–, αλλά στο επίπεδο του εποικοδομήματος υπήρξαν κάποια δημοκρατικά κεκτημένα. Αν τα απολέσουμε, τότε πραγματικά δεν βλέπω σε τι το σχέδιο μπορεί να αξίζει. Εξάλλου, τώρα πλέον ούτε άνθρακας ούτε χάλυβας υπάρχουν ώστε να δίνουν γραμμή. Τράπεζες έχουμε. 
Κάπως έτσι τα βλέπω τα πράγματα: αν η Ευρώπη συνεχίσει στον δρόμο του ευρωπαϊκού κενού, της απαξίωσης της εργασίας και του εκφυλισμού της δημοκρατίας, απλώς δεν θα έχει λόγο να υπάρχει. Όπως πάει λοιπόν, το τρώει το κεφάλι της, και η χώρα που είναι στην εμπροσθοφυλακή της κρίσης, η Ελλάδα, βιώνει πιο οδυνηρά τους κραδασμούς αυτούς.
Α.Λ.: Αυτό που λες, Δημήτρη, μου θυμίζει κάπως τη θεωρία του παρία. Ο παρίας, ο απόβλητος, είναι εκείνος που μπορεί να σώσει την κοινωνία γιατί μπορεί να θέσει ξανά τους κανόνες με τους οποίους συγκροτείται το σύστημα. Να τους θέσει με δίκαιο τρόπο, επειδή ο ίδιος βρίσκεται απέξω και στην πιο δυσμενή θέση. Όλες οι θεωρίες της κοινωνικής αλλαγής, αλλά και οι σωτηριολογικές, είχαν ως πυρήνα τους τη θεωρία του παρία και του απόβλητου – από τον χριστιανισμό έως τον μαρξισμό. Μπορεί να φαίνεται υπερβολικά θεωρητικό και αφηρημένο, αλλά αν ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι σήμερα είναι η αδιαμεσολάβητη ισχύς που θέτει τους κανόνες, τότε η Ελλάδα, ή μάλλον η συνείδηση του τι συνέβη στην Ελλάδα, γιατί η χώρα βρέθηκε στη θέση του απόβλητου, πρέπει να μεταμορφωθεί σε μια επιδίωξη μιας νέας τάξης, νέων κανόνων. 
Από την άποψη αυτή, η ελληνική Αριστερά, κι εσύ ανάμεσά της, ερχόσαστε σ’ εμάς τους εκλογείς ή οφείλετε να πάτε στο Ευρωκοινοβούλιο με προτάσεις αναδιοργάνωσης της ίδιας της Ευρώπης. Ποιες είναι αυτές; Γιατί εδώ οφείλω να σου επισημάνω επίσης ...
τον κίνδυνο η θεωρία του παρία να γίνει μια φενάκη του ίδιου του παρία, και να νομίζει ότι η παρουσία του μοναχά μπορεί να γίνει θρυαλλίδα αλλαγών στην Ευρώπη. Αυτό είναι το ένα ερώτημα.
Δ.Χ.: Όπως λες, «η συνείδηση του τι συνέβη στην Ελλάδα» είναι αυτή που μπορεί να μεταμορφωθεί σε μια δημιουργική αμφισβήτηση. Είναι αναγκαία και όχι ικανή προϋπόθεση. Σε αυτό επαυξάνω. Καμία παρουσία κανενός δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις κρίσιμες πολιτικές ανατροπές χωρίς πρόγραμμα και στρατηγικές. Ακόμη περισσότερο, το ότι επιλέγουμε το μέρος του αδύναμου στον πολιτικό ανταγωνισμό δεν συνεπάγεται βέβαια ότι ο αδύναμος –αδύναμος είτε από την άποψη του πολιτικού κύρους είτε της οικονομικής εξουσίας– έχει πάντα δίκιο επειδή είναι αδύναμος. Και αυτός πρέπει διαρκώς να τίθεται υπό τη βάσανο της κριτικής, ειδάλλως θα μένει μονίμως ανήλικος και ανώριμος, αδύναμος ων, υπό την πατερναλιστική προστασία αυτών που φέρονται πως τον εκφράζουν. 
Άρα ο παρίας ούτε έχει εξ ορισμού δίκιο, ούτε το δίκιο του φτάνει προκειμένου να ανατρέψει την κατάσταση. Η στρατηγική είναι το όπλο του αδυνάτου. Εδώ θα δοκιμαστεί και η δική μας δυνατότητα, ως Αριστερά, να μπορέσουμε την ίδια στιγμή που μαχόμαστε για την ανάσχεση της επίθεσης στην κοινωνία και τη δημοκρατία, να κρατήσουμε το μυαλό μας καθαρό για τη χάραξη συγκεκριμένων προτάσεων στις δημόσιες πολιτικές, τόσο στο επίπεδο της οικονομίας όσο και σε αυτό των θεσμών, που είναι, όπως ξέρεις, ζήτημα κοντά στα δικά μου ενδιαφέροντα. 
Το επείγον αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη είναι λοιπόν η διττή στροφή: στροφή από τη νεοφιλελεύθερη συνταγή μέσα από ένα ευρωπαϊκό new deal στην οικονομία, και συνάμα στροφή για την ανάταξη της δημοκρατίας. Δεν ξέρω αν «η Ευρώπη ή θα είναι κοινωνική ή δεν θα είναι Ευρώπη», όπως άκουσα πρόσφατα από υπεύθυνα χείλη, ξέρω όμως ότι αν η Ευρώπη δεν είναι δημοκρατική, δεν αξίζει να υπάρχει.
Α.Λ.: Από την απάντησή σου όμως προκύπτει και ένα άλλο ερώτημα: Αν η Ευρώπη συγκροτήθηκε ως οικονομικός και πολιτικός χώρος –αφενός ως αντίπαλο δέος στην τότε Ε.Σ.Σ.Δ. και αφετέρου ως ενοποίηση της βαριάς της βιομηχανίας, δηλαδή της παραγωγικής της βάσης–, σήμερα πού βρισκόμαστε; Άραγε μπορούν οι τράπεζες να αποτελέσουν στοιχείο ενοποίησης και μάλιστα ενοποίησης με κανόνες και δημοκρατικές διαδικασίες; Η Ευρώπη επικαλείται συνεχώς την ανταγωνιστικότητα απέναντι στους καινούριους οικονομικούς γίγαντες για να μειώσει τους μισθούς, να κατεδαφίσει το κράτος πρόνοιας, να απογυμνώσει την εργασία. Και τα δύο ζητήματα ανοίγουν το κεφάλαιο «Ευρώπη και παγκοσμιοποίηση». Κάποιος θα πρέπει να βάλει κανόνες στη νέα ιστορική φάση της παγκοσμιοποίησης. Ποιος; Εδώ η Ευρώπη είναι εμφατικά απούσα. Και τα δύο σκέλη της ερώτησής-σχολίου μου οδηγούν στην ανάγκη μιας πρότασης αναδιοργάνωσης της Ευρώπης.
Δ.Χ.: Η Ευρώπη είναι εμφατικά απούσα από τη συζήτηση αυτή για την πολιτική ρύθμιση των νέων προβλημάτων της εποχής της παγκοσμιοποίησης, διότι απλώς δεν έχει τι να πει. Βιάστηκε στο όνομα της πρόσδεσής της με τις στρατηγικές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα να φτιάξει νόμισμα, χωρίς προηγουμένως να έχουν σφυρηλατηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις οικοδόμησης αλληλεγγύης ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη. 
Τα έθνη φτιάχνουν νόμισμα, δεν φτιάχνει το νόμισμα έθνη. Έτσι λοιπόν, στην πρώτη δυσκολία –και μάλιστα σκληρή δυσκολία όπως η συγκυρία που ζούμε– τα ευρωπαϊκά έθνη επιστρέφουν στις δικές τους αφηγήσεις, αναβιώνουν τα οικεία στερεότυπα όλων έναντι όλων, και αναβιώνουν οι ευρωπαϊκοί εθνικισμοί. Η Ε.Ε. θέλησε μια νομισματική ένωση χωρίς ικανές προϋποθέσεις πολιτικής ένωσης και φυσικά η νεοφιλελεύθερη βιασύνη, η υπαρξιακή αναμέτρηση με τον χρόνο που ποτέ δεν φτάνει, μας οδήγησε στο αδιέξοδο που ζούμε: στη μετατροπή αυτού που στην αρχή ονομάσαμε κρίση, σε ένα νέο καθεστώς, σε μια νέα ρουτίνα στις ζωές μας. 
Η κυρίαρχη γραμμή που υπάρχει σήμερα, δηλαδή η μείωση του εργασιακού κόστους στο όνομα της ανταγωνιστικότητας με τους νέους οικονομικούς γίγαντες της υφηλίου, δεν είναι απλώς κοινωνικά οδυνηρή. Είναι πρωτίστως ιστορικά ανεδαφική. Η Ευρώπη δεν μπορεί να «κινεζοποιηθεί» όσο και κάποιοι να το θεωρούν ως τη μόνη λύση. Να σ’ το προχωρήσω: ακόμη κι αν υποθέσουμε, για λόγους οικονομίας της κουβέντας, ότι αυτή είναι η μόνη λύση για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας –που δεν είναι φυσικά–, η λύση αυτή είναι επιεικώς ανιστόρητη. Κανείς δεν είναι μάντης να προβλέψει πού θα βρίσκεται η Ευρώπη σε μια δεκαετία από σήμερα, όπως κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει το 2000 πού θα βρισκόταν σήμερα. Ούτε μπορούμε να πούμε πως η Ευρώπη είναι καταδικασμένη από κάποια μοίρα να μένει ενωμένη. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι όταν η Ευρώπη δεν είναι ενωμένη, γεννάει τη βία και τη διαίρεση. Αυτός είναι ο μπούσουλας για μένα. 
Απέναντι στο νέο καθεστώς για το οποίο έκανα λόγο, η Αριστερά δεν μπορεί να είναι δύναμη παλινόρθωσης της προ κρίσης Ευρώπης, αλλά δύναμη που θα κομίσει νέες ιδέες δικαιοσύνης και δημοκρατίας ενάντια σε αυτό το καθεστώς. Αυτό φυσικά θέτει τους «λαούς απέναντι στη Μέρκελ», αλλά μας θέτει και ενώπιον του κρίσιμου πολιτικού διλήμματος «μετά τη Μέρκελ τι;». Εδώ, θα συμφωνήσω πως η Αριστερά θέλει δουλειά πολύ. 
Πάντως, σήμερα το πρώτο βήμα είναι η προσπάθεια να βγει μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ με ικανό εκλογικό προβάδισμα την Κυριακή των ευρωεκλογών ώστε τουλάχιστον να καταλάβουν κάποιοι κάποιοι ότι «η υπομονή μας τελείωσε». Διότι αν δεν γίνει αυτό, τότε θα καταλάβουν ότι αντέχουμε κι άλλο. Και αυτό θα συνεχίσει τον μονόδρομο της καταστροφής. Δεν συμφωνείς ότι σήμερα προέχει η ενίσχυση της Αριστεράς;
Α.Λ.: Ναι, η ενίσχυση της Αριστεράς στις Ευρωεκλογές προέχει. Και για έναν άλλο λόγο. Γιατί όσο αποκτά δύναμη η Αριστερά, τόσο ωριμάζει. Απόδειξη το debate των πέντε υποψηφίων στις Βρυξέλλες. Αφενός προσέδωσε στον Τσίπρα το statusενός Ευρωπαίου statesman και έφερε συνολικά την Αριστερά, και όχι μόνο την ελληνική στο κομβικό σημείο των ευρωπαϊκών προβλημάτων. Αφετέρου, η κατεύθυνση της συζήτησης, με τους ηγέτες της Αριστεράς και των Πρασίνων, δημιούργησε έναν άλλο ορίζοντα προσδοκιών. 
Επομένως ποια πρόταση, ποιο πρόγραμμα, ποιες προτεραιότητες και συμμαχίες για την αλλαγή στην Ευρώπη; Τι θα προτείνετε στο Ευρωκοινοβούλιο ως ομάδα που θα αντιπροσωπεύει την ελληνική Αριστερά σε μερικά φλέγοντα ζητήματα που είναι στο δικό σου πεδίο; Και εδώ θα ήθελα τη συμβολή σου σε δύο ζητήματα που ξέρω πως σε απασχολούν.
1) Μετανάστευση: βρισκόμαστε μάρτυρες καταστροφικής πολιτικής που κάνει τη Μεσόγειο νεκροταφείο ανθρώπων που ζητούν την ελπίδα. Η ευρωπαϊκή κοινωνία εθίζεται στην ωμότητα. Ποια θα πρέπει να είναι μια ευρωπαϊκή μεταναστατευτική πολιτική;
2) Πώς θα αποκρουστεί ο φασισμός από την ευρωπαϊκή ήπειρο; Με την ήπια μορφή της ενσωμάτωσης, την οποία αρχικά είχε επιλέξει ο Φίνι στην Ιταλία και τώρα ακολουθεί η Λεπέν στη Γαλλία, ή με τη μορφή της βίαιης αντιπαράθεσης, όπως στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής; Ο φασισμός έχει γίνει πια μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού, το στρέφει συνολικά προς τα δεξιότερα, ή συμμετέχει ακόμη και στη διακυβέρνηση, όπως στην Ουγγαρία και τη Νορβηγία (και βεβαίως στην Ουκρανία).
Δ.Χ.: Το μεταναστευτικό είναι η συμπύκνωση όλων των δύσκολων ταξικών, εθνικών και δημογραφικών αντιφάσεων των καιρών της παγκοσμιοποίησης. Αριστερή στρατηγική στο μεταναστευτικό σημαίνει κρίσιμες αξιακές αποστάσεις από τη λογική τής με κάθε κόστος ανάσχεσης των μεταναστευτικών ροών που είναι κυρίαρχη σήμερα στην Ευρώπη και οδηγεί στα Φαρμακονήσια, και ταυτόχρονα πολιτικές ενσωμάτωσης ως συμπερίληψης στον λαό για τους ανθρώπους που έχουν μεταφέρει εδώ το κέντρο των βιοτικών τους σχέσεων. 
Στο δύσκολο ερώτημα «Τι κάνουμε με τους ανθρώπους που έρχονται και δεν έχουν τι να κάνουν περιμένοντας να φύγουν;», η Αριστερά πρέπει να δώσει απαντήσεις συγκεκριμένες και να αποφεύγει τα ευχολόγια. Αλληλεγγύη χρειάζεται, αλλά δεν αρκεί. Το πρώτο που έχουμε είναι ότι γενικώς στην Ελλάδα πλανάται –αριστερά και δεξιά– ο αστικός μύθος του Δουβλίνου ΙΙ ως αιτία του κακού. Το πρόβλημα –λέω και ξαναλέω– έχει να κάνει με τον χώρο Σένγκεν που επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία μόνο των νόμιμων μεταναστών. Εδώ η Ελλάδα καλείται να κάνει μία ακόμη δύσκολη διαπραγμάτευση με την Ε.Ε. καθώς δέχεται δυσανάλογα μεγάλες ροές εξαιτίας της θέσης της. 
Αυτό όμως προϋποθέτει μια μεγάλη προσπάθεια ταυτοποίησης και καταγραφής ενός τμήματος του πληθυσμού, το οποίο θα πρέπει να βγει από τα υπόγεια στα οποία έχει μπει εξαιτίας του Ξένιου Διός. Και έπειτα μια προσπάθεια αναλογικού και δίκαιου καταμερισμού αυτού του πληθυσμού εντός της Ένωσης, το λεγόμενο burden sharing. Ο δρόμος δεν είναι καθόλου εύκολος, πάντως η σημερινή κατάσταση είναι σίγουρα αδιέξοδη και καταστροφική βάζοντας νερό στον ακροδεξιό μύλο.
Με τον φασισμό δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα. Όσο κυρίως η κατάσταση είναι αυτή που είναι, το ακροδεξιό ευρωπαϊκό κτήνος θα αφυπνίζεται. Αν δεν αλλάξει, όποια μέτρα ανάσχεσης του φασισμού και να λαμβάνουμε στο νομικό πεδίο, πάντα θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τη σκοτεινή πλευρά μας. Και η ποινική δίωξη είναι μέσα στο οπλοστάσιο. Αλλά φυσικά δεν είναι πανάκεια. 
Κακά τα ψέματα: ο φασισμός είναι η σκοτεινή πλευρά της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Ούτε πρωτογονισμός είναι ούτε «υπανάπτυξη» όπως βάλθηκαν να μας πείσουν. Μια χαρά πάει και πήγε με την «ανάπτυξη»… Αν η Ευρώπη δεν στρίψει αριστερά, τότε μπροστά μας δεν έχουμε το όραμα του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού που ευαγγελίζονται οι κυβερνώντες, αλλά αυταρχικές εθνικές διακυβερνήσεις οι οποίες ενώ στο επίπεδο της ιδεολογίας θα αναπαράγουν τον οικείο αγοραίο εθνικισμό τους, στο πεδίο της οικονομίας θα είναι πλήρως υποταγμένες στο μοντέλο της συμπίεσης του εργασιακού κόστους στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Ο χειρότερος συνδυασμός δηλαδή. 
Εκεί νομίζω πως τοποθετείται και ένας σύγχρονος κριτικός αριστερός λόγος στην Ευρώπη: σε μια έντιμη υπέρβαση τόσο της νεοφιλελεύθερης φιλοευρωπαϊκής απολογίας της συναίνεσης όσο και της αντιευρωπαϊκής εθνικιστικής υστερίας της απόρριψης και όχι βέβαια την προτίμηση σε κάποιο από τα δύο. Έτσι νομίζω πως θα βάλουμε τον φασισμό ξανά για ύπνο. Να τελειώνουμε εύκολα με δαύτον δεν το βλέπω. Εσύ τι λες; 
Α.Λ.: Έως τώρα η θεσμική συγκρότηση της Ευρώπης βασίστηκε σε μια δυσπιστία προς τη λαϊκή νομιμοποίηση. Επιπροσθέτως δύο δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού έχουν διαποτίσει με αυτή τη συγκεκριμένη φιλοσοφία τους ανθρώπους που δουλεύουν για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αλλά και τους θεσμούς που συγκροτούνται. Απέναντί τους όμως δεν έχουν έναν ευρωπαϊκό ομοιογενή δήμο. Ας θυμηθούμε την εμπειρία του αποτυχημένου Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Μας έδειξε ότι στον αντίποδα δεν έχεις μόνο τις προοδευτικές δυνάμεις αλλά και τον δεξιό εθνικισμό. Αυτό που αντιμετωπίζει κανείς στην Ευρώπη είναι μια κατακερματισμένη κοινωνία. 
Την ίδια εικόνα μάς έδειξε και ο πρώτος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών στην Ελλάδα. Η κρίση δεν ομογενοποιεί την κοινωνία πολιτικά αναδιατάσσοντας από τη μια τις λαϊκές και προοδευτικές δυνάμεις της υπέρβασης της κρίσης, και από την άλλη μεριά τους ολίγους υποστηρικτές της πολιτικής λιτότητας και αυταρχισμού. Η κρίση κατακομμάτιασε τις παλιές δυνάμεις, αλλά δεν εκκαθάρισε το έδαφος για την επέλαση των νέων δυνάμεων, για την πρόοδο της Αριστεράς. 
Σε μια τετραετία κρίσης αναπτύχθηκε μια καινούρια πυκνή βλάστηση πάνω στο έδαφος της κρίσης. Και μέσα στη βλάστηση αυτή ελλοχεύουν κάθε είδους άγρια ζώα, και βεβαίως τα φασιστικά. Πρόκειται για ένα οικοσύστημα της κρίσης το οποίο θα πρέπει να το καταλάβουμε αποφεύγοντας δυϊστικά και απλουστευτικά σχήματα κατηγοριοποίησης. Έως τώρα λέγαμε ότι η κρίση παγιώθηκε σε καθεστώς. Αλλά κάθε καθεστώς δημιουργεί τις δυνάμεις αναπαραγωγής του. Εδώ καλείται η Αριστερά να παρέμβει. Το πρόβλημα της κοινωνικής αλλαγής θα πρέπει να το κατανοήσουμε ως πρόβλημα ανασύνταξης της κοινωνίας. Κι εδώ χρειάζεται μια θεωρητική και πολιτική ευρυχωρία που μπορεί να δεξιωθεί το σύνθετο και την πολυπλοκότητα. 

1 σχόλιο:

  1. Ο κ. Λιάκος λέει όλα αυά ως πρόεδρος του ΟΠΕΚ του κ. Σημίτη;

    (ΟΠΕΚ: το θινκ τανκ του σημιτισμού)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU