Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (του Μαρσέλ Προυστ και της κυβέρνησης)


του Α. Π. Θάνου
Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, είναι ο τίτλος του κλασικού, πολύτομου και σπουδαίου μυθιστορήματος του Μαρσέλ Προυστ. Ο λόγος όμως εδώ δεν είναι για τη μεγάλη γαλλική λογοτεχνία. Είναι για την πολιτική τακτική της κυβέρνησης έναντι των δανειστών. Γιατί, κάνοντας έναν απολογισμό αυτής της τακτικής, διαπιστώνουμε ότι αυτός ο τίτλος [όπως και ο τίτλος ενός από τους επιμέρους τόμους του έργου τού Προυστ, Ο ξανακερδισμένος χρόνος] ταιριάζει γάντι στη στάση της κυβέρνησης, στα δυόμισι χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία.
Ας το δούμε από την αρχή, από τις 26 Ιανουαρίου του 2015. Από την πρώτη κιόλας μέρα, βασικός στόχος της κυβέρνησης ήταν να κερδίσει χρόνο απέναντι στους δανειστές. Απολύτως εύλογο και εντελώς αναγκαίο, τότε.
Η νέα κυβέρνηση χρειαζόταν χρόνο για να μελετήσει τα προβλήματα, να αποκτήσει άποψη στην πράξη, να φτιάξει συμμαχίες, να διαμορφώσει στρατηγική και τακτική –γιατί όση προετοιμασία και αν κάνεις, είναι αλλιώς όταν βρίσκεσαι στην αντιπολίτευση και αλλιώς στην κυβέρνηση. 

Αυτό ήταν και το βασικό επιχείρημα για τη λεγόμενη «ενδιάμεση συμφωνία» της 20ής Φεβρουαρίου: το ότι η ελληνική πλευρά είχε κερδίσει χρόνο, και έτσι θα μπορούσε, έπειτα από κάποιους μήνες, να πετύχει μια καλύτερη συμφωνία.
Ως εδώ καλά –και ας παραμερίσουμε τις τυχόν αντιρρήσεις. 


Το πρόβλημα είναι ότι το ίδιο ακριβώς επιχείρημα, να «κερδίσουμε χρόνο», επαναλήφθηκε για να στηρίξει και την υπογραφή του Μνημονίου, το καλοκαίρι του 2015. Και το ξανακούσαμε και τώρα, το 2017, με το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης.
Η κυβέρνηση, με βαρύ ταξικό αντάλλαγμα [περικοπή συντάξεων, αφορολόγητο, κ.λπ.], πέτυχε να κερδίσει χρόνο –τουλάχιστον έως το φθινόπωρο του 2018 ή ακόμα και το 2019.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι: Τι θα κάνει τον χρόνο που κέρδισε;

Η προσδοκία αλλαγής συσχετισμών

Η προσδοκία αλλαγής των διεθνών συσχετισμών είναι φανερό ότι διαψεύδεται. Βέβαια, γι’ αυτό δεν φταίει ο… ΣυΡιζΑ [με τη «συνθηκολόγησή του», όπως επιμένουν να λένε διάφοροι εξ αριστερών]. 


Ωστόσο, το γεγονός παραμένει: το τελευταίο διάστημα, οι συσχετισμοί άλλαξαν και αλλάζουν προς το χειρότερο: εκλογή Τραμπ, ισχυρή παρουσία της Ακροδεξιάς, διαλυτικές τάσεις στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, υποχώρηση της κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, ήττα των Podemos στην Ισπανία, άνοδος του κεντροδεξιού Μακρόν στη Γαλλία, πλήρης αποδυνάμωση του υποψηφίου για την καγκελαρία Σουλτς [σημειωτέον, είναι λάθος να ποντάρει η κυβέρνηση σε μια εκ προοιμίου «φιλελληνική» στάση του] στη Γερμανία. 

Η συμμαχική κυβέρνηση Αριστεράς και σοσιαλδημοκρατών στην Πορτογαλία, η νίκη Σάντσεθ και η αντοχή των Podemos στην Ισπανία, η ήττα της Λεπέν, καθώς και το «πολιτικό φαινόμενο» Κόρμπιν στη Βρετανία, παρά τη σημασία τους, δεν αρκούν, δυστυχώς, για να αισιοδοξούμε.

Ο κερδισμένος χρόνος

Η δεύτερη απάντηση είναι ότι η κυβέρνηση κερδίζει χρόνο, ώστε να εφαρμόσει την πολιτική της. Εδώ βρισκόμαστε στην καρδιά του ζητήματος. 


Ας δούμε όσα έκανε η κυβέρνηση στα δυόμισι αυτά χρόνια του «κερδισμένου χρόνου». Ας θυμηθούμε τα πιο βασικά, στον τομέα της καθημερινότητας και του κοινωνικού κράτους, που καίει τους πολίτες:

• Υγειονομική κάλυψη των ανασφάλιστων, κατάργηση του πεντάευρου για τα νοσοκομεία, καθώς και η διαγραφή των χρεών από νοσήλια των ανασφάλιστων [που ανακοινώθηκε μόλις την περασμένη βδομάδα].
• Μέτρα για την ανθρωπιστική κρίση.
• Κάποιες σημαντικές διευκολύνσεις για όσους χρωστάνε [100 δόσεις για τα χρέη στο δημόσιο και ρυθμίσεις για οφειλές σε ΔΕΚΟ].
• Το έκτακτο βοήθημα για τους συνταξιούχους.
 

Παράλληλα, ιδίως την πρώτη περίοδο, υπήρξαν προοδευτικά θεσμικά μέτρα [διευρυμένο σύμφωνο συμβίωσης για ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια, νόμος για την ιθαγένεια], η αλλαγή σελίδας και η ανθρωπιστική πολιτική στο προσφυγικό. 

Είναι ασήμαντα όλα αυτά; 
Σε καμιά περίπτωση! 

Ωστόσο, ως απολογισμός δυόμισι χρόνων είναι πολύ λίγα. 
Και από μόνα τους, σε συνδυασμό με τη γενικότερη πολιτική των περικοπών και της λιτότητας, δεν μπορούν να αλλάξουν την τραγική καθημερινότητα των ανέργων, των φτωχών, όσων έχουν ανάγκη. 
Και –κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό– η πορεία είναι καθοδική. Δηλαδή τα περισσότερα από αυτά έγιναν το πρώτο διάστημα. Mετά τον πρώτο χρόνο, όμως, ο απολογισμός είναι όλο και πιο φτωχός. 

Ο «κερδισμένος χρόνος», λοιπόν, για να είναι πραγματικά κερδισμένος, πρέπει να είναι γεμάτος από πολιτική. Συγκεκριμένη, χειροπιαστή πολιτική, όχι από μεγάλα λόγια, υποσχέσεις και σκιαμαχίες με τους αντιπάλους. 
Γεμάτος από μέτρα που αλλάζουν την καθημερινότητα και τη ζωή των πολιτών –με έμφαση στους πιο αδύναμους– προς όφελός τους, καθώς και θεσμικές ενέργειες που οδηγούν σε μια πιο ανοιχτή και δημοκρατική κοινωνία. 
Αλλιώς, αν γίνεται αυτοσκοπός, αν συντελεί απλώς στην παραμονή της κυβέρνησης στην εξουσία και «στριμώχνει» την αντιπολίτευση, αυτό δεν μπορεί να αφορά ούτε να εμπνέει τους πολίτες.

Τα πρόσωπα

Σήμερα η κυβέρνηση, έχοντας κερδίσει χρόνο, δεν δείχνει, και πάλι, έτοιμη να τον διαχειριστεί, πελαγοδρομεί. Δεν υπάρχει ορατό σχέδιο, πέρα από το «να βγούμε στις αγορές» και την εξαγγελία για μια «δίκαιη ανάπτυξη»


Οι αγορές, όμως, δεν είναι πανάκεια, όπως δεν είναι πανάκεια η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση, ενώ κανείς δεν καταλαβαίνει πως η ανάπτυξη θα είναι γενικώς «δίκαιη» σ’ ένα καπιταλιστικό σύστημα –άσε που και στο… σοσιαλισμό θα το συζητούσαμε! 
Η κυβέρνηση δεν θέλει απλώς restart, αλλά διαφορετικό «λειτουργικό». Αφενός γιατί δεν μπορεί να παράγει απολύτως τίποτα –για όλα χρειάζεται παρέμβαση του πρωθυπουργού, ακόμα και για τα σκουπίδια– και αφετέρου γιατί τα πρόσωπα που σήμερα στελεχώνουν το κυβερνητικό σχήμα εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν και –στη μεγάλη τους πλειονότητα– ευρέθησαν ελλιπή.
Ο αναγκαίος ανασχηματισμός πρέπει να γίνει προς δύο κατευθύνσεις: Αλλαγής προσώπων, έξω από επικοινωνιακή λογική, με βάση τις ικανότητές τους και το έργο που μπορούν να παράγουν. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλο το προηγούμενο διάστημα, μεταξύ υπουργών αλλά και κυβερνητικών βουλευτών, ακούγονταν το «να τελειώνουμε με τη διαπραγμάτευση, για να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε το πρόγραμμά μας». Πέρα από το γεγονός ότι το μνημόνιο καθορίζει σε μεγάλο ποσοστό το πρόγραμμα της κυβέρνησης, η λογική των στελεχών του ΣυΡιζΑ ήταν ότι η διαπραγμάτευση απορροφά όλη τους την ενέργεια και άρα δεν μπορούν να αποδώσουν στους τομείς που τους αφορούν. 

Η κυβέρνηση φάνηκε ότι αδυνατούσε να λειτουργήσει ακόμα και σ’ αυτό τον περιορισμένο χώρο που της αφήνουν τα μνημόνια. Κι αυτή η δυσλειτουργία οφείλεται τόσο στην επιφανειακή διαχείριση των προβλημάτων [ή και ανικανότητα, σε πολλές περιπτώσεις, ας μην κρυβόμαστε…] όσο και, κυρίως, στην έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού. Η κυβέρνηση εμφανίζεται να λειτουργεί λες και έχουμε [μόνιμα] Δεκαπενταύγουστο…
 

Μ’ αυτό το κυβερνητικό σχήμα, λοιπόν, δεν πας μακριά. 
Ο ανασχηματισμός είναι απαραίτητος. 
Ο Αλ. Τσίπρας φαίνεται να το έχει αντιληφθεί, και απομένει να δούμε πόσο οι αλλαγές που θα επιλέξει –αν επιλέξει…– θα είναι πάνω και έξω από φιλίες και ισορροπίες. 
Κριτήρια πρέπει να είναι η ικανότητα, η γνώση του αντικειμένου, καθώς και η πολιτική ταυτότητα –δεν υπάρχουν περιθώρια για πειράματα, και αυτό πρέπει να το αντιληφθούν όλοι. 
Για να μιλήσουμε καθαρά, περισσότερη εμπιστοσύνη [πρέπει να] έχουμε [παρότι αυτό δεν είναι, βέβαια, απόλυτο] σε ένα στέλεχος με παράδοση και δείγματα γραφής στην Αριστερά, παρά σε όψιμους Συριζαίους, που είδαν φως και μπήκαν –με τον ίδιο τρόπο θα ξαναβγούν…
Η πολιτική κατεύθυνση

Αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης. Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο ζήτημα προσώπων, το πώς αποδίδει ο κάθε υπουργός ή στέλεχος. Η κυβέρνηση σήμερα έχει ένα στρατηγικό σχεδιασμό, που αρθρώνεται σε τρία σημεία:
α) έξοδος στις αγορές,
β) έξοδος από τα μνημόνια,
γ) «δίκαιη ανάπτυξη».
Δεν αρκούν, όμως, οι τίτλοι. 


Αυτός ο σχεδιασμός πρέπει να είναι πλήρης και αποσαφηνισμένος. 
Και να γνωρίζει επακριβώς τι πρέπει να κάνει το κάθε στέλεχος, το οποίο πρέπει και να αντιλαμβάνεται μέχρι πού φτάνουν τα «πόδια» του. 
Δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε υπουργός να κάνει προσωπική πολιτική. Οι ενέργειές του πρέπει να εντάσσονται σ’ ένα σχέδιο. Γιατί, χωρίς συνολικό σχέδιο ακόμα και οι καλύτεροι υπουργοί δεν μπορούν να παραγάγουν έργο. 
Και αυτό το σχέδιο μόνο το Μαξίμου μπορεί να το χαράξει –σε συνεργασία, πάντα, με τους κρίσιμους υπουργούς.
 

Το Μαξίμου πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι ο χρόνος που κέρδισε δεν του εξασφαλίζει καμιά παραμονή, ιδιαίτερα αν χάνει [συνεχώς;] από την κοινωνική του βάση. Το μέλλον της κοινωνίας δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις διαθέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων, από τις [τυχόν] επενδυτικές επιλογές των οικονομικά ισχυρών. 
Ποτέ σε περιόδους κρίσης δεν έβγαλαν την κοινωνία από το τέλμα οι ιδιωτικές επενδύσεις
Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε, κυριαρχεί η λογική του επιχειρηματικού πλιάτσικου, της εργασίας χωρίς αξιοπρέπεια, με μισθούς στα όρια της φτώχειας, ενώ διαλύεται ή αποδυναμώνεται ο όποιος δημόσιος και κρατικός φορέας. Παράλληλα, όπως βλέπουμε και τριγύρω μας, σε περιόδους κρίσης υπάρχουν γεωπολιτικές αναταράξεις, διενέξεις, ενώ, πολύ πιθανόν, επιβάλλονται και λύσεις…
 

Χρειάζεται άμεσος σχεδιασμός και επεξεργασία ενός μεταβατικού προγράμματος με παράλληλη υλοποίηση μέτρων, προκειμένου η σημερινή κυβέρνηση να αλλάξει την πολιτική της απέναντι στις λαϊκές τάξεις –απαραίτητα τα συσσίτια και οι επιδοτήσεις ενοικίου, αλλά δεν επαρκούν

Και ας γίνει συνείδηση πως οι αγορές και οι «επενδύσεις» των οικονομικά ισχυρών δεν αφορούν την κοινωνία, δεν θα βγάλουν τη χώρα από την κρίση: το παράδειγμα της Βουλγαρίας και Ρουμανίας, όπου έχουμε ανάπτυξη 4% και 5%, με τους πολίτες να υποφέρουν για ένα κομμάτι ψωμί, είναι δίπλα μας. 

Η κυβέρνηση δεν έχει πολύ χρόνο. Πρέπει, αμέσως, να υλοποιήσει μέτρα ανακούφισης, έστω και μέσα από τις χαραμάδες του Μνημονίου. Και λέμε «χαραμάδες», επειδή τα πλαίσια του Μνημονίου είναι ασφυκτικά. 

Ωστόσο, όσα [λίγα] έγιναν και όσα [πολλά] δεν έγιναν αποδεικνύουν ότι, και μέσα σε αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια, υπάρχει περιθώριο άσκησης πολιτικής. 

Αρκεί να συντρέξουν όλοι οι παραπάνω παράγοντες που λέγαμε, για να ξανακερδίσει η κυβέρνηση και το «χαμένο χρόνο» και τη «χαμένη κοινωνία». Ο χρόνος που διαθέτει είναι λίγος και πιεστικός. 

Χρειάζεται δουλειά, επεξεργασίες και, όσοι έχουν δημόσιο βήμα [με συνεντεύξεις, εμφανίσεις στα κανάλια, δηλώσεις, κλπ.], ας αναλογιστούν πόσο οι ενέργειές τους και ο λόγος τους προκαταλαμβάνουν πολιτικές, που αποδεικνύονται ανέφικτες ή τυχοδιωκτικές, ή και ακυρώνουν βασικές πλευρές της πολιτικής του ΣυΡιζΑ. 
Και ακόμα, η προσπάθεια εναγκαλισμού –ή προσεταιρισμού– του κέντρου μπορεί να οδηγήσει σε άλλου είδους πολιτικά μονοπάτια. 
Ας είμαστε προσεκτικοί…

ΥΓ. Ως προς τα μέσα ενημέρωσης. Οι αρμόδιοι της κυβέρνησης ξεχνούν πως το «τρίγωνο της διαφθοράς» [τραπεζικό, μιντιακό και επιχειρηματικό σύστημα] έκανε κωλοτούμπα λίγο πριν ανέβει ο ΣυΡιζΑ στην κυβέρνηση. Με μια στροφή 180 μοιρών και χωρίς ενδοιασμό προσπάθησαν να θέσουν εαυτούς στην υπηρεσία του «νέου αρχηγού» –ακόμα και το Βήμα και τα Νέα! Κάποιοι τα «κατάφεραν», κάποιοι όχι. 

Μετά ξεκίνησε ο πόλεμος κατά των καναλαρχών με παράπλευρες απώλειες την απειλή της ανεργίας για εκατοντάδες δημοσιογράφους, για να φτάσουμε σήμερα στις 7 τηλεοπτικές άδειες από τις 4 που εμμονικά πρότεινε η κυβέρνηση –η πληροφορία ότι το Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας θα παρέμβει υπέρ την 4 αδειών ελέγχεται ως ανακριβής… 
Και, βέβαια, διάφορα «λαμόγια» δημοσιογράφοι [σε όλους τους χώρους υπάρχουν «λαμόγια»] θέτουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του Μαξίμου. Η ευκολία με την οποία προσαρμόζονται, δεν προκαλεί εντύπωση –παλιά μου τέχνη κόσκινο. Καλό θα είναι, όμως, οι αρμόδιοι που συνδιαλέγονται μαζί τους να χρησιμοποιούν και την αναζήτηση στο google! Θα αποφύγουν, έτσι, [και άλλες] χοντράδες…



Πηγή: Η Εποχή



Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Documenta εν Αθήναις: Εικόνες από μια φάρσα

Τρεις ακριβώς μήνες πριν δημοσιεύτηκε το κείμενο που ακολουθεί. Ήταν λίγο μετά αφού είχε ξεκινήσει η Documenta14 στην Αθήνα. Συγκαταλέγεται στα λίγα δυστυχώς ελληνικά και τα άπειρα στο εξωτερικό κείμενα ανθρώπων του Πολιτισμού που έκαναν αρνητική κριτική στην αμφιλεγόμενη γερμανική έκθεση. 
Προχθές η φαραωνική έκθεση τελείωσε και σιωπηρά αυτήν την φορά αποχώρησε από την ελληνική πρωτεύουσα μέσα στην γενική αδιαφορία. Παράξενο; Καθόλου. Εμφανέστατα η βασική της λειτουργία περιορίστηκε σε μια ακόμη εποχική τουριστική ατραξιόν κυρίως για γερμανούς τουρίστες, οι οποίοι ήσαν και το ένα τέταρτο των επισκεπτών της. Το διαπιστώνει με λύπη και η γερμανική DW. Λογικό βέβαια, αφού σύντομα το "Μαθαίνοντας από την Αθήνα" αποδείχθηκε πραγματική απάτη αφού τίποτα από όσα σκέφτονται και ζουν οι αθηναίοι και οι έλληνες γενικότερα δεν πέρασε μέσα σε αυτήν την Documenta: στο χαοτικό show όπου "γερμανοί κερνούσαν γερμανοί έπιναν" δεν βρήκαν καν θέση οι πραγματικοί άνθρωποι του τόπου εκτός κάποιων  προθύμων που σιτίστηκαν για λίγο ή κέρδισαν δωρεάν ταξίδι στο Κάσελ από τα ψίχουλα του θηριώδους προϋπολογισμού των 70+ εκατομμυρίων... Τώρα,  το αν οι επικεφαλείς της, και κυρίως ο "μαθαίνοντας από τον Σόιμπλε" διευθυντής της Άνταμ Σίμτσικ, θα ήθελαν και να μείνουν στην αποικία, διευθύνοντας συν γυναιξί και τέκνοις δημόσια πολιτιστικά ιδρύματα (πχ Ίδρυμα Νιάρχος), αυτό μόνο σαν παράπλευρη απώλεια του πολιτισμού μας θα μπορούσε να επισυμβεί. Γιατί καλή η φάρσα σας παιδιά αλλά δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο... κι όσοι/ες ιθαγενείς "έχαψαν" τις χάντρες σας ακόμη και ως "νέα αναπτυξιακά εργαλεία" (πχ Ευκλείδης Τσακαλώτος, αναφορά στην ομιλία του στην Βουλή στην συνεδρίαση για την συμφωνία του eurogroup) θα κουραστούν να δίνουν εξηγήσεις για τα ανεξήγητα. Αποχαιρετώντας λοιπόν με ανακούφιση μια ακόμη απάτη της πολιτιστικής βιομηχανίας και μάλιστα στην περίπτωση αυτή, μιας απάτης του ενσωματωμένου και εμπορεύσιμου "αντικαπιταλισμού", ας θυμηθούμε τι έγραφε ...εγκαίρως και ο Κώστας Κουτσουρέλης.
η αριστερή στρουθοκάμηλος


Documenta εν Αθήναις: Εικόνες από μια φάρσα 



του Κώστα Κουτσουρέλη
19 Απριλίου 2017  bookpress.gr 

Ο παλιός ρομαντικός φανταζόταν ότι είναι ποιητής επειδή ξεχείλιζε από «συναισθήματα». Ο τωρινός κονσεπτουαλιστής οπτασιάζεται ότι είναι καλλιτέχνης επειδή έχει «ιδέες». Όμως ιδέες και συναισθήματα έχουμε όλοι, μονοπώλιο στην ευαισθησία και το μυαλό καμιά ομάδα κοινωνική δεν διαθέτει. Κάθε άλλο μάλιστα. Το ξέρουμε εκ πείρας, ειδικά οι καλλιτέχνες πολλές φορές υστερούν σε συναισθηματική ή αναλυτική νοημοσύνη. Καταστάσεις που για τον μέσο άνθρωπο είναι προφανείς, για εκείνους είναι γρίφοι και αξεπέραστα εμπόδια, φαινόμενο που τόσο σκώμμα και γελοιογραφίες ενέπνευσε.

Η τέχνη δεν είναι ούτε «συναισθήματα» ούτε «ιδέες». Η τέχνη είναι πρώτα απ’ όλα, το λέει η λέξη, τεχνική. Μια ειδική μορφή τεχνικής προφανώς, μια ειδική νοημοσύνη κατά κάποιον τρόπο, που θα την ονόμαζα νοημοσύνη αισθητική και που παρέχει στον κάτοχό της την ικανότητα όχι να αισθανθεί ή να συλλάβει «κάτι» (τούτη την ικανότητα την μοιραζόμαστε όλοι), αλλά αυτό το «κάτι» να το εκφράσει, να το αποτυπώσει στο υλικό του: λέξεις, εικόνες, ήχους. Με άλλα λόγια, να το κάνει πράγμα αυθύπαρκτο, αποσπασμένο πια από τη δική του υποκειμενικότητα, ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους – να του δώσει μορφή.

Δεν κομίζω γλαύκαν ες Αθήνας, ασφαλώς. Όλα στην τέχνη είναι μορφή, το περιεχόμενο δεν μετράει, έλεγε ο Νίτσε. Στη λογοτεχνία το θέμα δεν έχει σημασία, επιμένει ο Παβέζε, θέματα έχουμε όλοι άφθονα, γιατί είμαστε άνθρωποι. Ο ποιητής γράφει την ιστορία του ζωντανού του σώματος, συμπληρώνει ο Σεφέρης· το ότι μπορεί να τη γράψει είναι που τον καθιστά ποιητή, ειδάλλως ζωντανό σώμα έχουμε όλοι. Η λογοτεχνία; 5% έμπνευση και 95% εφίδρωση, υπερθεματίζει ο Ουμπέρτο Έκο.

Με τι έχουμε λοιπόν εδώ να κάνουμε; Τι είναι αυτό που βλέπουμε κάτω από τη μαρκίζα ενός ακόμη φαραωνικού εικαστικού σώου, εδώ στην Αττική ή στο Κάσσελ της Έσσης; Νομίζω δύο τινά, αξεχώριστα: την ψευδαίσθηση και την απάτη. Αν ο συναισθηματισμός ήταν το παραπαίδι του παράφορου ρομαντισμού του 19ου αιώνα, και επιβιώνει ώς τις μέρες μας στο μελό και στο κιτς της μαζικής κατανάλωσης, ο εξυπνακισμός που διαποτίζει ώς το κόκκαλο την κατ’ ευφημισμόν visual culture του καιρού μας, αυτό το αλλοπρόσαλλο ανακάτεμα εξιμπισιονισμού, βερμπαλισμού και κακογουστιάς, είναι γέννημα ενός άλλου λαϊκισμού, αντίστροφου ωστόσο – εκείνου που έσπειραν τα μοντερνιστικά μανιφέστα εκατό χρόνια πριν.

Πρόκειται για έναν λαϊκισμό ιδιότυπο. Αφετηρία του ήταν μια μεγαλοφάνταστη όσο και ανόητη ουτοπία. Τι επεδίωξαν, τι οραματίστηκαν, τι επαγγέλθηκαν όσο τίποτε άλλο οι πιο ακραίοι μοντερνιστές; Μα να εξισώσουν την τέχνη με τη ζωή, να καταστήσουν τον κάθε άνθρωπο μέτοχο, κοινωνό της καλλιτεχνικής πράξης. Κοινωνό όχι όμως με την παλιά έννοια της πρόσληψης, της δεξίωσης του έργου από το κοινό. Για τους αντάρτες του 20ού αιώνα, η ίδια η διάκριση μεταξύ δημιουργού και κοινού ήταν ύποπτη. Πίσω της έσερνε μνήμες ιεραρχικές, ταξικές, εξουσιαστικές, από τις οποίες ο καλλιτέχνης, πρόσφατα χειραφετημένος ο ίδιος από τον βραχνά της Κουρίας ή της Αυλής, αποζητούσε να απαλλαγεί. Η απόσταση μεταξύ παραγωγού και αποδέκτη έπρεπε να καταργηθεί διαρρήδην, μέσα στο κάθε άτομο ξεχωριστά έπρεπε να αφυπνιστεί όχι πια ο φιλότεχνος αλλά ο δημιουργός, τα μέχρι πρότινος ανισοϋψή ήταν καιρός να ισοζυγιαστούν.

Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις. Στην πράξη αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από δύσκολο: αδύνατο. Όχι μόνο επειδή οι άνθρωποι της τέχνης συνηθίζουν να αποδίδουν στο επιτήδευμά τους κοινωνική σημασία υπέρογκη. (Ως επί το πολύ, οι άνθρωποι τα βγάζουν μια χαρά πέρα και δίχως την τέχνη.) Αλλά γιατί η δημιουργικότητα, αλίμονο, πάντα σπανίζει, κοινοκτημοσύνη στο τάλαντο μόνο οι αφελείς προσδοκούν. Έτσι το κοινό, μ’ όλες τις προτροπές και τα ξεσηκωτικά σαλπίσματα, παρ’ όλα τα μαστιγωτικά βρισίδια, παρέμεινε παθητικός καταναλωτής: θεατής βολεμένος στον πάγκο του, μαθητευόμενος αδρανής. Και αφού στάθηκε αδύνατο να ανυψωθεί ο μαθητής ώς την καθέδρα του δασκάλου, ένας ήταν ο τρόπος: να κατρακυλήσει ο δάσκαλος ώς το θρανίο του μαθητή.

Πράγματι, μόνο αν κανείς χάσει εντελώς από τα μάτια του τα επιτεύγματα του παρελθόντος, μπορεί να πιστέψει πράγματι ότι όλα αυτά τα σχολικά καμώματα, αυτές οι παιδιάστικες ανοησίες που μας προτείνουν οι οργανωτές της αθηναίας Documenta, συνιστούν καλλιτεχνική δραστηριότητα. Όπως, άλλωστε, μόνο αν λησμονήσει κανείς εντελώς τι πέτυχε ένας Κορνάρος ή ένας Σολωμός, μπορεί να περάσει για ποίηση τις πεντακόσιες ή εξακόσιες συλλογές που βλέπουν το φως της δημοσιότητας κάτ’ έτος στη γαλανή μας πατρίδα.

Στη θεωρία, που τόσο αγαπούν, οι ταγοί της τρέχουσας art business μπορεί να ποζάρουν, να υποδύονται ρόλους μεγαλεπήβολους. Βοηθάει εδώ το κοσμοπολίτικό τους τουπέ, η εξτραβαγκάντσα του σνομπ, το συναγελάζεσθαι με τον περιοδεύοντα θίασο του χρήματος. Στην πράξη, ο κόσμος τους είναι πληβειακός, τα προϊόντα τους του σωρού, κατασκευές του κυλιόμενου ιμάντα ή του φασόν. Ήδη ο Μαρινέττι το έλεγε ευθέως, γκρεμίστε τα Μουσεία, ο ίδιος ο Παρθενώνας δεν πιάνει μία εμπρός σε μια μηχανή αυτοκινήτου ποτισμένη βενζίνη. Και είναι μόλις τώρα που βλέπουμε την πραγμάτωση των εξαγγελιών του στην πλήρη τους κλίμακα. Ο αληθινός άθλος των συνοδοιπόρων του δεν ήταν ότι απελευθέρωσαν τάχα την καλλιτεχνική έκφραση. (Για τους ικανούς αυτή ήταν ανέκαθεν ελεύθερη, κατά τον στίχο του Γκαίτε ωστόσο: «ελευθερώνει μόνο ο νόμος ο αυστηρός»). Αλλά ότι εντέλει ανέσκαψαν μέχρι μαρασμού τις ρίζες της, υπονόμευσαν τα παιδευτικά της θεμέλια, εξανέμισαν τα μορφοπλαστικά της κεκτημένα.



Το εντέλει αυτό δεν ήταν εξ αρχής φανερό, ούτε από τους πάντες σκοπούμενο. Δεν ήταν όμως και τυχαίο. Για να γίνει πράξη το «όραμα», για να εξισωθεί επιτέλους η τέχνη με τη ζωή, ένας τρόπος υπήρχε: να απορροφηθεί, να χωνευτεί, να διαλυθεί μέσα της ώσπου να μην απομείνει ίχνος από δαύτη. Το κάλλος έπρεπε να υποταχθεί στην ασχημία των βιοτικών μέσων όρων (και κάθε βίωμα κοινό, αισθητικά αδιευθέτητο, είναι ά-σχημο), το εξέχον και το εξαιρετικό έπρεπε να υποκύψουν στο τετριμμένο και το σύνηθες. Κάθε προηγούμενο δίδαγμα, κάθε αποθησαυρισμένο σύμβολο, κάθε τεχνοτροπία υποδηλωτική του παρελθόντος έπρεπε να εξοβελιστεί διότι είχε σφραγιστεί ανεξίτηλα από καθηλωτικά επιτεύγματα αιώνων. Η ανθρώπινη μορφή στις εικαστικές τέχνες λ.χ. έπρεπε να εξαλειφθεί διότι ήταν θεμελιωμένη σε μια δεξιοτεχνία απλησίαστη για το σμάρι των νυν καλουμένων καλλιτεχνών· μόνο ποδοπατώντας την η αφαίρεση μπορούσε να βαφτίσει τους πάντες ζωγράφους. Μελωδία, αρμονία, τονικότητα είχαν φτάσει τη μουσική γλώσσα σε ύψη δυσθεώρατα για τους αγχωμένους επιγόνους του Μπαχ ή του Βέρντι· ο σειραϊσμός και ο αλεατορισμός αντίθετα επέτρεπαν στον πάσα ένα να καμαρώνει ως μουσουργός. Οι απαιτήσεις του μέτρου και της ρίμας ήδη με το καλημέρα άφηναν εκτός νυμφώνος το κοπάδι των ποετάστρων· ο ελεύθερος στίχος όμως σε συνδυασμό με τα ντανταϊστικά και τα υπερρεαλιστικά τραυλίσματα έκανε και τον αναλφάβητο μαιτρ.

Εκατό χρόνια και βάλε μετά, τώρα πια το γνωρίζουμε: πίσω από την κοψιά του μοντερνιστή ευπατρίδη καραδοκούσε ήδη απ’ την αρχή η καμπούρα του βάναυσου, πίσω από την υψιλοφροσύνη του εικονοκλάστη, η μνησικακία του βανδάλου. Μόνο έτσι, βαναυσουργώντας, βανδαλίζοντας το εύμορφο, ήταν ποτέ δυνατό το άμορφο να βασιλεύσει. Μόνο έτσι, πατώντας σε τέτοιο σκαλί, οι φλήναφοι μπόρεσαν να αναγορευθούν σε θεωρητικούς, οι τεχνοκράτες σε τεχνοκρίτες και οι σαλτιμπάγκοι σε αρτίστες, έτοιμους με τα κατορθώματά τους να θαμπώσουν τη βαλκάνια επαρχία.[1]

Απ’ αυτή τη σκοπιά, η Documenta ριζώνει βαθιά στις παλιές εκείνες ψευδαισθήσεις του μοντερνισμού. Είναι το κακορίζικο, μισερό του δισέγγονο· πιο καλά, το εξάμβλωμα του ποπουλίστικου εξισωτισμού του. Και μας αποκαλύπτει τι απομένει τελικά απ’ αυτόν ζωντανό, τώρα που πια η τραγικότητά του εξαερώθηκε: η φάρσα. Για να παραφράσω τον Δ. Σαββόπουλο, μας δείχνει πόσο ένα γνήσιο κάποτε πάθος τέθηκε στην υπηρεσία ενός οράματος εφιαλτικού. Και πώς όλα αυτά κατέληξαν εκεί που ήταν επόμενο –η ιστορική πείρα μας το προέλεγε– να καταλήξουν: στην παρωδία και τη φτήνια. Ένας φιλόσοφος θα σήκωνε απλώς τους ώμους εμπρός σ’ αυτή την αιώνια, κουραστική ανακύκλιση. Η ετερογονία των σκοπών…



Η Documenta όμως εικονογραφεί και κάτι άλλο. Πώς η αρχική αυτή ψευδαίσθηση κατέληξε σήμερα βιομηχανία πολιτιστική, πώς η αυταπάτη έγινε νέτα σκέτα απάτη. Μια τυπική παρεξήγηση για το πώς παίρνει στροφές η σημερινή art maschine αποδίδει στον καλλιτέχνη ρόλο δημόσιο, προθέσεις μάλιστα πολιτικές, καταγγελτικές των κακών κειμένων κ.ο.κ., κ.ο.κ… Κουταμάρες! Όταν έχεις κάμποσες χιλιάδες «εικαστικούς» αυτής της λογής, εκατό πολυμήχανους μάνατζερ (τους curators, τα πραγματικά αφεντικά των παραπάνω), δυο-τρεις σχολές και δέκα κρατικά μουσεία, δεν έχεις ανάγκη το κοινό ούτε τη λεγόμενη δημόσια σφαίρα. Το μόνο που σου χρειάζεται είναι ο έλεγχος των καλλιτεχνικών θεσμών, οι πρόθυμοι προβολείς των media και η πρόσβαση στον κρατικό κορβανά – ελληνικό ή γερμανικό, δεν έχει εδώ σημασία. Σ’ αυτόν πάλι συνεισφέρει ο καθείς μας, έτσι ώστε στο όνομα της θεραπείας των τεχνών να έχουμε μια τερατώδη αναδιανομή αντίθετη προς κάθε αρχή του κοινωνικού κράτους: από τους μη έχοντες (τον μέσο φορολογούμενο) προς τους έχοντες (γιατί τέτοιοι είναι συνήθως όσοι συχνάζουν και διασκεδάζουν σ’ αυτού του είδους τα πανηγύρια, «ένα εστέτ κοινό 2000 πολυεκατομμυριούχων ή εικαστικών αργόσχολων», όπως έγραψε προσφυώς για το πανηγυράκι της Documenta ο Μάνος Στεφανίδης).

"Η Documenta όμως εικονογραφεί και κάτι άλλο. Πώς η αρχική αυτή ψευδαίσθηση κατέληξε σήμερα βιομηχανία πολιτιστική, πώς η αυταπάτη έγινε νέτα σκέτα απάτη."

Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Αυτού του είδους η τέχνη δεν χρειάζεται κοινό. Δεν κομίζει το οιοδήποτε μήνυμα. Βασίλειό της έχει την αυτοαναφορά. Ο κόσμος της όλος είναι συγκεντρωμένος πέριξ του ομφαλού της. Ένα χρειάζεται μόνο: την απάθεια και την ανοχή μας· έχει ανάγκη το αυτολογοκρινόμενο πλήθος που βλέπει βέβαια τον βασιλιά γυμνό, αλλά αντί να ξεσπάσει σε βροντερά χάχανα και να τον πάρει στο ψιλό, έχει ντρεσαριστεί να μην πιστεύει στα μάτια του, τρομοκρατημένο από τις μομφές με τις οποίες είναι έτοιμοι να το κατακεραυνώνουν οι πάσης φύσεως «ειδήμονες» και τα φερέφωνά τους: ότι το γούστο του είναι παρωχημένο, ότι δεν καταλαβαίνει από περίπλοκα νοήματα, ότι δεν έχει παιδεία και επίπεδο...

Παλιά ιστορία, άλλωστε. «Βάρβαρο» και «όχλο» αποκαλούσαν το κοινό ήδη οι συμβολιστές στα τέλη του 19ου αιώνα. Με μια έννοια, αυτοί και οι μοντέρνοι και οι μεταμοντέρνοι και οι μεταμεταμοντέρνοι διάδοχοί τους, εκτός από μάστορες της επιθετικής προπαγάνδας είναι και ιεροεξεταστές, οι πρώτοι εισηγητές της πολιτικής ορθοέπειας. Μοστράροντας την υποτιθέμενη αυθεντία τους, κάποτε επιστρατεύοντας ακόμη και τη βία (βλέπε λ.χ. τα καψώνια που σκάρωνε ο Μπρετόν και οι βαστάζοι του ενάντια στον Ροζέ Βιτράκ και τους αποσυνάγωγους της υπερρεαλιστικής Ακαδημίας· ή το τι τραβάει σήμερα ο φοιτητάκος στη σχολή που θα τολμήσει να πει ότι από τα χάπενινγκς και τις βλακώδεις installations προτιμάει το τελάρο…[2]), επιστρατεύοντας κάθε μέσο λοιπόν, κατάφεραν να φιμώσουν όχι τόσο το κοινό και τον κοινό νου –στην πλειονότητά τους οι φιλότεχνοι απλώς τους γύρισαν την πλάτη και δεν ξαναπάτησαν– αλλά την ίδια την κριτική σκέψη. Αυτήν την τελευταία, συνήθως πετώντας της το κόκκαλο του «υπεράνω»: («τι θες τώρα και μπλέκεις;», «όποιος ανακατεύεται με τα πίττουρα…»).

Αν το καλοσκεφτούμε πρόκειται για κατόρθωμα, κατόρθωμα μοναδικό. Ίσως ποτέ τόσο λίγοι δεν ψάρωσαν τόσο πολλούς. Ποτέ κακόγουστη φάρσα δεν παίχτηκε τόσο.

Το ερώτημα είναι: πόσο ακόμη;


* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ είναι ποιητής και μεταφραστής.

[1] Φαίνεται όμως μόνο αυτή πια. Στην ίδια την μητρόπολη το κλίμα τείνει να αντιστραφεί: «Λαογραφικό εγχείρημα», «φετίχ χωρίς ρηξικέλευθο αναστοχασμό», γράφει στην Zeit ο Hanno Rauterberg για την Documenta των Αθηνών. «Χονδροειδής αντιαμερικανισμός», «πούρα προπαγάνδα», σημειώνει για μερικά από τα πολιτικολογούντα εκθέματα η Τageszeitung. Το περιοδικό art συνοψίζει ήδη στον τίτλο του την ουσία του σώου: «Η ραψωδία των curators». Το καλύτερο σχόλιο όμως το έχει η Welt. Γράφει εκεί ο Hans-Joachim Müller για τα 400 κιλά ελιές που εκθέτει η Αργεντινή Marta Minujín, η οποία τα προορίζει για την... καγκελάριο Μέρκελ, ως αποπληρωμή του ελληνικού χρέους. «"Εννοιολογική τέχνη", λέει η κυρία Minujín. Κουραφέξαλα, λέμε εμείς».

[2] Η συγγένεια του μοντερνισμού με τους ποικίλους ολοκληρωτισμούς, φαιούς ή ερυθρούς, του 20ού αιώνα είναι εξώφθαλμη. Ιδεολογική και ακτιβιστική εξαλλοσύνη, μισαλλοδοξία, δοξολόγηση της βίας, περιφρόνηση μέχρι σημείου εξευτέλισης των αντιπάλων και του μέσου ανθρώπου, δοξολόγηση του ηγέτη-πρωτοπόρου, όλα αυτά απαντούν κατά κόρον στα νεωτερικά μανιφέστα. «Θα δοξολογήσουμε τον πόλεμο –τη μόνη υγιεινή του κόσμου–, τον μιλιταρισμό, τους μηνύτορες της ελευθερίας που σπέρνουν τον όλεθρο... Θα καταστρέψουμε τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες, τις ακαδημίες όλων των ειδών» (Μαρινέττι, Μανιφέστο του φουτουρισμού). «Η στοιχειωδέστερη υπερρεαλιστική πράξη συνίσταται στο να βγεις στο δρόμο με το περίστροφο στο χέρι και ν' αρχίσεις να πυροβολείς τυχαία στο πλήθος, όσο πιο πολύ μπορείς.» (Μπρετόν, Δεύτερο Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού). Ο ντανταϊστής Zωρζ Ριμπεμόν-Ντεσσαίν συνέθεσε επί τούτου ένα Εγκώμιο της βίας: «Τίποτα δεν χάθηκε τόσο νωρίς όσο η βία... Πόλεμος ή επανάσταση βολεύουν εξίσου, ανάμεσα σε δυο βόμβες τίποτα δεν μας εμποδίζει απ' το να ονειροπολούμε αραγμένοι στην πολυθρόνα μας». Πρόδρομοι του φασισμού, συνιδρυτές μάλιστα του Partito Nazionale Fascista ήταν οι φουτουριστές. Συνοδοιπόροι και απολογητές του ναζισμού και του φασισμού ήταν μερικοί από τους μεγαλύτερους μοντερνιστές: ο Σελίν, ο Γκόττφρηντ Μπεν, ο Έζρα Πάουντ, o Λε Κορμπυζιέ, η Λένι Ρίφενσταλ, ο Σαλβαδόρ Νταλί, και αναρίθμητοι άλλοι λιγότερο γνωστοί. Ο εξπρεσσιονιστής ποιητής Γιοχάννες Ρ. Μπέχερ χρημάτισε πρώτος υπουργός πολιτισμού και κορυφαίος αξιωματούχος του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας. Για να μη μιλήσω για τις στρατιές των μοντερνιστών που, σε Ανατολή και Δύση, στήριξαν ευθέως τη Σοβιετική Ένωση και τον Στάλιν. Δύο υπερρεαλιστές έφτασαν στο σημείο να εξιδανικεύσουν την σεξουαλική βία κατά παιδιών – Μπενζαμέν Περέ και Ανδρέας Εμπειρίκος.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Τα ερωτήματα μιας ενδογενούς στρατηγικής για την Ελληνική Οικονομία (εκδήλωση ΙΝΕΠΑ)




Το βίντεο από την 2η Εκδήλωση ΙΝΕΠΑ για την ελληνική βιομηχανία με θέμα:

Ελληνική Βιομηχανία. Aπό την παρακμή στην πρόκληση της ενδογενούς ανάπτυξης

Τα ερωτήματα μιας ενδογενούς στρατηγικής για την Ελληνική Οικονομία
Μέρος 1ο. Ομιλίες


Ομιλητές εκ μέρους του ΙΝΕΠΑ:

8:15 Ζωή Γεωργαντά πρώην μέλος ΔΣ ΕΛΣΤΑΤ, καθηγήτρια οικονομετρίας Πανεπιστημίου Μακεδονίας

30:02 Αλέξανδρος Οικονομίδης μαθηματικός μηχανουργός.

Το παράδειγμα τριών επιχειρήσεων με σοβαρό δείκτη εγχώριας προστιθέμενης αξίας - Ομιλητές:

51:50 ΘΕΣγάλα - Κώστας Μπουκουλιάς, γενικός διευθυντής του συνεταιρισμού

1:08:56 DNAfiltrers Ltd - Ντίνος Νικολαΐδης, μηχανικός ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος.

1:31:30 CERAMETAL s.e. S.A. - Νικόλαος Δρακονταειδής, μηχανολόγος μηχανικός Γενικός Διευθυντής.

Συντονιστής Ανδρέας Κυράνης πρόεδρος του ΙΝΕΠΑ





από τον ιστότοπο του ΙΝΕΠΑ Ενδογενής Παραγωγική Ανασυγκρότηση