Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Η λιτότητα οδηγεί σε αδιέξοδα και τους καπιταλιστές

του Μισέλ Iσόν (Michel Husson)*
Υπάρχουν, ακόμη και στους κόλπους του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ, οικονομολόγοι που ανησυχούν και λειτουργούν ως μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος του καπιταλισμού. Το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στη διάγνωσή τους και τις συστάσεις τους είναι ένα σύμπτωμα, μεταξύ άλλων, των διαστάσεων της σημερινής κρίσης.
Ο Μορίς Όμπστφελντ είναι ο Διευθυντής Ερευνών του ΔΝΤ. Η πρόσφατη παρουσίασή του σε συνέντευξη Τύπου των τελευταίων προοπτικών για την παγκόσμια οικονομία του ΔΝΤ πραγματοποιήθηκε κάτω από τον αστερισμό του πεσιμισμού και της απόγνωσης. Είναι βέβαιο, υποστήριξε, πως «δεν βρισκόμαστε σε κρίση». 
Ωστόσο, η διατύπωσή του, όπως επαναλήφθηκε από την πρόεδρό του, Κριστίν Λαγκάρντ, κατά την οποία «δεν βρισκόμαστε σε κατάσταση συναγερμού, αλλά σε κατάσταση επαγρύπνησης», δεν κρύβει, κατά βάθος τίποτα καθησυχαστικό. 
Γιατί η εφ’ όλης της ύλης διάγνωση έχει ως εξής: «Οι παγκόσμιοι δείκτες οικονομικής ανάπτυξης είναι ανοδικοί, αλλά ο ρυθμός τους, που γίνεται ολοένα και πιο απογοητευτικός, εκθέτει την παγκόσμια οικονομία σε κινδύνους. Η οικονομική ανάπτυξη υπήρξε πάρα πολύ αναιμική για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα».

Υπό τον όρο «κίνδυνοι», πρέπει να εννοήσουμε τα δημοσιονομικά, οικονομικά ή πολιτικά γεγονότα εκείνα που, εάν και εφ’ όσον επέλθουν, μπορεί να αποσταθεροποιήσουν ακόμη περισσότερο την παγκόσμια οικονομία. Για να τους αντιμετωπίσει, το ΔΝΤ προτείνει ένα πολιτικό τρίπτυχο: νομισματικό, δημοσιονομικό, και ας μην ξεχνάμε και τις αναπόφευκτες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». 

Ένας εκ των παρόντων δημοσιογράφων αντέδρασε με μια δόση αυθάδειας στην ανακοίνωση αυτού του προγράμματος: «Παρακολουθώ αυτές τις συσκέψεις επί 20 συναπτά έτη. Και ακούω διαρκώς τα ίδια πράγματα, ξανά και ξανά. Αναφέρεστε στο δημοσιονομικό, το νομισματικό και το θεσμικό σκέλος. Αλλά, όπως ήδη ξέρετε, το νομισματικό έχει σχεδόν εξαντληθεί και το δημοσιονομικό είναι για πολλούς απρόσιτο. Όσο για το θεσμικό, χρειάζεται πάρα πολύ χρόνο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τι πρέπει να κάνουμε για να βελτιώσουμε την κατάσταση βραχυπρόθεσμα;»

Απαντήσεις από λάθος οπτική γωνία

Τα δεινά του ΔΝΤ: διακρίνει μεν τους κινδύνους, αλλά
οι επαναλαμβανόμενες συστάσεις του γίνονται από λάθος οπτική γωνία.
Εξαιρετική ερώτηση, που περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο τα δεινά του ΔΝΤ
διακρίνει μεν τους κινδύνους, αλλά οι επαναλαμβανόμενες συστάσεις του γίνονται από λάθος οπτική γωνία
Έτσι, ο Όμπστφελντ μνημονεύει τις απώλειες κεφαλαίων από τις αναδυόμενες οικονομίες ως παράδειγμα «επεισοδίων που προκαλούν αναταράξεις» και εκφράζει τους φόβους του. Αντί να αναφερθεί στα ‘εργαλεία’ ρύθμισης των ισοτιμιών – κάτι που, στη θεωρία, αποτελεί μια από τις κυριότερες αποστολές του ΔΝΤ – παραπέμπει στο κεφάλαιο 2 των Προοπτικών όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αποδεικνύεται ότι η πλειοψηφία των αναδυόμενων κρατών «κατάφεραν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον κίνδυνο». Απίστευτο, αν σκεφτεί κανείς, για παράδειγμα, το σοκ που προκάλεσε η βίαιη απόσυρση κεφαλαίων στη Βραζιλία.

Ισοτιμία ρεάλ – δολαρίου
Η γραφική παράσταση που παραθέτουμε μας επιτρέπει να ξαναθυμηθούμε αυτή την ιστορία. Δείχνει πώς το ρεάλ της Βραζιλίας ανατιμήθηκε σημαντικά, αρχής γενομένης από το 2003: η ισοτιμία του ρεάλ της Βραζιλίας έναντι του δολαρίου έφθασε από τα 0,28 στα 0,62 δολάρια στις αρχές του 2011. Όπως ήταν φυσικό, η κρίση προκάλεσε την πτώση του το 2009, αλλά η ανθεκτικότητα των BRICS καθησύχασε τους επενδυτές, οι οποίοι δελεάστηκαν από τις αυξημένες αποδόσεις. Στα μέσα του 2011, όμως, αποσύρουν τα στοιχήματά τους: είναι το sudden stop, η βίαιη διακοπή εισόδου κεφαλαίων, που πυροδοτεί μια συνεχιζόμενη πτώση του ρεάλ, η οποία αντιστοιχεί σε υποτίμηση της τάξης του 60% σε σχέση με το δολάριο. Μπορεί κανείς να κουβεντιάσει ποια θα ήταν μια καλή ισοτιμία για το ρεάλ, αλλά ένα είναι βέβαιο: μια οικονομία τόσο εκτεθειμένη στη φυγή κεφαλαίων δεν είναι διαχειρίσιμη.

Δεν πρόκειται για οικονομία: ο Όμπστφελντ διέκρινε επίσης ότι «σε πολλές χώρες, η ισχνή αύξηση των μισθών και οι αυξανόμενες ανισότητες οδήγησαν στην ευρύτατα διαδεδομένη πλέον εντύπωση ότι η οικονομική ανάπτυξη ευνοεί κατά κύριο λόγο τις οικονομικές ελίτ». 

Δεν ξέρουμε αν συμμερίζεται κι ο ίδιος αυτή την άποψη, αλλά η μόνη συνέπεια που διαβλέπει είναι πως οι εθνικιστικές ιδέες κερδίζουν έδαφος κι ότι τα «περιθώρια λάθους» μειώνονται ολοένα και περισσότερο.

Όσο για τις περίφημες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, το κεφάλαιο 3 των Προοπτικών, που είναι αφιερωμένο σ’ αυτές, στέλνει ένα σοφά ισορροπημένο μήνυμα: Αν και «αυξάνουν την παραγωγή και την απασχόληση μεσοπρόθεσμα» (όπως όλοι ξέρουμε), πρέπει ωστόσο να συνοδεύονται και από «συμπληρωματικές μακροοικονομικές πολιτικές ώστε να μεγεθύνεται η απόδοσή τους βραχυπρόθεσμα, δεδομένης της μειωμένης απασχόλησης που σημειώνεται στην πλειοψηφία των προηγμένων οικονομιών». 

Κάποιες απ’ αυτές, μάλιστα, μπορούν «να μετατραπούν σε υφεσιακές σε περίοδο επιβράδυνσης». Η σύσταση του ΔΝΤ είναι, λοιπόν, «να υιοθετούνται με έμφαση στη σειρά προτεραιότητας και την ατζέντα εφαρμογής τους οι μεταρρυθμίσεις». 

Μετάφραση: οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν βεβαίως μια εξαιρετική ιδέα, ίσως όχι όμως σε υφεσιακές συγκυρίες.

Την ίδια «κατάσταση συναγερμού» ξαναβρίσκουμε και στην Εποπτεία των Δημοσιονομικών Υποθέσεων (Fiscal Monitor), η οποία δόθηκε ταυτόχρονα στη δημοσιότητα . 

Η εικόνα είναι κι εκεί εξίσου ανησυχητική: «Οι δείκτες δημοσίου χρέους κατακρημνίσθηκαν σχεδόν παντού και τα δημοσιονομικά έχουν καταστεί πολύ πιο ευάλωτα». 

Κατά το ΔΝΤ, είναι αποτέλεσμα της «συνεχιζόμενης μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας», που δεν έχει προφανώς τίποτα να κάνει με τις πολιτικές λιτότητας (ή μάλλον δημοσιονομικής εξυγίανσης, σύμφωνα με την αργκό του νεο-φιλελευθερισμού), στην αποτελεσματικότητα των οποίων αναφέρεται μετά πολλών επαίνων η ίδια αναφορά. 

Απ’ αυτή τη συνολική θεώρηση, ο Βιτόρ Γκασπάρ, διευθυντής του Τμήματος Δημοσιονομικής Πολιτικής του ΔΝΤ, αντλεί ένα λαμπρό αξίωμα: «Όλες οι χώρες οφείλουν να προσαρμοστούν στις νέες διαστάσεις της πραγματικότητας, αλλά δεν υπάρχει ενιαία λύση». 
Τι είδους δημοσιονομική πολιτική πρέπει ν’ ακολουθήσει κανείς υπ’ αυτές τις συνθήκες; Πρέπει να είναι «προσανατολισμένη στην ανάπτυξη, με την εφαρμογή εκείνων των μέτρων, κυρίως, που υποβοηθούν την ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα». Ακόμα και στην Ελλάδα;
Όλα αυτά αποκαλύπτουν μια βαθιά αμηχανία, την οποία εύκολα μπορεί να εξηγήσει κανείς: το ΔΝΤ επισημαίνει με καθαρότητα πνεύματος τις δυσλειτουργίες του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά οι ενδεχόμενες λύσεις που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς διαφεύγουν από το νεοφιλελεύθερο ραντάρ του.

Επενδύσεις: Oι ιδιώτες δεν θέλουν, το δημόσιο δεν μπορεί

Εδώ και ένα χρόνο, στις προηγούμενες Προοπτικές της Παγκόσμιας Οικονομίας, το ΔΝΤ έδειχνε ήδη σημάδια απαισιοδοξίας και προβληματιζόταν ειδικότερα όσον αφορά τους λόγους της περιορισμένης δυναμικής που παρουσιάζουν οι επενδύσεις. Αλλά, όπως και στην περίπτωση του αυξανόμενου χρέους, ερμήνευε το γεγονός με τρόπο μάλλον ταυτόσημο, μνημονεύοντας την «γενικότερη αδυναμία της οικονομικής δραστηριότητας». 

Είναι αλήθεια πως η αδυναμία συγκέντρωσης κεφαλαίων αποτελεί ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό της τωρινής περιόδου. Ωστόσο, αξίζει μια λιγότερο επιφανειακή προσέγγιση.

Μια μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών αντιμετωπίζει το θέμα αυτό από μιαν άλλη, πολύ πιο ενδιαφέρουσα οπτική. Καταρχήν, οι συντάκτες της απορρίπτουν τη θεωρία ότι τα υπερβολικά ακριβά ή δεσμευτικά δάνεια αποτελούν τροχοπέδη για τις επενδύσεις. Επικαλούνται επίσης την αβεβαιότητα, αλλά της αποδίδουν ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο: «Είναι πιθανό οι επιχειρήσεις να προσδοκούν επενδυτικές αποδόσεις κατώτερες από το κόστος κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου και συγκρινόμενες με τα έσοδα που μπορούν να αποκομίσουν από ρευστά χρηματοπιστωτικά μέσα». 

Και, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι επιχειρήσεις έχουν σχετική βεβαιότητα ως προς τις προοπτικές της ζήτησης, μπορεί «να διστάζουν να επενδύσουν, εάν πιστεύουν πως η κερδοφορία του πρόσθετου κεφαλαίου θα είναι χαμηλή»

Το ζήτημα–κλειδί είναι λοιπόν «η έλλειψη ευκαιριών για αποδοτικές επενδύσεις».

Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει σημαντικά την επανεκκίνηση των επενδύσεων είναι η βραδύτητα της διαδικασίας ελάφρυνσης του χρέους (deleveraging). Μεταξύ του 2007 και του 2014, το σύνολο των χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, αυξήθηκε κατά ...
57.000 δισεκατομμύρια δολάρια σε παγκόσμια κλίμακα και ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ κατά 17 μονάδες. Αυτός ο ρυθμός αύξησης αφορά και το χρέος των επιχειρήσεων, που συνεχίζει να αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς σε ορισμένες χώρες.

Εφόσον η ιδιωτική πρωτοβουλία έχασε την εμπιστοσύνη της, επειδή οι ευκαιρίες κερδοφόρων επενδύσεων άρχισαν να γίνονται όλο και πιο σπάνιες, τη σκυτάλη θα μπορούσαν να πάρουν οι δημόσιες επενδύσεις. Αυτή η σκέψη έδωσε λαβή σε πολλές προτάσεις, που προήλθαν κυρίως από τα συνδικάτα ή από ετερόδοξους οικονομολόγους. 
Θα ήταν πράγματι ευχής έργο να ακολουθούσαμε αυτόν το δρόμο και όλοι αυτοί οι προβληματισμοί έχουν μεγάλη χρησιμότητα για την επαναξιολόγηση της δημόσιας παρέμβασης σε σχέση με το πέρασμα σε ένα σύγχρονο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης.
Ωστόσο, προσκρούουν σ’αυτή τη θεμελιώδη αντίφαση: πώς γίνεται να συνυπάρξει η ανάκαμψη των δημοσίων επενδύσεων με τις πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής; Η αντίφαση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στην περίπτωση της Ε Ε που έχει, στην πράξη, «θεσμοθετήσει» την απαγόρευση κάθε νέου δημόσιου δανεισμού και κάνει τα πάντα προκειμένου να μειώσει στο ελάχιστο τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Το γεγονός αυτό δίνει τροφή σε πλήθος ρητορικές στρεβλώσεις. 

Η France Stratégie , για παράδειγμα, επισημαίνει τρεις πρωταρχικούς τομείς (μεταφορές, ενέργεια και ψηφιακές υπηρεσίες), αλλά σπεύδει να προσθέσει την ακόλουθη κοινοτοπία: «Δεδομένων των δημοσιονομικών περιορισμών που ισχύουν, η ανάγκη προσεκτικής επιλογής των επιδιωκόμενων επενδύσεων, η κοινωνική χρησιμότητα των οποίων πρέπει να είναι απολύτως επιβεβαιωμένη, είναι επιτακτική». 

Το ΔΝΤ πιστεύει πως έχει έρθει η ώρα να δοθεί ώθηση σε θέματα υποδομών, και βεβαιώνει πως «προγράμματα χρηματοδοτούμενα από δανεισμό ενδέχεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο δίχως να αυξάνουν τον δείκτη χρέους/ΑΕΠ», αλλά προσθέτει αυτό τον όρο: «εφόσον πρόκειται για μια επένδυση σημαντικής σπουδαιότητας, που ανταποκρίνεται σε απολύτως καθορισμένες ανάγκες δημιουργίας κοινωνικών υποδομών».

Όσο για την ευρωπαϊκή Κομισιόν, αναγνωρίζει πως «σωστά στοχευμένες δημόσιες επενδύσεις σε έργα υποδομής μπορεί να αποβούν εξαιρετικά χρήσιμες σε ορισμένες περιπτώσεις», αλλά σπεύδει να προσθέσει πως «πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τις μακροοικονομικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων και των δημοσιονομικών περιορισμών και της ανάγκης αύξησης της ιδιωτικής χρηματοδότησης».


Κέρδη εναντίον ευκαιριών

Μια ιδέα έχει αρχίσει να εξυφαίνεται: ένας επαναπροσδιορισμός των μισθών θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία επανεκκίνησης της οικονομικής δραστηριότητας και να μειώσει τις ανισότητες. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να πούμε πως ο βασικός μισθός είναι της μόδας. 

Τον Ιανουάριο του 2015, θεσπίστηκε στη Γερμανία ένα βασικό ημερομίσθιο των 8,5 €, δίχως αυτό να οδηγήσει στην απώλεια 200.000 θέσεων εργασίας όπως προανήγγελλαν οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι. 
Όπως αποδεικνύει ο Ρόναλντ Γιάνσεν, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής σε θέματα συνδικαλισμού του ΟΟΣΑ, το βασικό ημερομίσθιο είχε αντιθέτως ως αποτέλεσμα «να ωθήσει τους εργοδότες στην προσφορά ‘κανονικών’ θέσεων εργασίας, που καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση». Είναι μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στην πράξη που μας δείχνει a contrario ότι η ευελιξία δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά «επιτρέπει στους εργοδότες να μετατρέπουν τις κανονικές θέσεις εργασίας σε δουλειές ευκαιριακές ή κακοπληρωμένες».
Την πρώτη Απριλίου που μας πέρασε, ο Ντέιβιντ Κάμερον, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, αποφάσισε να αυξήσει το βασικό ημερομίσθιο κατά 7,5 %. Φτάνει πλέον τα 9,10 ευρώ την ώρα (έναντι 9,67 ευρώ στη Γαλλία), και στη συνέχεια θα αυξηθεί κατά 40 % έως το 2020. 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ομοσπονδιακό κατώτατο ημερομίσθιο είναι καθηλωμένο στα 7,25 δολάρια από το 2009. 
Ο Μπαράκ Ομπάμα θα ήθελε να το αυξήσει στα 10,10 δολάρια πριν την αποχώρησή του, η Χίλαρι Κλίντον διστάζει ανάμεσα στα 12 και τα 15 δολάρια και ο Μπέρνι Σάντερς διεκδικεί ανοιχτά τα 15 δολάρια. Οι πολιτείες της Νέας Υόρκης και της Καλιφόρνιας έχουν αποφασίσει ήδη να το αυξήσουν σταδιακά στα 15 δολάρια, με ενδιάμεσους σταθμούς το 2018 και το 2022. Στη Ρωσία, ο κατώτατος μηνιαίος μισθός πρόκειται να αυξηθεί κατά 20% φθάνοντας στα 7.500 ρούβλια (περίπου 98 ευρώ). 

Και γνωρίζουμε πως στην Κίνα οι μισθοί αυξάνονται με σταθερό ρυθμό, που ξεπερνά το 10% το χρόνο εδώ και μερικά χρόνια. 

Η αντίφαση, λοιπόν, με τους πολιτικούς που ασπάζονται τη λεγόμενη ανταγωνιστικότητα και επιδιώκουν να μειώσουν το «κόστος εργασίας» εντείνεται ολοένα και περισσότερο. Είναι η κλασσική αντίφαση μεταξύ κέρδους και ευκαιριών.

Χρέη: θα επιστραφούν ή μήπως όχι;

Ένα άλλο ανησυχητικό θέμα απασχολεί τον Γουίλιαμ Γουάιτ πρόεδρο της επιτροπής ελέγχου (Economic Development and Review Committee) του ΟΟΣΑ. Όταν ήταν οικονομολόγος, επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, είχε προειδοποιήσει, μαζί με τον συνεργάτη του Κλαούντιο Μπόριο, για τους κινδύνους μιας κρίσης πριν αυτή ξεσπάσει το 2008. 


Σήμερα, πιστεύει πως η κατάσταση «είναι χειρότερη απ’ ό,τι ήταν το 2007» και ότι «έχουμε εξαντλήσει το οπλοστάσιο που είχαμε στη διάθεσή μας, για να επιχειρήσουμε την αντιστροφή της υπάρχουσας συγκυρίας». Αιτία όλων αυτών είναι η συσσώρευση χρεών, που προκάλεσε κυρίως η νομισματική πολιτική: «Ηταν ανέκαθεν επικίνδυνο να εμπιστεύεται κανείς στις κεντρικές τράπεζες τον διακανονισμό ενός προβλήματος φερεγγυότητας (…) Αυτό, δεν μπορεί παρά να προξενήσει σύγχυση, και σήμερα κοντεύουμε να φτάσουμε στα όριά μας».

Κατά τον Γουάιτ, η επόμενη οικονομική ύφεση θα πρέπει να κάνει σαφές πως ένα μεγάλο μέρος των συσσωρευμένων χρεών, δημόσιων ή ιδιωτικών, «δεν πρόκειται ποτέ να εξυπηρετηθούν ούτε να αποπληρωθούν». Οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να υιοθετήσουν μια «πιο συστηματική προσέγγιση της απομείωσης των χρεών». Και ο Γουάιτ δεν διστάζει να παροτρύνει τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης να «δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην αύξηση των μισθών, που παραμένει για την ώρα πολύ ισχνή». Ακόμη και στη διπλωματική γλώσσα, ο ΟΟΣΑ δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοια μηνύματα.

Ο Γουάιτ συνοψίζει πολύ καλά την απόγνωση των πιο πεφωτισμένων από τους οικονομολόγους που βρίσκονται σήμερα στα πράγματα, διακηρύσσοντας πως «οι οικονομολόγοι διέπραξαν ένα τραγικότατο οντολογικό λάθος, όταν υιοθέτησαν το αξίωμα ότι η οικονομία είναι κατανοητή. Και το συμπέρασμα στο οποίο μας οδήγησαν είναι πως, αν μπορούσαν να την κατανοήσουν, θα μπορούσαν και να την ελέγξουν».

Η απόγνωσή τους είναι κατανοητή, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν καπιταλισμό που έχει κατά γενική ομολογία εκτροχιαστεί και όπου τίποτα δεν φαίνεται να αποδίδει: «Χρήμα παντού, ανάπτυξη πουθενά» μας ενημερώνουν οι εφημερίδες Le Monde και Le Figaro. Κι αυτή τη φορά ο αναγνώστης είναι εκείνος που μένει έκθαμβος ανακαλύπτοντας πως ο Economist αναρωτιέται μήπως υπάρχει «υπέρμετρο κέρδος» και φθάνει στο σημείο να αναγνωρίσει πως η Χίλαρι Κλίντον και ο Μπέρνι Σάντερς έχουν δίκιο να υποστηρίζουν ότι η οικονομία είναι«στημένη υπόθεση » (rigged), γιατί τα τόσο αυξημένα κέρδη «ίσως υποκρύπτουν την ύπαρξη επιχειρήσεων που ειδικεύονται στο να εξανεμίζουν τον πλούτο αντί να τον παράγουν».

Αυτή η διαπίστωση φωτίζει και προσδίδει νέες διαστάσεις στην αντιπαράθεση μεταξύ κεϋνσιανών και μαρξιστών, οι οποίοι επιχειρούν να αναλύσουν την περίοδο που διανύουμε. Διακινδυνεύοντας την διακωμώδησή τους, μπορούμε να συνοψίσουμε την αντίθεσή τους ως εξής: οι κεϋνσιανοί υποστηρίζουν πως μια πολιτική που δεν επιδιώκει την τόνωση της ζήτησης είναι παράλογη – και οι μαρξιστές αποκρίνονται πως όχι, είναι μια πολιτική με λογική βάση, αφού έχει ως επιδίωξη να διατηρήσει στα σημερινά επίπεδα το περιθώριο κέρδους

Είναι αλήθεια πως οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές έχουν κατά βάθος δύο στόχους: να αποκαταστήσουν το περιθώριο κέρδους και να εγγυηθούν το πλασματικό κεφάλαιο, με άλλα λόγια τα δικαιώματα απόκτησης του 1% επί της υπεραξίας. 

Ωστόσο, η επιδίωξη αυτών των στόχων, που είναι βεβαίως λογική από τη σκοπιά των ιθυνόντων και των συμφερόντων που εκπροσωπούν, πυροδοτεί μια ολόκληρη σειρά από «αναταράξεις» στη λειτουργία του καπιταλισμού: η συσσώρευση κεφαλαίου δεν ανταποκρίνεται στις προσπάθειες επανεκκίνησης της οικονομίας, οι ευκαιρίες λιγοστεύουν και τα χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, δημιουργούν μια μαύρη τρύπα στην οικονομική δραστηριότητα

Η, όπως θα έλεγε ο Πατρίκ Αρτύς, οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να «αποδεχθούν μικρότερες αποδόσεις του κεφαλαίου τους» και, όπως υπογραμμίζει ο Γουάιτ, να υιοθετηθεί «μια πιο συστηματική προσέγγιση της απομείωσης των χρεών». Ωστόσο, και τα δύο αξιώματα αποτελούν προφανώς ξένο σώμα στη βαθύτερη λογική που διέπει τον καπιταλισμό.

* Δημοσιεύθηκε στο A l΄encontre στις 20 Απριλίου 2016
Μετάφραση από τα γαλλικά: Βίκη Δέμου για την εφημερίδα Η εποχή

Σημειώσεις στο γαλλικό κείμενο (Les désarrois du professeur Obstfeld)
[2] «Understanding The Slowdown In Capital Flows To Emerging Markets», FMI, World Economic Outlook, chapitre 2, avril 2016.
[4] «Faire face à une nouvelle réalité», Bulletin du FMI, 13 avril 2016.
[5] FMI, «Uneven Growth: Short- and Long-Term Factors»,World Economic Outlook, avril 2015.
[6] «(Why) Is investment weak?», BIS Quarterly Review, mars 2015.
[7] «Debt and (not much) deleveraging», McKinsey Global Institute, février 2015.
[9] «Is it time for an infrastructure push? The macroeconomic effects of public investment», FMI, World Economic Outlook, chapitre 3, octobre 2014.
[10] «Infrastructure in the EU: Developments and Impact on Growth», European Economy Occasional Papers n°203, 2014.
[11] «The German Minimum Wage Is Not A Job Killer», Ronald Janssen, Social Europe Jounal, 9 September 2015.
[14] «World faces wave of epic debt defaults», William White, January-February 2016; voir aussi cette video: «Today’s Central Banks Policy Risks Ending Unhappily», Bloomberg, February 9, 2016.
[15] «Too Much of a Good Thing» The Economist, March 26, 2016.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU

Join the club...

...και στο facebook

Επισκέψεις αυτόν τον μήνα:

grupo de afinidad