Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Μια αυστηρή ενδοαριστερή κριτική του νέου αναπτυξιακού νόμου: "δεν αφορά στην ενίσχυση της ελληνικής μεταποίησης συνολικά αλλά ελάχιστους επενδυτές"

Ένας ακόμα Αναπτυξιακός νόμος που δεν θα φέρει την Ανάπτυξη

του Αλέξανδρου Οικονομίδη*

Τις προηγούμενες μέρες κατατέθηκε στη βουλή ένας ακόμα νέος αναπτυξιακός νόμος. Ένας νόμος, που πέρα από τις όποιες καλές και αγαθές προθέσεις των συντακτών του, στην ουσία και στην πράξη δεν αλλάζει τίποτα από τους λόγους που τόσα χρόνια οδήγησαν στην διαρθρωτική κατάρρευση του παραγωγικού μας ιστού, στην τεράστια ανεργία, στην γιγάντωση του παρασιτισμού και τελικά στην πτώχευση της χώρας μας.

Ο νόμος αυτός ενώ θα έπρεπε να είναι το εργαλείο μιας γενικότερης αναπτυξιακής και ειδικότερα βιομηχανικής πολιτικής, κατατίθεται χωρίς πρώτα η κυβέρνηση να έχει καταρτίσει, ανακοινώσει και διαβουλευθεί με τους παραγωγικούς φορείς και την κοινωνία, οι οποίοι άλλωστε θα σηκώσουν στους ώμους τους την εφαρμογή του, το στρατηγικό αναπτυξιακό της πρόγραμμα για τα επόμενα 5-10 χρόνια. Μια υποχρέωση που, παρά του ότι είναι και μνημονιακή της υποχρέωση και έπρεπε να έχει κατατεθεί από τον περασμένο Μάρτιο, πήρε παράταση μέχρι τον τρέχοντα Ιούνιο.[1]

Θα σταθώ σε δύο μόνο διατάξεις του νέου αναπτυξιακού νόμου, που είναι χαρακτηριστικές της έλλειψης στρατηγικής και κατεύθυνσης που πρέπει να έχει η ανάπτυξη για τον τόπο μας.
  • Η ελάχιστη επένδυση που μπορεί να ενταχθεί στις διατάξεις του νόμου για τις μικρές επιχειρήσεις είναι 100.000€
Το 95% των μεταποιητικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις (απασχολούν 1 έως 9 άτομα). Αλήθεια πιστεύει κανείς σήμερα, σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας και με ανύπαρκτο τραπεζικό τομέα, αυτές οι επιχειρήσεις μπορούν και πρέπει να επενδύσουν αυτό το ποσό; 

Το σημερινό πρόβλημα των επιχειρήσεων και ειδικά των μικρομεσαίων δεν έγκειται στην έλλειψη κτιρίων και μηχανημάτων αλλά κυρίως στην δραματική έλλειψη παραγγελιών, το οποίο συναθροιζόμενο με τις υπέρογκες επιβαρύνσεις όπως φορολογία εισοδήματος 29%, προκαταβολή φόρου 100%, υψηλές ασφαλιστικές εισφορές (από τις μεγαλύτερες σε όλη την Ευρώπη), ενεργειακό κόστος, παράλογα δημοτικά τέλη κλπ, τις οδηγεί στη συρρίκνωση και στο κλείσιμο. 

Η έλλειψη, από την μεγάλη πλειοψηφία των μικρών μεταποιητικών επιχειρήσεων, φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, καθώς επίσης και η προφανή τους αδυναμία σήμερα να προσκομίσουν εγγυητική επιστολή, τις αποκλείει, εξ ορισμού, από την δυνατότητα συμμετοχής τους στις δημόσιες προμήθειες του κράτους. Κάτι που φυσικά δεν ισχύει για τις εμπορικές εταιρείες που λειτουργούν «με μία γραμματεία και ένα φαξ».

  • Προσφέρει 12ετές ασφαλές φορολογικό περιβάλλον και ταχεία αδειοδότηση για επενδύσεις άνω των 20 εκατ. ευρώ που θα δημιουργήσουν 2 νέες θέσεις εργασίας για κάθε 1 εκατ. επένδυσης! Τρία σε ένα! 
H έλλειψη σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος, η αδειοδότηση και η ανεργία, είναι τα τρία πραγματικά πολύ μεγάλα προβλήματα που χαρακτηρίζουν την συνεχή αποβιομηχάνιση της χώρας μας τα τελευταία 35 χρόνια. Αυτά τα «αντιμετωπίζουμε» μόνο για τις πολύ μεγάλες επενδύσεις! 

Χαρακτηριστικό της πολιτικής της κυβέρνησης υπέρ της "μεγέθυνσης" από τις ξένες μεγάλες επενδύσεις και της ακύρωσης, στην πράξη της κάθε δυνατότητας ενδογενούς ανάπτυξης. Η υπόσχεση για τη μείωση της τεράστιας ανεργίας έχει ξεχασθεί, αναγνωρίζοντας μάλιστα ότι οι μεγάλες επενδύσεις δεν πρόκειται να φέρουν νέες θέσεις εργασίας.

1) Έλλειψη σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος


Είναι ο πλέον σοβαρός λόγος αποεπένδυσης. Ποιος σοβαρός επενδυτής πρόκειται να επενδύσει στην Ελλάδα τη στιγμή που δεν ξέρει κυριολεκτικά «τι του ξημερώνει»; Ειδικά οι επενδύσεις στη μεταποίηση απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να μπορούν να αποσβεστούν. 
Η υπόσχεση για ασφαλές φορολογικό περιβάλλον από τον πρωθυπουργό, τους υπουργούς και υπηρεσιακούς παράγοντες, μόνο για τις πολύ μεγάλες επενδύσεις, που προφανώς θα έρθουν από το εξωτερικό, αποτελεί τη μέγιστη προσβολή και κοροϊδία για όλες τις υπάρχουσες επιχειρήσεις που ακόμα προσπαθούν να επιβιώσουν παράγοντας και δημιουργώντας σε αυτόν τον τόπο. 
Είναι η επίσημη αποδοχή της συνεχιζόμενης εξαπάτησης και θυματοποίησης του παραγωγικού ιστού της χώρας, μέσω της φορολογίας, από την εκάστοτε κυβέρνηση.[2]

2) Αδειοδότηση

Είναι ευρέως γνωστό τα γραφειοκρατικά, οικονομικά και χρονικά προσκόμματα που η πολιτεία όλα αυτά τα χρόνια χρησιμοποιεί προκειμένου να εμποδίσει την επιχειρηματικότητα. 
Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι οι οργανωμένες πολιτικές του κράτους και των δημοτικών αρχών να απομακρύνουν τις βιοτεχνίες σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως, σε αντίθεση με την πρακτική που ακολουθούν οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. «Ας υπάρχουν κάπου μακρυά, αρκεί να μην τις βλέπουμε»[3]

3) Ανεργία ή αλλιώς "Παραγωγή ή Θάνατος"[4]

Τα μνημόνια δεν προκάλεσαν την παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας, αλλά απλώς την επιτάχυναν και την ολοκλήρωσαν. Η παραγωγική αποδιάρθρωση και κατά συνέπεια η τεράστια σημερινή ανεργία, είναι αποτέλεσμα πολιτικών τουλάχιστον των τελευταίων 30 χρόνων.

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Γάτσιος αναφέρει:

"Η συρρίκνωση της παραγωγικής μας ικανότητας, ιδιαιτέρως στον τομέα των διεθνών εμπορευσίμων, είναι αυτό που σήμερα καθορίζει το τι και πόσες θέσεις εργασίας μπορεί η οικονομία να υποστηρίξει, το τι μισθούς μπορεί να πληρώνει, το τι εισόδημα μπορεί να δημιουργεί και να αναδιανέμει.
Μια οικονομία στην οποία το εισόδημά της ανακυκλώνεται μεταξύ καταστημάτων ρουχισμού, καταστημάτων υποδημάτων, καφετέριες και σουβλατζίδικα δεν μπορεί να ελπίζει σε ανάπτυξη.
Στα «διεθνώς εμπορεύσιμα» ενσωματώνεται η δυνατότητα ή όχι μιας ενδογενούς ανάπτυξης μιας οικονομίας. Γιατί πολύ απλά ανάπτυξη είναι τι, πώς και πόσο παράγεις[5].

Το ΚΕΠΕ, σε πρόσφατη του μελέτη του επισημαίνει: "Η μεταποίηση δημιουργεί ζήτηση για ενδιάμεσα προϊόντα τα οποία παράγονται από άλλες επιχειρήσεις. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι τα προϊόντα της μεταποίησης είναι στο σύνολό τους διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά.

Έχει διαπιστωθεί ότι:
  1. υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ του μεγέθους του μεταποιητικού τομέα και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης,
  2. η επιτάχυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης συνοδεύεται από την αύξηση των μεριδίων της βιομηχανίας στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) και την απασχόληση, και
  3. οι χώρες με εξαγωγικούς τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας συνήθως απολαμβάνουν ταχύτερους ρυθμούς αύξησης τόσο των εξαγωγών όσο και του ΑΕΠ.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1995-2014, η ΑΠΑ της ελληνικής μεταποίησης ως ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας είναι σταθερά πολύ χαμηλότερη από την αντίστοιχη μεταβλητή τόσο των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, Φιλανδία, Αυστρία) όσο και των χωρών της περιφέρειας (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία). Ως προς το μέσο όρο όλης της περιόδου, η Ελλάδα με 8,9% βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ευρώπης".[6]



Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομίας Λόης Λαμπριανίδης πολύ σωστά αναφέρει: "Νομίζω ότι είναι περιττό να ειπωθεί ότι ο φόρος εισοδήματος των επιχειρήσεων δεν μπορεί να συνεχίζει να είναι 29%. Το ΦΠΑ δεν μπορεί να συνεχίζει να είναι 23% πρέπει να μειωθεί. Οι ασφαλιστικές εισφορές είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, δεν μπορεί να συνεχίσει αυτό, και βέβαια αντίστοιχα και για τον ΕΝΦΙΑ" και συνεχίζει: "Ο νέος αναπτυξιακός νόμος αναμένεται να δημιουργήσει 16.000 θέσεις εργασίας" [7]. Μα είναι αυτό αρκετό σήμερα;

4) Νέες θέσεις εργασίας


Η στήριξη και ανάπτυξη των μικρών μεταποιητικών επιχειρήσεων, είναι η μόνη που ουσιαστικά μπορεί άμεσα να προσφέρει πολλαπλασιαστικά νέες, ποιοτικές και μακροβιότερες θέσεις εργασίας που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος μας.

"Όποιος αυτό δεν το καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει".

Στην Ελλάδα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) αποτελούν το 99.9% του συνόλου των επιχειρήσεων της χώρας. Εξ αυτών το 96,7% είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις (1-9 άτομα). Το 2013 δραστηριοποιούνται στον τομέα της μεταποίησης 57.736 επιχειρήσεις και απασχολούν το 18,5% των εργαζομένων (320.000)[8].

Έχει διαπιστωθεί ότι με κάθε νέα θέση εργασίας που δημιουργείται στη μεταποίηση μπορεί να δημιουργήσει 2 τουλάχιστον νέες θέσεις εργασίας στην υπόλοιπη οικονομία[9].

Όλα τα ανωτέρω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αν θέλουμε να μιλήσουμε για πραγματική ανάπτυξη στην Ελλάδα, τότε οφείλουμε να βοηθήσουμε - επιτρέψουμε στη κάθε μεταποιητική επιχείρηση που λειτουργεί να προσλάβει έστω 2 άτομα. Έτσι μπορούν να δημιουργηθούν γύρω στις 100.000 νέες θέσεις εργασίας, και αυτές μπορούν με τη σειρά τους να δημιουργήσουν τουλάχιστον άλλες 200.000 νέες θέσεις εργασίας στην υπόλοιπη οικονομία.

Αυτές οι 300.000 νέες θέσεις εργασίας δεν χρειάζονται κεφάλαια, κτίρια και μεγαλεπήβολα σχέδια αλλά αντίθετα να αφήσουμε τις μεταποιητικές επιχειρήσεις να ανασάνουν.
Πως; 
Απαλλάσσοντας τες από τις υπέρογκες επιβαρύνσεις φορολογία, ΕΝΦΙΑ, παράλογα δημοτικά τέλη, ασφαλιστικές εισφορές (από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη), κόκκινα δάνεια κλπ, με σκοπό να δημιουργήσουν νέο πλούτο, του οποίου το μεγαλύτερο μέρος του θα επανεπενδυθεί μέσα στην ίδια την επιχείρηση, οι δε μισθοί που θα διανεμηθούν θα φορολογηθούν και θα καταναλωθούν μέσα στην ίδια τη χώρα μας.[10]

Η συναίσθηση της ζωτικής για τη χώρα μας σήμερα μιας τέτοιας παραγωγικής κατεύθυνσης, οδηγεί στην εξίσου ζωτική ανάγκη προστασίας των ανθρώπων που θα την στηρίξουν, δηλαδή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των αυτοαπασχολούμενων παραγωγών, των μαστόρων και του επιστημονικού δυναμικού της χώρας.

5) Οι «αναπτυξιακοί» νόμοι στην Ελλάδα φέρνουν πραγματικά την ανάπτυξη;

Όλοι οι αναπτυξιακοί νόμοι έχουν δομηθεί με τόσες πολλές δικλίδες αποκλεισμού, ώστε αυτοί που έχουν πραγματικά την ανάγκη να ενισχυθούν, στην πράξη αποκλείονται.

Όλα τα χρόνια οι αναπτυξιακοί νόμοι, αντί να στοχεύουν και ενισχύουν την παραγωγή διεθνών εμπορεύσιμων προϊόντων υψηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας, περιορίζονται στην ενίσχυση των όποιων προθέσεων, επιδοτώντας κυρίως δαπάνες κτιριακού και μηχανολογικού εξοπλισμού και τις πάσης φύσεως υπηρεσίες.

Ο κατωτέρω πίνακας που έδωσε στην δημοσιότητα το Υπουργείο Οικονομικών είναι χαρακτηριστικός για την καταστροφική «ανάπτυξη» που επιδίωκαν οι νόμοι αυτοί όλα τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά με τον ν.3908/11 το μέσο μέγεθος επένδυσης που εντάχθηκε ήταν 4,7 εκ ευρώ, η μέση επενδυτική δαπάνη ανά θέση εργασίας ανήλθε στο 1 εκατ. ευρώ!, ενώ ο μέσος αριθμός νέων θέσεων εργασίας ανά επένδυση, στις προθέσεις βέβαια μια που ποτέ δεν κατέστη δυνατόν να επιβεβαιωθεί στην πράξη, ήταν μόλις 4,8!






6) Μια ριζικά άλλη θετική πρόταση για την ανάπτυξη


Επειδή η ανάπτυξη έχει να κάνει με τους ανθρώπους και όχι με τα κτίρια και τα μηχανήματα.
  • Όλοι όσοι παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, ακόμα και με τα χέρια τους, τα δε πωληθέντα προϊόντα τους εμπεριέχουν Εγχώρια Προστιθέμενη Αξία (ΕΠΑ) μεγαλύτερης του 35%, να δικαιούνται έμμεσες ενισχύσεις.[11]
  • Κατάργηση της υποχρέωσης υποβολής επενδυτικών σχεδίων και ως εκ τούτου της αναγκαιότητας έγκρισής τους από τις διάφορες υπηρεσίες, που στην πράξη οδηγεί στην διόγκωση της γραφειοκρατίας και του παρασιτισμού η οποία τελικά απομυζά σοβαρό μέρος της όλης επένδυσης. 
  • Να δημιουργηθεί σήμα στην ετικέτα κάθε προϊόντος με την αναγραφή του ποσοστού της ΕΠΑ. Με αυτόν τον τρόπο ο καταναλωτής θα γνωρίζει και θα επιλέγει, όχι μόνο με το κριτήριο της τιμής, αλλά και του ποσοστού της εγχώριας κατασκευής.
  • Να δημιουργηθεί Κανονισμός Δημόσιων Προμηθειών με βασικό κριτήριο τον Δείκτη της ΕΠΑ.[12]
Είναι γεγονός ότι οι κανονιστικές διατάξεις της Ε.Ε. σήμερα ως έχουν, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή παρόμοιων μέτρων. 
Αλήθεια πότε οι ελληνικές αρχές ζήτησαν πραγματικά και τεκμηριωμένα την εξαίρεση της χώρας μας από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών; 
Η Ελλάδα σήμερα μπορεί στα πλαίσια της ανθρωπιστικής κρίσης να το ζητήσει αρκεί να το τεκμηριώσει! Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται κάποιοι από τους κρατικούς λειτουργούς να το πιστέψουν και να το παλέψουν.

Τέλος πάντων η ουσία δεν είναι το τι γράφονται στα χαρτιά αλλά τι τελικά εφαρμόζεται στην πράξη. Οι διατάξεις αυτές δεν περιορίζουν τις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες της Ευρώπης να εφαρμόζουν τις δικές τους αναπτυξιακές πολιτικές. 
Εμείς;

Ένας υγιής μεταποιητικός τομέας μιας εθνικής οικονομίας προϋποθέτει την ανατροπή της κυριαρχίας των υπηρεσιών από το 87% του ΑΕΠ, με την ανάδειξη της μεταποίησης σε κυρίαρχο παραγωγικό διακύβευμα
Συνιστά δε το κλειδί για την ανάπτυξη τεχνικής και τεχνολογίας και στην απεξάρτηση της εθνικής μας οικονομίας από τον τοκογλυφικό ξένο δανεισμό του Δημοσίου. 
Μόνο έτσι θα σταθεί η Ελλάδα στην Ευρώπη ως ισότιμο μέλος και όχι ως επαίτης.


* Αλέξανδρος Οικονομίδης, Μαθηματικός - Μηχανουργός. 
Μέλος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Ενδογενούς Παραγωγικής Ανασυγκρότησης ΙΝΕΠΑ http://endogenis.blogspot.gr 
Μέλος της συντονιστικής επιτροπής του τμήματος Βιομηχανίας του ΣΥΡΙΖΑ.



ΑΝΑΦΟΡΕΣ

[1] Η προχθεσινή ομιλία του πρωθυπουργού στο μουσείο της Ακρόπολης, προφανώς και δεν συνιστά αναπτυξιακό πρόγραμμα, ειδικά στην κρίσιμη κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μας. Η επίκληση της λέξης «δίκαιη» δεν είναι αρκετή ώστε να φέρει την ανάπτυξη.

[2] Αλέξανδρος Οικονομίδης και Ανδρέας Κυράνης. Σήμερα όποιος παράγει, ουσιαστικά αντιμετωπίζεται σαν τρομοκράτης.

[3] Αλέξανδρος Οικονομίδης Οι μεταποιητικές επιχειρήσεις να επιτραπεί να λειτουργούν μέσα στην πόλη.

[4] Κωνσταντίνος Γάτσιος: Δίπλα στο εθνικό μας μότο "Ελευθερία ή Θάνατος", θα πρέπει να προσθέσουμε σήμερα το "Παραγωγή ή Θάνατος". Γιατί το πρόβλημα της χώρας είναι παραγωγικό.

[5] Κωνσταντίνος Γάτσιος, Ποια Ανάπτυξη;

[6] ΚΕΠΕ, (Ιανουάριος 2016). Εξελίξεις και προοπτικές της μεταποίησης στην Ελλάδα.

[7]Συνέντευξη τύπου 6/6/2016

[8] ΚΕΠΕ, (Ιανουάριος 2016). Εξελίξεις και προοπτικές της μεταποίησης στην Ελλάδα.

[9] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012

[10] Αλέξανδρος Οικονομίδης, Ανάπτυξη χωρίς μεταποίηση και μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορεί να υπάρξει.

[11] Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τον Νέο Αναπτυξιακό Νόμο.

[12] Αλέξανδρος Οικονομίδης. Η πρόκληση της Εγχώριας Προστιθέμενης Αξίας ως Αναπτυξιακού Εργαλείου για την Ενδογενή Παραγωγική Ανασυγκρότηση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU

Join the club...

...και στο facebook

Επισκέψεις αυτόν τον μήνα:

grupo de afinidad