Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Η Αριστερά ως ιστορική πολιτική διαδικασία, και όχι ως παρένθεση…

του Αλέξανδρου Παναγόπουλου*
Μία από τις βασικές γνώσεις που αποκτούν οι προπτυχιακοί φοιτητές των πανεπιστημιακών τμημάτων Ιστορίας, κυρίως στα εισαγωγικά μαθήματα θεωρίας και μεθοδολογίας, είναι ότι η ιστορική επιστήμη αναζητά να κατανοήσει τις ανθρώπινες κοινωνίες και τους πολιτισμούς μέσα από “χρονικότητες”. Όχι δηλαδή μέσω του ενιαίου και μοναδικού γραμμικού χρόνου αλλά μελετώντας φαινόμενα και δομές εντός της ιδιαίτερης διάρκειάς τους. Αυτή η επισήμανση των πολλαπλών χρόνων έχει διπλή στόχευση: αφενός απομακρύνει την έρευνα από τις συμβατικές και παρωχημένες περιοδολογήσεις για το παρελθόν ενθαρρύνοντας τη διαμόρφωση νέων, περισσότερο εστιασμένων θεματικά ενώ, αφετέρου, προσφέρει μία μεθοδολογική πρόταση αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης και ερμηνείας των μεγάλων ιστορικών αλλαγών.
Η δεύτερη αυτή διάσταση μας καλεί να σκεφτόμαστε τις μεγάλες αλλαγές που συνέβησαν στο παρελθόν ως διαδικασίες, δηλαδή ως φαινόμενα που ενσωματώνουν διάρκειες και χρόνους διαφορετικής έντασης κι όχι ως απότομες ή ξαφνικές μεταβολές. Που περικλείουν συγκρούσεις και ρήξεις με τις έως τότε καθιερωμένες πρακτικές, προϋποθέτουν τη διαμόρφωση νέων υποκειμενικοτήτων και, τελικά, απολήγουν σε διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης και διευθέτησης των κοινωνικών (πολιτικών, οικονομικών κλπ.) εξελίξεων και προβλημάτων. Πρόκειται στην ουσία για ένα σχήμα που ξεπήδησε από τη γαλλική ιστορική σχολή των Annales και το έργο του σπουδαιότερου ίσως εκπροσώπου της, του Φερνάν Μπρωντέλ, αλλά και από το θεωρητικό έργο του ιστορικού της επιστήμης, Τόμας Κουν, γύρω από την έννοια του Παραδείγματος.
Πώς θα μπορούσε όμως αυτή η προσέγγιση να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τα όσα συμβαίνουν τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια στην Ευρώπη και την Ελλάδα (αλλά και διεθνώς) και ειδικότερα τις εξελίξεις του τελευταίου οχταμήνου αλλά και πώς θα μπορούσε να βοηθήσει να σκεφτούμε για το κοντινό μέλλον; 

Βιώσαμε και βιώνουμε τις συνέπειες μιας διαδικασίας που ξεκίνησε το 2010 και ενσωματώνει ένα σύνολο θεσμικών αλλαγών που μετέβαλαν ριζικά την ελληνική οικονομία και κοινωνία. 

Η εποχή της ευημερίας της δεκαετίας του 1990 και του πρώτου μισού της δεκαετίας του 2000 ανήκει πια στο παρελθόν και στη θέση της εμφανίστηκαν οι οδυνηρές εμπειρίες της οικονομικής ύφεσης και της ραγδαίας επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης (κυρίως για τα μικρομεσαία και πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα). Το κόστος επομένως ήταν και παραμένει ασύμμετρο ενώ το πλήγμα για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και εν γένει για τη δημοκρατία υπήρξε τεράστιο κι έχει ήδη επισημανθεί από πολλές και διαφορετικές φωνές.

Προκειμένου δε να αιτιολογηθεί και να δικαιολογηθεί η βαθμιαία καταστροφή που συντελέστηκε, οι πολιτικές που επιβλήθηκαν παρουσιάστηκαν από την πολιτική και οικονομική ελίτ της ΕΕ, καθώς και τους εγχώριους ομοϊδεάτες της, ως οικονομική αναγκαιότητα κι όχι ως ιδεολογία, ως αποκλειστικά ελληνική ιδιαιτερότητα, ενώ επιχειρήθηκε η συλλήβδην ενοχοποίηση του ελληνικού λαού ως μοναδικού υπεύθυνου για όσα βιώνει. 
Η επιμονή σ’ αυτό το αφήγημα, παρά τις πραγματικά αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που όφειλε να προωθήσει το ελληνικό κράτος (ανασυγκρότηση παραγωγικού ιστού, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και της απονομής δικαιοσύνης κ.ά.), υποβάθμισε τη σημασία του συγκεκριμένου προγράμματος «εξόδου» από την κρίση ως πολιτικής επιλογής και συσκότισε βαθύτερες δομικές αιτίες της με δια-εθνική (transnational) εμβέλεια. 
Διευκόλυνε έτσι τη διαμόρφωση και την ταχεία αναπαραγωγή ουσιοκρατικών, ημι-μεταφυσικών ερμηνειών της ελληνικής περίπτωσης (τεμπέλης Νότος-εργατικός Βορράς, η τάση του Έλληνα για παραβατική συμπεριφορά, ο Έλληνας που δεν παράγει, κλπ.) καθιστώντας τη φτωχοποίηση των Ελλήνων ως την αναπόδραστη υπερβατική τιμωρία τους.
Πλάι, ωστόσο, σ’ αυτή τη βίαιη διαδικασία αλλαγής βρίσκεται σε εξέλιξη μία άλλη, σαν αποτέλεσμα και σαν αντίδραση στις καταστροφικές επιπτώσεις της πρώτης, που είναι ανάγκη κατ’ αρχήν να τη δούμε ως τέτοια. 

Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 υπήρξε συνέπεια συσσωρευμένης απογοήτευσης και δυσαρέσκειας τόσο από τις συνεχιζόμενες πολιτικές της λιτότητας που προβλέπονταν από τους όρους του δανεισμού όσο και από την αναποτελεσματικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων. 
Για τις νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές ελίτ, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπήρξε η χειρότερη δυνατή εξέλιξη στο ελληνικό ζήτημα ακριβώς επειδή διεκδικούσε να αλλάξει τους όρους σε σχέση με το άνισα κατανεμημένο κόστος της κρίσης. Άλλωστε, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία υπέστη λυσσαλέα επίθεση με σκοπό τη γρήγορη ανατροπή της από τους γραφειοκράτες Βρυξελλών, Βερολίνου και Φραγκφούρτης, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του καλοκαιριού. 
Η εκβιαστική τακτική που ακολουθήθηκε απέναντι στη χώρα οδήγησε τελικά στην υπογραφή μιας συμφωνίας που συνεχίζει τις πολιτικές λιτότητας, γεγονός που με τη σειρά του είχε ως αποτέλεσμα την ταύτιση του ΣΥΡΙΖΑ με τις προηγούμενες κυβερνήσεις και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι απλώς απέτυχε. 

Όμως, κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο, μία τέτοια αντίληψη δεν αντιμετωπίζει την άνοδο της Αριστεράς ως διαδικασία (με την έννοια που αναφέρεται παραπάνω) που βρίσκεται ακόμη στην αρχή της. Αντίθετα, ενισχύει τη θεωρία της αριστερής παρένθεσης, αξιολογεί τα γεγονότα σε χρόνο ενεστώτα χωρίς ορίζοντα μελλοντικών προσδοκιών και φιλοδοξεί να απαλλαγεί από την Αριστερά οριστικά αναβιώνοντας στη χώρα τις γνωστές συντηρητικές δυνάμεις.

Όσοι υποστηρίζουν ότι κατά τις επαφές και τη διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους η κυβέρνηση δεν πέτυχε τίποτα, δεν μπορεί παρά να πάσχουν από πολιτική μυωπία

Το ελληνικό πρόβλημα έγινε γνωστό παγκοσμίως, αναδείχθηκαν με μεγάλη σαφήνεια τα κριτήρια των πολιτικών επιλογών, το γερμανικό μοντέλο άρχισε να αμφισβητείται ευθέως, ο άξονας Γαλλίας-Γερμανίας ράγισε, η συζήτηση για το χρέος τέθηκε σε νέα βάση και οι φωνές αλληλεγγύης εντός κι εκτός των θεσμών της ΕΕ απέναντι στην Ελλάδα άρχισαν να ακούγονται πιο δυνατά. Βέβαια, ο αρχικός στόχος δεν επιτεύχθηκε. 

Οι συσχετισμοί ισχύος δεν επέτρεψαν την άρση των πολιτικών που βυθίζουν τη χώρα στο σκοτάδι της ύφεσης. Επιπλέον, στο σύντομο αυτό διάστημα η κυβέρνηση με το ζήτημα της συμφωνίας σε εκκρεμότητα δεν κατόρθωσε να υλοποιήσει μέρος των προεκλογικών της δεσμεύσεων. 

Όμως, αυτοί οι οχτώ μήνες επέφεραν μία πρώτη ρηγμάτωση στο μέχρι πρότινος στέρεο νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. 
Έτσι χρειάζεται να αντιμετωπίσουν οι προοδευτικοί άνθρωποι της χώρας το τελευταίο διάστημα, ως την απαρχή μόνο μιας διαδικασίας σε εξέλιξη που έχει ακόμη πολλά στάδια. Και αυτός είναι ο λόγος που απαιτείται να εξακολουθήσουν να στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως τη μοναδική ελπίδα να συνεχιστεί. 
Σε αντίθετη περίπτωση, αν αυτή η διαδικασία ανακοπεί, τότε χάνονται μαζί της κι οι δυνατότητες να ανασταλούν οι κατάφωρες αδικίες από τις σκληρές πολιτικές των τελευταίων πέντε ετών (του φασιστικού κινδύνου μη εξαιρουμένου).

Βρισκόμαστε σ’ ένα χρονικό σημείο όπου οι δύο διαδικασίες αλληλεπικαλύπτονται αλλά οι εντάσεις στις διάρκειές τους είναι διαφορετικές. Ο μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τις πολιτικές των κυρίαρχων ελίτ πραγματοποιήθηκε, πρόκειται επομένως για διαδικασία που εκπνέει. Η αντίσταση απέναντι σε αυτές όμως – και μάλιστα με θεσμική μορφή που την νομιμοποίησαν – έχει μόλις λίγους μήνες ζωής. 

Είναι στο χέρι του ΣΥΡΙΖΑ να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις ώστε να ανταποκριθεί στις (έστω μειωμένες πλεόν) προσδοκίες. Είναι στοίχημα για την Αριστερά να συμβαδίσει με τις επιθυμίες της πλειοψηφίας (τουλάχιστον) αυτού του ιδιαίτερα ετερογενούς συλλογικού υποκειμένου που την ανέδειξε κυρίαρχη πολιτική δύναμη. 

Ήδη, οι αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν την περίοδο που βρέθηκε στην εξουσία ως παρένθεση. Η απάντηση πρέπει να είναι πως υπήρξε απλώς η αρχή μιας βαθιά πολιτικής ιστορικής διαδικασίας που θα έχει συνέχεια

Ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι είναι φιλοευρωπαϊκή δύναμη κι ότι δεν επιθυμούσε την έξοδο από το ευρώ (αλήθεια, όσοι διακήρυτταν επίμονα το αντίθετο τι απέγιναν;). 

Δεν ψηφίστηκε για να φέρει συμφωνία με δυσμενείς όρους, αλλά δεν ψηφίστηκε ούτε για να βγάλει τη χώρα από το ευρώ. Έπρεπε να αναμετρηθεί λοιπόν με το δύσκολο θεωρητικό και πρακτικό ζήτημα για την Αριστερά της μετατροπής ενός κινήματος σε πολιτικό κόμμα, μίας πολυφωνικής συλλογικότητας σε κυβέρνηση όλων των Ελλήνων. 

Αυτή τη διάσταση αρνούνται να κατανοήσουν όσοι επικρίνουν τον ΣΥΡΙΖΑ από αριστερή σκοπιά, ότι πρόδωσε τις προσδοκίες του λαού και συμμορφώθηκε με τις επιταγές των δανειστών. Η αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μία δυσάρεστη εξέλιξη αλλά ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από τις δυνάμεις που βρίσκονται (Ποτάμι) και βρέθηκαν (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ) σε συμφωνία και αγαστή συνεργασία με τις ευρωπαϊκές ελίτ τα προηγούμενα χρόνια. 

Ας συνεχίσει η Αριστερά με τη στάση της να υπογραμμίζει την αδυναμία ή την απροθυμία τους να διαβάζουν και να αφουγκράζονται τις κοινωνίες. 

Ας μην τους αφήσει το εκλογικό σώμα να μιλούν για παρενθέσεις, ας μην τους επιτρέψει να προλάβουν τον ιστορικό χρόνο, ας επιχειρήσει να δώσει στην ενδεχομενικότητα της Ιστορίας αριστερή έκβαση.

πηγή fractal art

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU

Join the club...

...και στο facebook

Επισκέψεις αυτόν τον μήνα:

grupo de afinidad