Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Η Αριστερά και οι Εξορύξεις Υδρογονανθράκων σε Ήπειρο και Ιόνιο

Από την συγκλονιστική 1η Πανηπειρωτική Πορεία κατά των εξορύξεων υδρογονανθράκων στα Ιωάννινα

Aντίθετη στη βιωσιμότητα και την προστασία της φύσης η εξόρυξη υδρογονανθράκων


Γράφουν: Στάθης Λούκας[1], Ιωσήφ Σινιγάλιας[2], Γιώργος Δημαράς[3], Νίκος Φίλης[4]
Η διαδικασία επικύρωσης από τη Βουλή των τεσσάρων νέων συμβάσεων για την παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στην ευρύτερη περιοχή του Ιονίου (προβλέπονται 20 συνολικά χερσαίες και θαλάσσιες ζώνες) έχει προκαλέσει δικαιολογημένα την αναζωπύρωση της συζήτησης για το αναπτυξιακό μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα.
Η συζήτηση αφορά ειδικότερα το νέο ενεργειακό πρότυπο και τον σεβασμό των δεσμεύσεων της Ελλάδας τόσο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και στο πλαίσιο των διεθνών συμφωνιών για την κλιματική αλλαγή COP 21 και 22.
Δεσμεύσεις κεφαλαιώδους σημασίας, αφού βασίζονται στην παραδοχή ότι οι κοινωνίες μας με το υφιστάμενο παραγωγικό και κοινωνικοοικονομικό μοντέλο έχουν πλέον φτάσει στην υπέρβαση των ορίων αντοχής του παγκόσμιου οικοσυστήματος.
Το βασικό ζητούμενο στις σημερινές συνθήκες και τις προβλεπόμενες καταστάσεις κρίσεων και καταρρεύσεων είναι:
 Η οικοδόμηση μιας οικονομίας που δεν καταρρέει σε διεθνείς και περιφερειακές αναταράξεις και είναι συμβατή με τη γενική βιωσιμότητα του πλανήτη και του τόπου.
 Η οικονομία και η οργάνωση της κοινωνίας να εξασφαλίζουν αρμονική συμβίωση με δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου, δημοκρατία και ελευθερία.
Το νέο καθοριστικό στοιχείο είναι ότι η παραγωγική διαδικασία θα πρέπει να συνδέεται άρρηκτα με την κοινωνική οργάνωση, την ικανοποίηση του αιτήματος για δικαίωμα στην εργασία και τη διασφάλιση της συμβατότητας με το οικολογικό πρόταγμα.
Η κλιμακούμενη κλιματική αλλαγή με τις καταστροφικές συνέπειές της πρέπει να καταστεί αφορμή για επαναχάραξη και υιοθέτηση ενός νέου μοντέλου οικονομικής δραστηριότητας.
Ενός μοντέλου που θα το χαρακτηρίζει όχι μόνο η αρμονική συμβίωση, αλλά και η συμβατότητα της ανθρώπινης ζωής και δραστηριότητας με τους κανόνες που χαρακτηρίζουν στο σύνολό του το οικοσύστημα μέσα στο οποίο ζούμε.
Η Ναόμι Κλάιν  θεωρεί την υπόθεση της κλιματικής αλλαγής αφορμή για την ανάδειξη της νέας ταξικής διάκρισης, στο μέτρο που η ανάλυση κόστους-οφέλους επί της αξίας της ανθρώπινης ζωής οδηγεί και πάλι στο να πλήττονται οι αδύναμοι και οι οικονομικά ανίσχυροι.
Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι οι φυσικές καταστροφές συμβαίνουν με μεγαλύτερη ένταση στις υποβαθμισμένες και απροστάτευτες περιοχές: Νέα Ορλεάνη, Πόρτο Ρίκο, Αίγυπτος, Μπανγκλαντές, Μάνδρα Αττικής κ.λπ.
Υπεισέρχεται έτσι η ανάγκη να θέτουμε το ζήτημα της οικολογικής προστασίας ως πρωταρχική αξία, ως συγκρουσιακή αιχμή απέναντι σε εδραιωμένα συμφέροντα, «χρωματίζοντας» ιδεολογικά και πολιτικά την επιδιωκόμενη αντιμετώπιση προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.
Η Αριστερά δεν  μπορεί να υπεκφεύγει με σαθρούς οικονομικούς και επικοινωνιακούς τακτικισμούς.
Αντίθετα, οφείλει να αναλάβει την ευθύνη και να υιοθετήσει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες σε κάθε πεδίο, κατευθύνοντας την ανάπτυξη μέσα από μια ισχυρή και συγκροτημένη πολιτική για την εξοικονόμηση ενέργειας (κτίρια, μεταφορές, παραγωγική διαδικασία) και μια διευρυμένη χρήση των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών (ΑΠΕ).
Δυστυχώς σήμερα μια αριστερή κυβέρνηση συμβάλλει στη νομιμοποίηση του παρωχημένου ενεργειακού μοντέλου της εξόρυξης υδρογονανθράκων.
Προσχωρεί έτσι σε βλαπτικές για το περιβάλλον και τα οικοσυστήματα πολιτικές, αντί να αναλάβει εμβληματικές πρωτοβουλίες για την αλλαγή του ενεργειακού μοντέλου, γεγονός που καθίσταται αναπόφευκτα αντικείμενο αμφισβήτησης και κριτικής.
Η υιοθέτηση εκ μέρους της  επιχειρημάτων περί ρεαλισμού και δεσμεύσεων την εκθέτουν και την εγκλωβίζουν σε πεδία και αντιλήψεις ξένες προς την πολιτική της βιωσιμότητας με την ευρεία έννοια.
Παρόμοια επιχειρήματα άλλωστε χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, κόμματα που με τις επιλογές τους οδήγησαν στο αδιέξοδο ενεργειακό μοντέλο που ακολουθεί η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες.
Οι υπεραισιόδοξες προβλέψεις για τα αποθέματα υδρογονανθράκων στο Ιόνιο και όχι μόνο, επέτρεψαν στους εμπλεκόμενους «ζηλωτές του μαζούτ» να προπαγανδίσουν μια αληθινή κοσμογονία με πληθώρα θέσεων εργασίας, οικονομικά οφέλη για το κράτος και τις τοπικές κοινωνίες, υποβαθμίζοντας με σκανδαλώδη τρόπο και με παιδαριώδη επιχειρήματα τούς περιβαλλοντολογικούς κινδύνους και τις αρνητικές επιπτώσεις σε υφιστάμενες οικονομικές δραστηριότητες στην περιοχή.
Ολα τα στοιχεία δείχνουν  πλέον ότι διεθνώς οι δημιουργούμενες νέες θέσεις εργασίας στις ΑΠΕ τείνουν να ξεπεράσουν τις αντίστοιχες στην εξόρυξη και εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων, οι οποίες βαίνουν σταθερά μειούμενες, ενώ μεγάλοι ασφαλιστικοί οργανισμοί (π.χ. GENERALI) επιλέγουν σταδιακά να αποδεσμευτούν από επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα και στρέφονται στις ΑΠΕ.
Αγνοώντας αυτές τις εξελίξεις, από τη μεριά των υπέρμαχων των εξορύξεων έχουν ακουστεί απιθανότητες τύπου Σώρρα περί δήθεν επίλυσης του χρέους και του συνταξιοδοτικού για τις επερχόμενες γενιές από τα «αμύθητα» έσοδα των πετρελαίων!
Κι αυτό την ώρα που στην πετρελαιοπαραγωγό Νορβηγία η τράπεζα Norgen Bank συμβουλεύει τη νορβηγική κυβέρνηση να σταματήσει να υπολογίζει τα πετρελαϊκά περιουσιακά στοιχεία στο Ταμείο των Συντάξεων.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κανένας έγκυρος υπολογισμός για τα πραγματικά αποθέματα στον βυθό των ελληνικών θαλασσών.
Φημολογείται ένα απόθεμα 240-270 εκατ. βαρελιών, το οποίο θα αποφέρει 300 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο επί μια δεκαετία, δηλαδή ένα ποσό ασήμαντο μπροστά στις οικολογικές συνέπειες που μπορεί να επιφέρουν οι εξορύξεις αλλά και στη συνεπακόλουθη μείωση των έσοδων του τουρισμού στις περιοχές αυτές.
Στην περιοχή του Ιονίου  παράγεται το 11,8% του εθνικού τουριστικού εισοδήματος (1,6 δισ.), που κινδυνεύει να επηρεαστεί όχι μόνο από ένα πιθανό ατύχημα, αλλά και από την ίδια την παρουσία των εξεδρών εξόρυξης.
Η Κροατία, αντίθετα, ακύρωσε 23 παραχωρήσεις οικοπέδων για θαλάσσιες έρευνες υδρογονανθράκων, αντιλαμβανομένη ότι το τουριστικό εισόδημα και η αλιεία κινδύνευαν σοβαρά από τις εξορύξεις πετρελαίου, ενώ η Ιταλία, με δημοψήφισμα, απαγόρευσε νέες εξορύξεις σε απόσταση 22 χιλιομέτρων από την ακτογραμμή και η Γαλλία απαγόρευσε το σύνολο των εξορύξεων στην επικράτειά της.
Εμείς, αντίθετα, φιλοδοξούμε να στήσουμε πλατφόρμες εξόρυξης έξω από το Κατάκολο και αντίκρυ στην Ολυμπία!
Στις παραλίες καθώς και στην ενδοχώρα του Ιονίου πελάγους οριοθετούνται 102 από τις συνολικά 409 περιοχές NATURA που υπάρχουν στην Ελλάδα (πρόσφατα προστέθηκαν και άλλες περιοχές NATURA στο Ιόνιο).
Η προστασία τους δεν διευκολύνεται βέβαια με τη δραστηριότητα έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων.
Στο ίδιο πλαίσιο αγνοούνται ή αποσιωπούνται οι επιπτώσεις που μπορεί να προκληθούν στο οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου-Αιτωλικού, στις παραγωγικές δραστηριότητες και στην απασχόληση της περιοχής, αν προχωρήσει η σχεδιαζόμενη εγκατάσταση αεριοποίησηs GNL (υγροποιημένου φυσικού αερίου) στον Πατραϊκό κόλπο, με δεδομένο ότι το 80% των ψαριών που εισέρχονται στη λιμνοθάλασσα προέρχονται από τον Πατραϊκό. Η περιοχή του Ιονίου (Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λευκάδα) είναι η πιο σεισμογενής περιοχή της Ευρώπης και αυτό αυξάνει τους κινδύνους για την περιοχή.
Η αντίθεση στις εξορύξεις  γίνεται από τη σκοπιά ενός εναλλακτικού ενεργειακού μοντέλου που δεν θα στηρίζεται στα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα. Η κυβέρνηση βρίσκεται σε μια προφανή αντίφαση.
Προωθεί νομοσχέδια και μέτρα με θετικό οικολογικό πρόσημο (ενεργειακές κοινότητες, ανακύκλωση, το πρόγραμμα εξοικονόμησης κατ’ οίκον κ.ά.), που όμως δεν αντιστρέφουν τη στρατηγική επιλογή της να καταστήσει τη χώρα ενεργειακό κόμβο υδρογονανθράκων.
Η Μεσόγειος Θάλασσα, αν και καταλαμβάνει μόλις το 0,8% της επιφάνειας των ωκεανών, φιλοξενεί το 25% της διακίνησης της παγκόσμιας παραγωγής ετησίως, ενώ μόνο από δραστηριότητες ρουτίνας τα ύδατά της ρυπαίνονται από 150 χιλ. τόνους αργού πετρελαίου.
Τριάντα δύο χρόνια μάς χωρίζουν από το 2050, οπότε θα πρέπει να έχει μειωθεί η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, κυρίως άνθρακα και πετρελαίου, κατά 80%.
Σε λιγότερο από 32 χρόνια, δηλαδή από αύριο, πρέπει να ανατρέψουμε το ενεργειακό μας πρότυπο.
Πολύ δύσκολο, όταν στους πρότερους και τωρινούς διαχειριστές της ενέργειας χρειάστηκαν πάνω από 20 χρόνια για να κατανοήσουν ότι η «ενεργειακή αλλαγή» τούς χτυπούσε την πόρτα. Συνέπεια αυτού αποτελεί και η κρίση της ΔΕΗ.
Συνεπώς η κυβέρνηση και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει άμεσα να δει τις ευθύνες του και να αλλάξει την πολιτική του, αλλιώς είναι βέβαιο ότι πολύ σύντομα, κι όχι το 2050, θα υποχρεωθεί να κριτικάρει πολύ έντονα τις σημερινές επιλογές του.
Με μια τέτοια κεντρική πολιτική, παρά το γεγονός ότι το ενεργειακό δυναμικό της Ελλάδας (ηλιακό, αιολικό, γεωθερμικό κ.λπ.) είναι ικανό σε βάθος χρόνου να φέρει επάρκεια στη χώρα, οι επενδύσεις προσανατολίζονται σε τομείς που επιβαρύνουν το κλίμα και το περιβάλλον.
Το παραγωγικό σχέδιο ανάπτυξης μιας αριστερής κυβέρνησης πρέπει να έχει άλλο προσανατολισμό από αυτόν που επιβάλλει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, ο οποίος οδηγεί σε καταστροφή και τις κοινωνίες και τον πλανήτη.
Η Αριστερά, συνεργαζόμενη  με την πολιτική οικολογία, πρέπει να παρουσιάσει ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγής που να οδηγεί σε δίκαιη κοινωνία αλλά και σε ένα άλλο υπόδειγμα ζωής του ανθρώπου που δεν σπαταλά αλόγιστα τους φυσικούς πόρους.

[1] ηλεκτρολόγος - ενεργειακός μηχανικός,
[2] μηχανολόγος μηχανικός,
[3] βουλευτής Β’ Αθήνας ΣΥΡΙΖΑ, από τους Οικολόγους Πράσινους,
[4] βουλευτής Α’ Αθήνας και μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ
*πηγή Εφημερίδα των Συντακτών, 2 Απριλίου 2018


 Παράρτημα: οι διαχρονικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τις εξορύξεις υδρογονανθράκων 
Τον “αποικιοκρατικό” χαρακτήρα των συμβάσεων, που παραχωρούν σε ιδιωτικές εταιρείες δικαιώματα έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων στις περιοχές του Κατάκολου, του Πατραϊκού κόλπου και των Ιωαννίνων, καταγγέλλει το Τμήμα Οικολογίας, Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού του ΣΥΡΙΖΑ.
Τον «αποικιοκρατικό» χαρακτήρα των συμβάσεων, που καταστρέφουν το περιβάλλον και λειτουργούν ενάντια στο συμφέρον των πολιτών και της χώρας, καταγγέλλει το Τμήμα Οικολογίας, Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού του ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την κύρωση την περασμένη Πέμπτη στη Βουλή των συμβάσεων παραχώρησης σε ιδιωτικές εταιρείες δικαιωμάτων έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων στις περιοχές του Κατάκολου, του Πατραϊκού κόλπου και των Ιωαννίνων.

Ειδικότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει με τις συμβάσεις αυτές «δεν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, δεν διασφαλίζεται η περιβαλλοντική προστασία των υπό εκποίηση περιοχών ενώ τίθενται σε κίνδυνο οι παραγωγικές δραστηριότητες και προοπτικές ευρύτερων περιοχών της χώρας».

Μάλιστα, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ είχαν κάνει λόγο για «προσπάθεια του ΥΠΕΚΑ και της κυβέρνησης να στήσουν γύρω από αυτή τη σύνθετη και ιδιαίτερα επικίνδυνη υπόθεση ένα τεχνητό, επικοινωνιακό «success story»».

Σύμφωνα με το Τμήμα Οικολογίας, «το «success story» των εξορύξεων που προωθεί η μνημονιακή Κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου είναι τυπικό της μετατροπής της «κρίσης σε ευκαιρία» από τις κυρίαρχες ελίτ σε χώρες ευάλωτες σε οικονομικές-πολιτικές πιέσεις».

«Εκμεταλλεύονται την κατάρρευση μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων και την πτώση αξιών γης. Επιβάλλουν την εκποίηση δημόσιου πλούτου (π.χ. γης, ορυκτών πόρων), με ληστρικούς όρους, προς όφελος πολυεθνικών, την αποσάθρωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και των ελεγκτικών μηχανισμών, αλλά και συνολικά καθεστώς «χαριστικών» μισθωμάτων, φορολογίας κ.λ.π. Τέλος, αξιοποιούν την κρίση για να κάμψουν τις κοινωνικές αντιστάσεις προτάσσοντας εκβιαστικά διλήμματα, τον φόβο και την επιβαλλόμενη εξαθλίωση», διευκρινίζει το Τμήμα Οικολογίας.

Τέλος, το Τμήμα Οικολογίας εκτιμά ότι «είναι περισσότερο αναγκαίο παρά ποτέ ένα νέο υπόδειγμα «κοινωνικού – οικολογικού μετασχηματισμού» προς μια οικονομία των αναγκών με σοσιαλιστικό ορίζοντα, στον αντίποδα τόσο της νεοφιλελεύθερης «πράσινης ανάπτυξης» της αγοράς, όσο και του παραγωγισμού, του καταστροφικού δηλαδή αστικού μοντέλου ανάπτυξης του παρελθόντος».

«Ένα τέτοιο εγχείρημα μόνο μια «Κυβέρνηση της Αριστεράς», με την αποφασιστική ενεργό στήριξη και συμμετοχή της κοινωνίας, μπορεί να προωθήσει», καταλήγει.

Ολόκληρη η ανακοίνωση έχει ως εξής:

"Την περασμένη Πέμπτη 18/9 κυρώθηκαν από το Γ' Θερινό Τμήμα της Βουλής οι συμβάσεις παραχώρησης σε ιδιωτικές εταιρείες δικαιωμάτων έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων στις περιοχές του Κατάκολου, του Πατραϊκού κόλπου και των Ιωαννίνων. Λίγες ημέρες πριν από τις διεθνείς κινητοποιήσεις με αφορμή τη σύνοδο του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε από την πρώτη στιγμή τον αποικιοκρατικό χαρακτήρα αυτών των συμβάσεων και ανέδειξε συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα τους λόγους για τους οποίους δεν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, δεν διασφαλίζεται η περιβαλλοντική προστασία των υπό εκποίηση περιοχών ενώ τίθενται σε κίνδυνο οι παραγωγικές δραστηριότητες και προοπτικές ευρύτερων περιοχών της χώρας (Ιόνια, Ήπειρος, Δυτική Ελλάδα, Κρήτη). Στις παρεμβάσεις τους οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στηλίτευσαν επίσης την προσπάθεια του ΥΠΕΚΑ και της κυβέρνησης να στήσουν γύρω από αυτή τη σύνθετη και ιδιαίτερα επικίνδυνη υπόθεση ένα τεχνητό, επικοινωνιακό «success story».

Δεδομένης της ορθής κριτικής και της καταψήφισης των συμβάσεων «ανοιχτής πόρτας», θεωρούμε κρίσιμο να προσθέσουμε ορισμένες επισημάνσεις που αφορούν ευρύτερα το προωθούμενο επιθετικό αναπτυξιακό μοντέλο των εξορύξεων.

Το «success story»των εξορύξεων που προωθεί η μνημονιακή Κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου είναι τυπικό της μετατροπής της «κρίσης σε ευκαιρία» από τις κυρίαρχες ελίτ σε χώρες ευάλωτες σε οικονομικές-πολιτικές πιέσεις. Στην πραγματικότητα με πρόσχημα την εξυπηρέτηση του χρέους και την ανάκαμψη της οικονομίας εκμεταλλεύονται τις συνθήκες της κρίσης που οι ίδιες δημιούργησαν. Εκμεταλλεύονται την κατάρρευση μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων και την πτώση αξιών γης. Επιβάλλουν την εκποίηση δημόσιου πλούτου (π.χ. γης, ορυκτών πόρων), με ληστρικούς όρους, προς όφελος πολυεθνικών, την αποσάθρωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και των ελεγκτικών μηχανισμών, αλλά και συνολικά καθεστώς «χαριστικών» μισθωμάτων, φορολογίας κ.λ.π. Τέλος, αξιοποιούν την κρίση για να κάμψουν τις κοινωνικές αντιστάσεις προτάσσοντας εκβιαστικά διλήμματα, τον φόβο και την επιβαλλόμενη εξαθλίωση.

Οι συνέπειες του εξορυκτικού μοντέλου ανάπτυξης που προωθείται έχει γνωστές και καταγεγραμμένες, διεθνώς, συνέπειες, όπως: α) εξάρτηση από εξωτερικό δανεισμό ή χρηματοδότηση), β) εξάρτηση από τον μονοπωλιακό έλεγχο της τεχνολογίας από μεγάλες πολυεθνικές, , γ) σοβαρές μη αντιστρεπτές περιβαλλοντικές μακροχρόνιες επιπτώσεις και σημαντικούς κινδύνους περιβαλλοντικών ατυχημάτων (π.χ. καταστροφή κόλπου Μεξικού), δ) συγκρούσεις στις χρήσεις γης, με εκτόπιση τοπικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (τουρισμός, αλιεία, γεωργία κ.α.) και απώλεια θέσεων εργασίας και εισοδημάτων για τις τοπικές κοινωνίες, ε) επιβάρυνση με συνολικό εξωτερικό κοινωνικό κόστος, στ) δέσμευση δημόσιων πόρων που εγκλωβίζουν τον παραγωγικό σχεδιασμό έναντι εναλλακτικών που δεν έχουν καν εξεταστεί, ζ) άμεση εμπλοκή σε ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς με αποτέλεσμα τη στρατιωτικοποίηση με αύξηση εξοπλιστικών δαπανών αλλά και τη γεωπολιτική ένταση ( π.χ. Ουκρανία, Μ. Ανατολή και η) αναπαράγει το ρυπογόνο ενεργειακό μοντέλο που στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα.

Το μοντέλο αυτό, κατά κανόνα, οδηγεί στην όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και ταυτόχρονα στην αύξηση της συγκέντρωσης και του ελέγχου τόσο της οικονομίας, όσο και της εξουσίας, σε λίγα χέρια.

Δεδομένου του γεγονότος ότι, ευρωπαϊκά αλλά και διεθνώς, το σύνολο των ριζοσπαστικών κινημάτων και της Αριστεράς αγωνίζεται για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής και της οικολογικής κρίσης, με κεντρικό αίτημα τη σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα στα επόμενα 40 έτη, το μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται στις εξορύξεις υδρογονανθράκων βρίσκεται στον αντίποδα των διεκδικήσεων μας.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, μια μεσογειακή χώρα (το Ιόνιο δεν είναι Βόρεια Θάλασσα), με χαρακτηριστικό το νησιωτικό στοιχείο, με ιδιαίτερα ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες (και για αξιοποίηση Α.Π.Ε. με δημόσια-κοινωνική ρύθμιση), με έντονη σεισμικότητα, με ποικιλομορφία ευαίσθητων οικοσυστημάτων και με σημαντικά στοιχεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, που ταυτόχρονα διαθέτει συσσωρευμένες υποδομές, εξειδικευμένους εργαζόμενους και αναπτυγμένο παραγωγικό, επιστημονικό και τεχνολογικό δυναμικό (ενεργό αλλά και αργούν), ο δρόμος που οδηγεί στην έξοδο από την κρίση είναι κοινωνικά και περιβαλλοντικά ο αντίστροφος.

Στον πυρήνα της δικής μας πολιτικής φυσιογνωμίας, όπως συστηματικά έχει καταγραφεί, βρίσκονται η εξυπηρέτηση των συλλογικών κοινωνικών αναγκών και η αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας που διασφαλίζουν τις παρούσες και μελλοντικές αξιοβίωτες συνθήκες παραγωγής και διαβίωσης της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Σήμερα, στην εποχή της κρίσης, είναι περισσότερο αναγκαίο παρά ποτέ ένα νέο υπόδειγμα «κοινωνικού – οικολογικού μετασχηματισμού» προς μια οικονομία των αναγκών με σοσιαλιστικό ορίζοντα, στον αντίποδα τόσο της νεοφιλελεύθερης «πράσινης ανάπτυξης» της αγοράς, όσο και του παραγωγισμού, του καταστροφικού δηλαδή αστικού μοντέλου ανάπτυξης του παρελθόντος.

Ένα υπόδειγμα που θα έχει στο επίκεντρό του την εργασία και το περιβάλλον (τα δημόσια και κοινά αγαθά), τον δημόσιο έλεγχο, τη δημοκρατία στην ίδια την παραγωγή με έλεγχο της κοινωνίας, των εργαζομένων και ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Ένα υπόδειγμα που στοχεύει στην αξιοποίηση των εγχώριου παραγωγικού δυναμικού, των τεχνολογικών δυνατοτήτων της χώρας με την παραγωγή διαφοροποιημένης τεχνολογίας συμβατής με τις κοινωνικές και τοπικές ανάγκες, προσανατολισμένο τόσο στην αποκέντρωση ανθρώπων και δραστηριοτήτων όσο και στην αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας. Πρώτη προτεραιότητα ενός τέτοιου μετασχηματισμού αποτελεί η ταχεία δημιουργία «κόκκινων» και ταυτόχρονα «πράσινων» θέσεων εργασίας για την αντιμετώπιση της ανεργίας, αλλά και η δραστική αντιστροφή της πρωτογενούς διανομής του εισοδήματος υπέρ των εργαζομένων και της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, έναντι των κερδών -εγχώριων και διεθνών ομίλων.

Ένα τέτοιο εγχείρημα μόνο μια «Κυβέρνηση της Αριστεράς», με την αποφασιστική ενεργό στήριξη και συμμετοχή της κοινωνίας, μπορεί να προωθήσει".