Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Περί ΣΥΡΙΖΑ: τι ακριβώς μαγειρεύεται;


Το άλλο σαββατοκύριακο θα γίνει η πανελλαδική σύσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ. Κι απ ότι φαίνεται, από συμβουλευτική σύσκεψη θα μεταβληθεί σε ιδρυτική πράξη ενός νέου κόμματος στην θέση της μέχρι σήμερα γνωστής πολιτικής συμμαχίας. Φαίνεται έτσι, γιατί οι προτάσεις Φλαμπουράρη (ΣΥΝ) και Μπανιά-Σαπουνά (υπόλοιπες συνιστώσες) επί της ουσίας δεν διαφέρουν σε τίποτα: και οι δύο προβλέπουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κάρτες μελών και αποφάσεις με (ενισχυμένη) πλειοψηφία.
Ότι λοιπόν και να επιλεγεί ένα νέο κόμμα γεννιέται...
Το ερώτημα είναι: ΓΙΑΤΙ;

Δεν προηγήθηκαν γόνιμες διαδικασίες πολιτικής ανασύνθεσης μέσα στην Αριστερά, δεν κατέληξε κάπου κάποιος διάλογος ανάμεσα στις δυνάμεις που συνιστούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η όσμωση των ιδεών τα τελευταία χρόνια βάθυνε μάλλον τις διαφορές, έδειξε τις αποστάσεις που χωρίζουν τα οράματα και τις στρατηγικές των διαφόρων ρευμάτων και απέδειξε ότι τουλάχιστον σε επίπεδο ηγεσίας το μόνο που είναι δυνατό και χρήσιμο είναι η ενότητα στη δράση και η εκλογική τους συμμαχία. Επίσης το ρεύμα των ανένταχτων που θα μπορούσε να σπάσει τα στεγανά και να επιβάλλει την αριστερή ανασύνθεση από τα κάτω, συρρικνώθηκε συν τω χρόνω και ελαχιστοποιήθηκε τελικά στην σημερινή μηδαμινή συμμετοχή.

Γιατί λοιπόν νέο κόμμα και κυρίως γιατί τώρα;

Πιστεύω ότι είναι αφελείς οι ανένταχτοι που πέφτουν στην παγίδα που συστηματικά έχουν υφάνει οι κομματικές γραφειοκρατίες.
Οι αποκλειστικά οργανωτίστικες προτάσεις τους αποτελούν μια καρικατούρα δημοκρατίας, απόλυτα ελεγχόμενης από τις μεταξύ τους συνεννοήσεις: με το δικό τους μέτρο, απόλυτα προσαρμοσμένο στην ανάγκη ελέγχου κάθε χειραφετικής κίνησης των "μελών", με ενισχυμένες πλειοψηφίες προσαρμοσμένες στους στατικούς συσχετισμούς ανάμεσά τους και κυρίως χωρίς καμιά σοβαρή πολιτική επεξεργασία σε σύγχρονη αριστερή κατεύθυνση, αναρωτιέται κανείς αν όλη αυτή η ιστορία έχει κανέναν άλλο σκοπό εκτός του να ξεγελάσουν τον κόσμο και διασκεδάσουν το πιεστικό του αίτημα για συμμετοχή και συνδιαμόρφωση της αριστερής πολιτικής.

Κι όμως, η ίδια διαδικασία αποτελεί και μια ανομολόγητη απόπειρα διολίσθησης σε νέο πολιτικό φορέα από την ομάδα των νεοσταλινικών που έχει διαμορφωθεί στα πλαίσια του Ρεύματος στον Συνασπισμό, και που έχουν επιλέξει εδώ και καιρό να εξοντώσουν τους εσωκομματικούς τους αντιπάλους (Πτέρυγα, υπόλοιπο Ρεύμα, ανεξάρτητους) χρησιμοποιώντας ως αντίβαρο τους ομοϊδεάτες τους στις συνιστώσες.
Κι ότι δεν κατάφεραν στον ίδιο τον Συνασπισμό με μετωπική σύγκρουση, παρά τις άοκνες προσπάθειές τους (πχ προκλήσεις ομάδας Καρίτζη με τις θητείες και την "δεύτερη " αριστερή στροφή) και τον πρόσκαιρο προσεταιρισμό των κοκκινοπράσινων, προσπαθούν τώρα να το κάνουν από την πίσω πόρτα με χρήση των συνιστωσών και όσων αφελών έχουν "τσιμπήσει" ότι το πρόβλημα στην Αριστερά είναι η ...Πτέρυγα.

Έτσι, κάθε εξέλιξη προς την δημιουργία ενός μεταλλαγμένου νεοσταλινικού ΣΥΡΙΖΑ-κόμματος απλά θα προσθέσει στην ήδη προβληματική κατάσταση στην Αριστερά ένα νέο πρόβλημα και καμία προωθητική λύση.
Η δημοκρατία απλά θα μείνει στο ακουστικό της για μια ακόμη φορά και οι μηχανισμοί θα έχουν απομακρύνει ξανά από το προσκήνιο τον κόσμο της Αριστεράς.

Έχουν δίκιο λοιπόν όσοι προειδοποιούν ότι αυτή η διαδικασία, όπως γίνεται κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της κομματικής γραφειοκρατίας, δεν είναι ούτε χειραφετική ούτε απελευθερωτική αλλά μια ύπουλη εφαρμογή ανομολόγητων προθέσεων εξασφάλισης με πλάγια μέσα της κομματικής εξουσίας. Δείτε σχετικά και το σημερινό άρθρο στην Αυγή, του Χρήστου Κολιδά - Τσακόπουλου με τον ενδεικτικά δηκτικό τίτλο
Ανομολόγητες προθέσεις στη συρροή προτάσεων για τον ΣΥΡΙΖΑ:

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις διάφορες τοποθετήσεις συλλογικοτήτων, παραγόντων συνιστωσών και αυτοαποκαλούμενων ανένταχτων του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και τα τεκταινόμενα στις τάσεις και τις ομάδες του ΣΥΝ.

Ορισμένα φαινόμενα είναι έως τραγελαφικά κατά τη γνώμη μου και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω την κατάσταση όπως πραγματικά είναι και όπως αποκαλύπτεται το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο των αντιθέσεων στον ΣΥΝ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Το υπόβαθρο αυτό δεν είναι ενδημικό της δικιάς μας μόνο αριστεράς αλλά περιέχει τα γενικότερα θεωρητικά ζητήματα της νέας αριστεράς, που πήραν δραματικό χαρακτήρα μετά τις καταρρεύσεις των καθεστώτων του «υπαρκτού», που έχουν σαφή οριοθέτηση με τα παλιά σταλινικά και άλλα δογματικά πρότυπα και τείνουν να συγκροτήσουν τη νέα ανανεωτική στρατηγική.

Θα προσπαθήσω να πω τα πράγματα με το όνομά τους, με σκοπό να γίνει ο διάλογος όχι με ανομολόγητες προθέσεις και τακτικισμό αλλά στην ουσία των θεωρητικών, ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών.

Βλέπουμε την ιστορία να επαναλαμβάνεται, με ορισμένους παράγοντες που έπαιξαν μοιραίο ρόλο στις διάφορες, ιστορικά, διασπάσεις της αριστεράς, με επίδικο τη νέα φυσιογνωμία και στρατηγική της, να διεκδικούν πάλι σήμερα πρωταγωνιστικό ρόλο, λειτουργώντας με τον ίδιο τακτικίστικο και αποϊδεολογικοποιημένο τρόπο.

Συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, σταλινικής, τροτσκιστικής ή μαοϊκής προέλευσης, με συγκροτημένη αντίστοιχη ιδεολογία, προγραμματική πλατφόρμα, στρατηγική και οργανωτική δομή κόμματος νέου τύπου, κάνουν προτάσεις οργανωτίστικου χαρακτήρα για τον ΣΥΡΙΖΑ, στην κατεύθυνση οιονεί κόμματος, αποσιωπώντας συστηματικά τα σοβαρά θεωρητικά ζητήματα στρατηγικού χαρακτήρα, όπως το θέμα του δρόμου προς τον σοσιαλισμό, των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, της φύσης της εξουσίας σ' αυτόν (π.χ. δικτατορία του προλεταριάτου;), της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (π.χ. κρατικισμός;) κ.ά. Ζητήματα που συνδέονται άμεσα με την χάραξη της τρέχουσας πολιτικής, πράγμα που εκφράστηκε έντονα πριν τις ευρωεκλογές και τις βουλευτικές και εξακολουθεί να εκφράζεται και σήμερα στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. (Βλέπε 15 προγραμματικά σημεία, πολιτική συνεργασίας με το σταλινικό ΚΚΕ, εναλλακτική πρόταση κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στάση απέναντι στην Ε.Ε. και την ευρωπαϊκή πολιτική, συντεχνιακή πολιτική, στάση απέναντι στην τυφλή βία κ.ά.).

Η αποσιώπηση γίνεται, πιστεύω, γιατί έχουν τη λογική της πρωτοπορίας στον μετωπικό χαρακτήρα που θέλουν να δώσουν στον ΣΥΡΙΖΑ και τον δογματισμό της θεολογικής αξίας της ιδεολογίας και της κατοχής της απόλυτης αλήθειας στα θέματα θεωρίας και στρατηγικής.

Αυτό αν δε λέγεται τακτική διολίσθησης του ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτικό φορέα με φυσιογνωμία και στρατηγική τα παλιά δογματικά πρότυπα, τότε τι είναι;

Η ιστορία των διαφόρων παραγόντων που αυτοονομάζονται «ανένταχτοι του ΣΥΡΙΖΑ», που θέλουν να παίξουν ηγετικό ρόλο ως εκπρόσωποι χωρίς ιδεολογία της «συνιστώσας» των ανένταχτων και που δεν έχουν καμιά σχέση με απλούς συντρόφους της βάσης, που απλώς δεν είναι πουθενά οργανωμένοι αλλά αισθάνονται αριστεροί και πρόσκεινται ιδεολογικά σε κάποιο από τα ρεύματα της αριστεράς, αποτελεί ένα άλλο ανέκδοτο στα διαδραματιζόμενα στον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι σύντροφοι των ιστολογίων, του διαδικτύου και της αντισυστημικής αριστεράς, που θέλουν τον ΣΥΡΙΖΑ ενιαίο πολιτικό φορέα, αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης, με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, πρέπει να καταλάβουν ότι αυτοί που προωθούν σήμερα τη διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα είναι εξουσιαστές και υπερσυγκεντρωτικοί παλαιού τύπου και ότι ο κινηματικός, αμεσοδημοκρατικός χαρακτήρας του κόμματος της ανανεωτικής αριστεράς είναι και παραμένει το ζητούμενο.

Η κατάσταση στο ΣΥΝ

Ο σ. Τσίπρας, που θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ ως στρατηγική επιλογή, έχει κάνει πρόσφατα δύο ντρίπλες, μία προς τα «αριστερά» και μία προς τα «δεξιά» του: -Ενιαίο πολυτασικό κόμμα; ρωτάει. Και απαντάει : Ναι, αλλά με τη δημοκρατία να λειτουργεί από τη βάση ως την κορυφή και όχι στην κορυφή να υπάρχει ο συγκεντρωτισμός των συνιστωσών. Και προσθέτει:

- Το κόμμα αυτό να είναι ευρωπαϊκού προσανατολισμού, με συμμετοχή στο Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), τον ευρωπαϊκό πολιτικό σχηματισμό, με τον οποίο φαίνεται να διαφωνούν οι συνιστώσες, μιας και συμμετέχει σ' αυτόν μόνο ο ΣΥΝ και είναι παρατηρητής η ΑΚΟΑ. Άμεσα προτείνει να εφαρμοστεί η πρόταση Φλαμπουράρη. Όσον αφορά τη φυσιογνωμία και τη στρατηγική του ενιαίου αυτού πολυτασικού κόμματος, το θέμα μεταφέρεται στις ελληνικές καλένδες του έργου μιας επιτροπής. Η όλη ιστορία φαντάζει σαν παιχνίδι κορυφών.

Ο σ. Λαφαζάνης και άλλοι του Ρεύματος διαφωνούν, συμφωνώντας μαζί του στην πρόταση Φλαμπουράρη και φαίνεται να ταυτίζονται με τις συνιστώσες, στη γραμμή της άμεσης διολίσθησης, χωρίς «σημαίες ευκαιρίας», όπως είπε ο σ. Λεουτσάκος.

Οι σύντροφοι στην Π.Γ. της Ανανεωτικής Πτέρυγας, δια του κειμένου του σ. Λυκούδη, φαίνεται να υπερεκτιμούν την τακτική της αριστερής προγραμματικής αντιπολίτευσης στο ΠΑΣΟΚ, ξεχνούν, στην πρότασή τους, τα σοβαρά προβλήματα στρατηγικής, που συνδέονται με τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία, που υπάρχουν εξ αρχής στη συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στο ΣΥΝ και προτείνουν ως λύση την καταγραφή των ανένταχτων στις πολιτικές κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Συμπέρασμα:

Το πρόβλημα και στον ΣΥΝ και στον ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδεολογικό. Το ποια στρατηγική θα υπερισχύσει.

Η τριτοδιεθνιστική των μετώπων και των σταδίων, που ακολουθεί και το ΚΚΕ, παραπέμπει σε καθεστώτα τύπου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και καθηλώνει την αριστερά στο περιθώριο της κοινωνίας και που κυριαρχεί στη γραμμή της διολίσθησης του ΣΥΡΙΖΑ σε οιονεί κόμμα ή η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, που περιλαμβάνει την άρνηση της βίας για την κατάληψη της εξουσίας, την άμεση δημοκρατία, τις δομικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις με τη συναίνεση της πλειοψηφίας του λαού, την αυτοδιαχείριση, τον κινηματικό, αμεσοδημοκρατικό χαρακτήρα του κόμματος και την πολιτική κοινωνία των πολιτών;

Στρατηγική που συνδέεται με τη χάραξη αντίστοιχης πολιτικής κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών και πολιτικών θέσεων για την άσκηση της τρέχουσας πολιτικής στη χώρα μας, στην Ευρώπη και διεθνώς, αντινεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης, στη βάση των σύγχρονων προβλημάτων μιας κοινωνικής πραγματικότητας και ενός συστήματος που βρίσκεται σε συνθήκες κρίσης.

Φυσιογνωμία, στρατηγική και πολιτική που θα αναδείξει τον ηγεμονικό, κινηματικό, πλειοψηφικό ρόλο της αριστεράς, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες αυτής της παγκόσμιας κρίσης, που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και κοινωνική, πολιτισμική και ηθική.

e-mail: synthms@gmail.com
Περισσότερα...

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Νεώτερες εικόνες από την κατάληψη στην Κουμουνδούρου (γραφεία ΣΥΝ):

(Δείτε προηγούμενο post)

Περισσότερα...

Κατάληψη στην Κουμουνδούρου! Οι αριστεροί παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους


η πρώτη εικόνα από την κατάληψη

Μετά την χθεσινή πορεία για το Πολυτεχνείο, εκατοντάδες αριστερών διαδηλωτών κατευθύνθηκαν στα γραφεία του Συνασπισμού στην Κουμουνδούρου και τα κατέλαβαν. Το ίδιο συνέβη και στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στην Βαλτετσίου.
Οι καταληψίες απλά μέλη και ψηφοφόροι της Αριστεράς αποφάσισαν σε συνέλευση που πραγματοποίησαν επί τόπου να μην επιτρέψουν την είσοδο στα γραφεία σε κανέναν από τους "πικρόχολους γραφειοκράτες που λυμαίνονται την Αριστερά" όπως λένε και να συγκροτήσουν προσωρινή ανοιχτή και εναλλασσόμενη επιτροπή που θα οδηγήσει την "ανανεωτική και ριζοσπαστική οικο-αριστερά" σύντομα σε συνέδριο επανίδρυσης, που θα αποκαταστήσει την καταστατική δημοκρατία στο χώρο, θα καταργήσει τις τάσεις - μηχανισμούς και τις πριμοδοτήσεις στις συνιστώσες των πέντε ατόμων και θα συνταξιοδοτήσει τους "αμετανόητους γεροσταλίνες ηγετίσκους τους".
Το κόμμα της Νέας Οικο-Αριστεράς, όπως είναι ο προσωρινός του τίτλος, θα έχει συμμετοχική οριζόντια δομή, θα εκλέγει ανακλητούς συντονιστές για συγκεκριμένο διάστημα, θα κάνει συνέδρια κάθε χρόνο και θα αποφασίζει την πολιτική του με διαρκή ανασύνθεση των σύγχρονων ρευμάτων σκέψης.
Η Αυγή και το Κόκκινο θα είναι καθημερινά ανοιχτό βήμα του προσυνεδριακού διαλόγου και θα καταργηθεί η προνομιακή πρόσβαση σε αυτά τα μέσα των παλαιοκομματικών στελεχών, τα οποία και απομακρύνθηκαν.
Όσον αφορά τα οικονομικά του σχήματος, θα διευθύνονται από εναλλασσόμενη επιτροπή διαφάνειας και τα επαγγελματικά στελέχη θα καταργηθούν - θα υπάρχει μόνο αναλογική αποζημίωση ανάλογα με τις αναθέσεις (οδοιπορικά).
"Τι θα απογίνουν όσοι μέχρι σήμερα πληρωνόντουσαν από το κόμμα;" ρώτησε δημοσιογράφος την προσωρινή επιτροπή: "Να κόψουν το λαιμό τους" ήρθε κεραυνός η απάντηση...
Στο μεταξύ καλούνται όλοι οι αριστεροί, παλιοί και νέοι, αποστασιοποιημένοι και ενεργοί, μέλη και φίλοι να ενεργοποιηθούν και να πλαισιώσουν το εγχείρημα δημιουργώντας στον τόπο εργασίας ή κατοικίας τους συνελεύσεις της Νέας Οικο-Αριστεράς. Επίσης απευθύνεται έκκληση στο σχήμα των Οικολόγων Πρασίνων και στους αριστερούς που στήριξαν το ΠΑΣΟΚ να συμμετάσχουν και αυτοί στην προσπάθεια.
Νεώτερες ανακοινώσεις από την κατάληψη αναμένονται απόψε.
Και μετά ξύπνησα...

Περισσότερα...

Όλα μισά;



Σύμφωνα με την πρόταση Φλαμπουράρη που εγκρίθηκε ως πρόταση του Συνασπισμού στον ΣΥΡΙΖΑ, ο τελευταίος θα γίνει μισοκόμμα, ο Συνασπισμός θα μείνει μισό κόμμα, η Ανανεωτική Πτέρυγα απειλεί με μισοαποχώρηση και οι ανένταχτοι του ΣΥΡΙΖΑ θα γίνουν μισομέλη.
O Συνασπισμός θα κάνει συνέδριο μισό τακτικό και μισό έκτακτο, η Αριστερά θα μισοεπανιδρυθεί και οι τάσεις θα μισοκαταργηθούν. Στο μεταξύ ο Αλέκος Αλαβάνος ήδη έχει μισοεπιστρέψει...
Τι γίνεται ρε σύντροφοι;
Πότε επιτέλους στην Αριστερά θα κάνετε μια δουλειά ολόκληρη;

Περισσότερα...

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Η Αριστερά, 36 χρόνια μετά το Πολυτεχνείο...



(πάσα στην πάσα !)
Περισσότερα...

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Καθεστωτισμός, μισοδημοκρατία (όσο πατάει η γάτα), ελάχιστη συμμετοχή, καθόλου ανανέωση...

Όταν το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να απορρίπτει κάθε πρόταση δημοκρατικής διεξόδου από την κρίση που μαστίζει τον χώρο, ακόμα κι αν προέρχεται από την πλειοψηφία των μελών, ακόμα κι αν προτείνεται από τον πρόεδρο ή τον γραμματέα του κόμματος;
Πραγματικά μοιάζει να υπάρχει μια ιδιότυπη συμφωνία ανάμεσα στις τάσεις "να μην αλλάξει τίποτα".
Τι έχουν συνεισφέρει οι 120 της ΚΠΕ μέχρι σήμερα; Αρνήσεις συμμετοχής των μελών, αρνήσεις δημοκρατικών διαδικασιών, αρνήσεις πολιτικής αυτοκριτικής, αρνήσεις, αρνήσεις, αρνήσεις...
Είναι πια επικίνδυνοι, αυτοί και οι μηχανισμοί τους, ο στρουθοκαμηλισμός τους και οι καχυποψίες τους. Παραιτηθείτε τώρα όσο υπάρχει καιρός. Έχετε μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο και δεν το έχετε πάρει χαμπάρι. Σε τι, δεν θα το πούμε εμείς - βγείτε από τα γραφεία σας και την βόλεψή σας και ρωτήστε τον κόσμο: αν σας μιλάει ακόμα...

(με αφορμή την απόρριψη για ακόμη μια φορά κάθε δημοκρατικής προοπτικής στην χθεσινή συνεδρίαση της ΚΠΕ του ΣΥΝ)
Περισσότερα...

Πολιτική επιτυχία της Μαρίας Βασιλάκου στην Αυστρία

Εξελέγη με συντριπτική πλειοψηφία επικεφαλής των υποψηφίων των Πρασίνων της Αυστρίας για τις δημοτικές και τοπικές εκλογές στη Βιέννη.

Με συντριπτική πλειοψηφία 98,65%, η Ελληνίδα Μαρία Βασιλάκου, αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας του Κόμματος των Πρασίνων στην τοπική Βουλή του ομόσπονδου κρατιδίου της Βιέννης και αρχηγός της οργάνωσής του στην αυστριακή πρωτεύουσα, εξελέγη απόψε από τη Συνέλευσή τους, επικεφαλής των υποψηφίων του κόμματος για τις δημοτικές και τοπικές εκλογές στη Βιέννη, τον Οκτώβριο του 2010.

Στη σημερινή Συνέλευση των Πρασίνων συμμετείχαν και ψήφισαν 1.500 σύνεδροι-μέλη του κόμματος, ενώ ψήφισαν για την επιλογή των υποψηφίων και άλλοι 450 αποκαλούμενοι «υποστηρικτές», που δεν είναι κομματικά μέλη.

Δες επίσης: Μιχάλης Τρεμόπουλος: Η πολιτική οικολογία και η ανανεωτική αριστερά πρέπει να συμπορευτούν

Στην ομιλία μετά την εκλογή της, επικεφαλής του ψηφοδελτίου των Πρασίνων, η ελληνικής καταγωγής πολιτικός, άσκησε έντονη κριτική στους πολιτικούς αντιπάλους των Πρασίνων, τόσο στα δύο κόμματα του αυστριακού μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού, τους Σοσιαλδημοκράτες και το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα, όσο και στα δύο άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα ακροδεξιάς και εθνικιστικής απόκλισης, «Κόμμα Ελευθέρων» και «Συνασπισμός Μέλλον της Αυστρίας».

Η Μαρία Βασιλάκου είχε εκλεγεί τον Ιούνιο του 2004 νέα αρχηγός του Κόμματος των Πρασίνων στη Βιέννη και αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας τους στην τοπική Βουλή, και από πέρσι είναι και αντιπρόεδρος των Πρασίνων της Αυστρίας, ενώ από το 1996 εκλέγεται βουλευτής τους στην τοπική Βουλή της Βιέννης.

Η κ. Βασιλάκου ως κορυφαία υποψήφιος των Πρασίνων στις δημοτικές και τοπικές εκλογές στην πόλη και στο ομόσπονδο κρατίδιο της Βιέννης τον Οκτώβριο του 2005, είχε αποσπάσει ένα αξιοπρόσεκτο ποσοστό 14,8% για το κόμμα της (αντί του 12,5% το 2001) το οποίο είχε αναδειχθεί τρίτο κόμμα μετά τους Σοσιαλδημοκράτες του δημάρχου Μίχαελ Χόιπλ (ποσοστό 49,1%) και το Λαϊκό Κόμμα (18,8%).

Στην Μαρία Βασιλάκου είχε προταθεί από το νέο πρωθυπουργό της Ελλάδας Γιώργο Παπανδρέου, να συμμετάσχει στην κυβέρνησή του ως υφυπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, πρόταση την οποία η ίδια είχε χαρακτηρίσει «πολύ ενδιαφέρουσα και τιμητική», δεν είχε όμως τότε αποδεχθεί για να παραμείνει, όπως είπε, στα πολιτικά καθήκοντά της στη Βιέννη, ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου 2010, «για να αγωνιστεί και να νικήσει».

Η Ελληνίδα πολιτικός γεννήθηκε στην Αθήνα το Φεβρουάριο του 1969, για να βρεθεί από το 1986 στη Βιέννη όπου σπούδασε ψυχολογία και γλωσσολογία, συμμετέχοντας από τα πρώτα χρόνια των σπουδών της ενεργά στο φοιτητικό κίνημα, και το 1996 να πρωτοεκλεγεί στην τοπική Βουλή της Βιέννης με το Κόμμα των Πρασίνων.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από AΠΕ-ΜΠΕ
Περισσότερα...

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

"Κόμμα των μελών του ή κόμμα δημόσιο χώρο τάσεων, συνιστωσών και παραγόντων;"

Η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην σημερινή συνεδρίαση της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Κανονικά, η εισηγητική μου θα έπρεπε να σταθεί πιο αναλυτικά στις πολιτικές εξελίξεις και στα πεδία πολιτικής και κοινωνικής δράσης που είναι ανοιχτά για το κόμμα και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Εντούτοις η σημερινή ΚΠΕ θα ασχοληθεί για μια ακόμη φορά με ζητήματα που κοιτούν προς τα μέσα και ιδιαίτερα σε μια περίοδο που όλο μας το ενδιαφέρον θα έπρεπε να είναι προς τα έξω, καθώς εκεί έξω έχουμε ιδιαίτερα σημαντικές διεργασίες και η κοινωνία έχει ανάγκη από την οργανωμένη παρέμβασή μας στις εξελίξεις.

Ας ελπίσουμε έστω αυτή η απαραίτητη μεν συζήτηση για τα εσωτερικά μας να μην μας αποκόψει εντελώς από όσα συμβαίνουν γύρω μας. Γιατί η πραγματικότητα δεν θα περιμένει να λύσουμε τα οργανωτικά και τα πολιτικά μας θέματα.

Ήδη, μετά τις γνωστές διεργασίες στο Ευρωπαϊκό Επίπεδο, η πολιτική ατζέντα διαμορφώνεται εκ νέου. Και διαμορφώνεται σε κατεύθυνση εντελώς αντίθετη με τις προεκλογικές δεσμεύσεις, οι οποίες παρασχέθηκαν αφειδώς στον ελληνικό λαό μέχρι και πριν πέντε εβδομάδες.

Σήμερα, όμως, βρισκόμαστε ήδη μπροστά σε επικείμενες αλλαγές στο ασφαλιστικό, στον δημόσιο τομέα και στα εργασιακά, καθώς και μπροστά σε μια σκληρή περιοριστική πολιτική, με πρώτα θύματα τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα.

Προχθές στη Βουλή ζητήσαμε από το πρωθυπουργό να ανοίξει τα χαρτιά του σχετικά με τις πιέσεις που δέχεται από τις Βρυξέλες για διάλυση του ασφαλιστικού και αντί να μιλήσει συγκεκριμένα και επί της ουσίας μας ζήτησε να μην ισοπεδώνουμε και να συμβάλουμε στο διάλογο.

Στα τέσσερα λεπτά ομιλίας αντιτείναμε με συγκεκριμένες προτάσεις και περιμέναμε από αυτόν που ζητά το διάλογο, έστω στη δευτερομιλία του να τοποθετηθεί επί της ουσίας. Δεν το έκανε.

Διαβάζουμε χθες και σήμερα στον τύπο, ότι η κυβέρνηση επιθυμεί διάλογο και διαβούλευση. Μα ο διάλογος έχει ήδη ξεκινήσει και οι θέσεις όσων επιθυμούν αναζήτηση λύσεων για τη διασφάλιση του αναδιανεμητικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος είναι γνωστές καιρό τώρα.

Η κυβέρνηση είναι αυτή που δεν έχει τοποθετηθεί. Ούτε τώρα, ούτε και προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ. Εμείς τοποθετηθήκαμε και οι θέσεις μας είναι γνωστές.

Και τις επόμενες μέρες θα μιλήσουμε με φορείς και οργανώσεις, με τον κόσμο της εργασίας και θα καταθέσουμε συγκροτημένα τις προτάσεις μας, θα ακούσουμε τον προβληματισμό τους, θα εμπλουτίσουμε και εμείς τις θέσεις μας.

Στα πλαίσια λοιπόν του δημόσιου διαλόγου ρωτάμε για άλλη μια φορά. Όπως ρωτήσαμε και στη βουλή και απάντηση δεν πήραμε;

Τι θα γίνει με τους αντιασφαλιστικούς νόμους Σιούφα, Ρέππα, Πετραλια; Ότι έγινε, έγινε;

Τι μέτρα θα λάβουν για τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού;

Θα υιοθετήσουν τη λογική του κου Αλμούνια που ζητά αλλαγές στο ασφαλιστικό με περικοπές συντάξεων και αυξήσεις των ορίων ηλικίας, ως αντάλλαγμα στην προθεσμία του προγράμματος προσαρμογής ή θα ενισχύσουν τα ταμεία, χτυπώντας παράλληλα την εισφοροδιαφυγή και την ανασφάλιστη εργασία;

Αυτά είναι τα κρίσιμα ερωτήματα στα οποία ο κος Παπανδρέου δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση.

Καλός είναι ο διάλογος και η διαβούλευση αλλά η διαβούλευση δεν είναι πολιτική. Η διαβούλευση είναι διαβούλευση.

Ας μας πει, λοιπόν, ο πρωθυπουργός τι σκοπεύει να κάνει. Και αν θέλει συζήτηση και διάλογο, ας τον οργανώσει και μάλιστα δημόσια.

Ας διοργανωθεί, λοιπόν, μια προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη βουλή ή ακόμα καλύτερα μια δημόσια τηλεοπτική συζήτηση, σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, με θέμα το ασφαλιστικό για να καταθέσουν όλοι τις προτάσεις τους.

Το επιθυμούμε διακαώς, το προτείνουμε και θα είμαστε οι πρώτοι που θα σπεύσουμε να συμμετέχουμε.

Επειδή, όμως, δικαίωμα λόγου δεν έχουν μόνο τα κόμματα, το λόγο το επόμενο διάστημα για το ασφαλιστικό, να είναι βέβαιος ο κος πρωθυπουργός, θα τον λάβουν και οι εργαζόμενοι μέσα από μαζικούς αγώνες.

Ας μην περιμένουν ότι η κοινωνία θα παρακολουθήσει απαθώς αυτόν το διάλογο ως τηλεθεατής. Θα πει τη γνώμη της.

Και οποιαδήποτε προσπάθεια να γίνει το ασφαλιστικό μας σύστημα Ιφιγένεια στον Τρωικό πόλεμο της τακτοποίησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων θα ατυχήσει, όπως ατύχησε και η απόπειρα της κυβέρνησης Σημίτη να παίξει με αυτά τα πράγματα.

Δεν είναι όμως μόνο το ασφαλιστικό που μας κάνει να ανησυχούμε. Πολύ πριν εκπνεύσει η περίοδος χάριτος των πρώτων ημερών της νέας κυβέρνησης, φαίνεται ότι οι προεκλογικές προσδοκίες για ανατροπή των νεοφιλελεύθερων επιλογών της κυβέρνησης Καραμανλή εξανεμίζονται μέρα με τη μέρα.

Άλλωστε η περιβόητη και πολυαναμενόμενη αναδιανομή του πλούτου, που προεκλογικά είχε κάνει σημαία ο κος Παπανδρέου, εξαντλήθηκε σε μια εφ άπαξ εισφορά στις μεγάλες επιχειρήσεις.

Ένα μέτρο που συνάντησε την αποδοχή του ΣΕΒ, προφανώς με την κυβερνητική διαβεβαίωση προς τους εργοδότες ότι το ζήτημα της αναδιανομής τελειώνει εδώ.

Και από κει και πέρα τα κοινωνικά μέτωπα ανοίγουν το ένα μετά το άλλο. Και ειδικά το θέμα των stage και των συμβασιούχων.

Αφού νομιμοποίησαν αυτές τις αισχρές μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης και αφού τις χρησιμοποίησαν για να διαλύσουν τις εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο, τώρα πετάνε δεκάδες χιλιάδες νέους εργαζόμενους στο δρόμο.

Με πρόσχημα την καταπολέμηση της εργασιακής ομηρίας, πετάνε τον κόσμο στην ανεργία. Ενώ πραγματική τους πρόθεση είναι απλώς να περιορίσουν τις δαπάνες και να φέρουν τις οικονομικές στατιστικές στα μέτρα των Βρυξελών.

Αυτό, λοιπόν, που έχει να αντιμετωπίσει η κοινωνία στο άμεσο μέλλον, είναι ακόμα περισσότερη φτώχεια και ακόμα περισσότερη ανεργία.

Έχουμε πει από την πρώτη στιγμή ότι στις σημερινές συνθήκες, το ζητούμενο είναι μια εντελώς διαφορετική πολιτική.

Ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί η βαθειά οικονομική κρίση, είναι με μέτρα που θα ενισχύουν τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα και με στρατηγική που θα ενισχύει την απασχόληση.

Αυτή την πολιτική, όμως, δεν θα την χαρίσει κανείς. Πρέπει να κατακτηθεί μέσα από κοινωνικούς αγώνες και παρέμβαση σε όλα τα πεδία.

Και η οργάνωση αυτών των αγώνων είναι σήμερα το άμεσο καθήκον της Αριστεράς.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, έρχομαι τώρα στο θέμα της Κεντρικής Επιτροπής.

Η συζήτηση για τα οργανωτικά του ΣΥΡΙΖΑ είναι ανοιχτή εδώ και αρκετό καιρό. Ιδιαίτερα, όμως, από τις ευρωεκλογές και μετά διεξάγεται με αρκετή φόρτιση.

Αυτό είναι ένα ζήτημα που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας στην όλη διαδικασία, γιατί υπάρχουν διάφοροι τρόποι να συζητά κανείς τα οργανωτικά θέματα.

Μπορεί να τα συζητάει για να ανταποκριθεί στην ανάγκη μιας μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας στην πολιτική δουλειά.

Μπορεί να τα συζητάει προκειμένου να καλύψει τα ελλείμματα της ομοσπονδιακής συγκρότησης και να δώσει αυξημένο πολιτικό ρόλο σε ανένταχτους συντρόφους.

Μπορεί να τα συζητάει για να βαθύνει την δημοκρατική λειτουργία του εγχειρήματος.

Οι ανάγκες αυτές είναι υπαρκτές.

Μπορεί να τα συζητάει και για να επιλύσει δια των οργανωτικών πολιτικά ζητήματα.

Και αυτό είναι νόμιμο. Αλλά θεωρώ ότι όταν υπάρχουν πολιτικά ζητήματα, ο καλύτερος τρόπος να τα λύσουμε είναι να τα βάζουμε ανοιχτά.

Συντάσσομαι με την άποψη ότι το οργανωτικό είναι βαθύτατα πολιτικό. Αλλά νομίζω ότι όταν πάμε να λύσουμε πολιτικά προβλήματα δια του οργανωτικού, δεν βρίσκουμε ικανοποιητικές λύσεις ούτε στο οργανωτικό, ούτε στο πολιτικό.

Και όταν υπάρχουν ανοιχτά πολιτικά διακυβεύματα καλό είναι να τα θέτουμε ανοιχτά και να μη κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.

Γιατί το πραγματικό δίλημμα στο οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε, 20 χρόνια μετά τη δημιουργία του ΣΥΝ, είναι τι συλλογικό υποκείμενο επιθυμούμε.

Κόμμα των μελών του ή κόμμα δημόσιο χώρο τάσεων συνιστωσών και παραγόντων;

Και αυτό το δίλημμα αφορά πρωτίστως τον ΣΥΝ, και κατ΄ επέκταση τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αφορά όμως και ολόκληρο το φάσμα του πολιτικού μας συστήματος. Εκεί όπου φαίνεται να κερδίζουν έδαφος τα κόμματα – δημόσιοι χώροι, που στο όνομα της συμμετοχικής δημοκρατίας, επικρατούν μόνο δύο επίπεδα.

Αυτό του ψηφοφόρου που εκλέγει και του αρχηγού που μετά την εκλογή του αποφασίζει για όλα ελέω λαού, μελών και ψηφοφόρων.

Υπό αυτή την έννοια το ζήτημα της πολιτικής και κομματικής επανίδρυσης του χώρου της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς είναι ούτως ή άλλως ένα ανοιχτό θέμα, πρωτίστως για το κόμμα μας και συνακολούθως και για τον ΣΥΡΙΖΑ, στο βαθμό που υφέρπει εδώ και καιρό το αίτημα για τη μετεξέλιξή του σε ενιαίο φορέα με διαδικασίες μελών και αντιπροσωπευτικών εκτελεστικών σωμάτων.

Για να προχωρήσουμε, όμως, την κουβέντα, πρέπει να συμφωνήσουμε ότι ανοίγουμε αυτή τη συζήτηση όχι γιατί κάποιοι μας πιέζουν ούτε γιατί έχουμε καμιά τάση αυτοκτονικού ιδεασμού, να βάζουμε διλήμματα στους εαυτούς μας στα καλά καθούμενα, αλλά γιατί το συμμαχικό μας σχήμα βρίσκεται εδώ και καιρό σε διαρκή και παρατεταμένη κρίση.

Είναι ένα συμμαχικό σχήμα που ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας του έχει πια φτάσει στα όριά του.

Που συζητά εδώ και καιρό περισσότερο τα εσωτερικά του παρά οργανώνει την εξωστρεφή του δράση.

Και το ερώτημα είναι μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι;

Εάν κάποιος από εμάς θεωρεί ότι μπορούμε οφείλει να το πει.

Ο κόσμος μας κλονίστηκε, αλλά έδωσε τη μάχη. Τη μάχη της αριστερής αξιοπρέπειας. Κοντέψαμε να διαλυθούμε δύο φορές.

Με την αποφασιστική συμβολή της ΚΠΕ ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε ενιαίος στις εκλογές.

Θα το δούμε αυτό κατάματα;

Νομίζω ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην το κάνουμε.

Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μη δώσουμε απαντήσεις. Γιατί έγινε αυτό; Γιατί φτάσαμε ως εκεί;

Ο βασικός, ο κεντρικός λόγος, κατά τη γνώμη μου, είναι η έλλειψη ενός κοινά αποδεκτού πλαισίου δημοκρατικής νομιμοποίησης και λήψης των αποφάσεών.

Φτάσαμε σε ένα σημείο που τα πάντα ήταν σε διαρκή αμφισβήτηση και σε διαρκή διαπραγμάτευση συνάμα.

Αμφισβητήθηκαν οι δημοκρατικά ειλημμένες αποφάσεις μας. Αμφισβητήθηκε από ορισμένους ακόμα και η δυνατότητα του κόμματος μας να προχωρήσει ενιαίο.

Διαβάσαμε μάλιστα ότι ο ΣΥΝ πρέπει να διαλυθεί και να γίνει πολλές συνιστώσες οι οποίες θα μπουν στο ΣΥΡΙΖΑ.

Φτάσαμε δηλαδή στο σημείο, σε μια συμμαχία που εμείς συγκροτήσαμε για να υπερβούμε τον κατακερματισμό της αριστεράς, να τίθεται ως προαπαιτούμενο ο δικός μας κατακερματισμός.

Μια συμμαχία όμως που πριμοδοτεί τις διασπάσεις αντί της ανασύνθεσης, είναι μια συμμαχία που δεν μας αφορά.

Γιατί τον ΣΥΡΙΖΑ δεν τον δημιουργήσαμε μόνο για να γίνουμε πιο πολλοί και πιο ισχυροί αλλά για να γίνουμε όλοι διαφορετικοί. Για να πάψουμε να λειτουργούμε ως συνιστώσες αλλά ως κοινές συνισταμένες μιας αριστεράς που διαλέγεται και αλληλεπιδρά και όχι μιας αριστεράς που διαρκώς θα τρώγεται με τον εαυτό της.

Θέλω να πω δηλαδή ότι μιλάμε εδώ και καιρό για μια συμμαχία συνιστωσών αλλά δεν μιλάμε για την ανασύνθεση τους, δεν μιλάμε για την αναγκαία όσμωση μεταξύ τους.

Και το κυριότερο βάζουμε διαρκώς το κάρο μπροστά από το άλογο.

Δεν ανταποκρινόμαστε στην ανάγκη να ανοίξουμε ζητήματα ιδεολογίας και στρατηγικής της αριστεράς και να τα συζητήσουμε ανοιχτά και δημοκρατικά με τους συμμάχους μας.

Έχουμε, λοιπόν, στοιχεία στασιμότητας και σε επίπεδο θέσεων και σε επίπεδο λειτουργίας.

Ισχυρίζομαι ότι αυτά είναι προβλήματα δομικά και όχι συγκυριακά. Και δομικές πρέπει να είναι και οι λύσεις που θα δώσουμε.

Είναι προβλήματα που αν δεν λυθούν ριζικά, θα απειλούν να μας διαλύσουν σε κάθε στροφή.

Προσωπικά δεν είμαι διατεθειμένος να είμαι ο Πρόεδρος που κάθισε στα αυγά του μετά από ένα ανέλπιστα θετικό αποτέλεσμα και απλώς περίμενε να ξανασυμβεί το μοιραίο.

Είμαι βέβαιος ότι κανένα μέλος της ΚΠΕ δεν θα ήθελε για τον εαυτό του αυτό το ρόλο.

Και ισχυρίζομαι ότι τώρα είναι η ώρα να πάρουμε τολμηρές πρωτοβουλίες και αποφάσεις, να κάνουμε βήματα προς τα εμπρός.

Τώρα που έχουμε το πολιτικό χρόνο για να μη ξαναβρεθούμε στα ίδια διαλυτικά φαινόμενα στη πρώτη τρικυμία.

Η συζήτηση λοιπόν, για το τι θα γίνει με το ΣΥΡΙΖΑ έχει ανοίξει. Να είστε βέβαιοι. Είτε εμείς το θέλουμε είτε όχι.

Και σε αυτή τη συζήτηση εμείς πρέπει να μπούμε πρωταγωνιστικά. Όχι συρόμενοι. Όχι με ημίμετρα.

Να μπούμε διεκδικώντας για το κόμμα μας το ρόλο που έχει επάξια κατακτήσει. Του καταλύτη της ενότητας και της ανασύνθεσης της αριστεράς τόσο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη.

Για αυτούς τους λόγους θεώρησα υποχρέωσή μου να καταθέσω τις προτάσεις μου στην ΠΓ.

Και έκανα μια σκληρή αλλά ειλικρινή τοποθέτηση. Είπα ότι ο εκδημοκρατισμός του ΣΥΡΙΖΑ από την ηγεσία και κάτω είναι χωρίς νόημα.

Αν είναι να πάμε σε προσχηματικές λύσεις, είναι καλύτερα να παραμείνουμε στο επίπεδο της συμμαχίας.

Που σημαίνει κυρίως δυο πράγματα : Συναίνεση για τις αποφάσεις και ομοσπονδιακή συγκρότηση.

Αλλιώς πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα.

Και θεωρώ, μετά και από την συζήτηση που ακολούθησε, ότι αυτό είναι που οφείλουμε να διερευνήσουμε στα σοβαρά και όχι στο πόδι.

Ένας πολιτικός και οργανωτικός μετασχηματισμός, που θα διασφαλίζει την δημοκρατία και τον πλουραλισμό, παράλληλα με την πολιτική αποτελεσματικότητα.

Και που θα δώσει μια νέα δυναμική στον χώρο, υπερβαίνοντας προβλήματα και αγκυλώσεις που έχουμε συσσωρεύσει, μαζί με την μεταπολιτευτική καταγωγή μας και τις δογματικές μας βεβαιότητες.

Θεώρησα υποχρέωσή μου να πω ξεκάθαρα ότι η αριστερά χρειάζεται μια πλατιά ανοιχτή δημοκρατική συμμαχία από τα αριστερά της αριστεράς ως τα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας.

Δε χρειάζεται μια γραφειοκρατική συμμαχία η οποία τείνει να εξελιχθεί απλά σε «χώρο» με οπαδούς και αρχηγούς.

Έτσι λειτουργεί ο δικομματισμός και όχι η αριστερά.

Και όσοι τον αντιπαλεύουν οφείλουν να τον αντιπαλεύουν όχι μόνο στο επίπεδο της ασκούμενης πολιτικής, αλλά και στο επίπεδο του ρόλου που επιφυλάσσουν για τον κόσμο. Για τα μέλη τους.

Δικομματικά μοντέλα όπου τα μέλη έχουν λόγο άπαξ κάθε τέσσερα χρόνια δεν μας αφορούν. Όπως δεν μας αφορούν στρεβλώσεις που θέλουν οι ηγεσίες ή οι εκπρόσωποί μας στο κοινοβούλιο και το ευρωκοινοβούλιο να αναδεικνύονται μέσα σε κλειστές αίθουσες, ερήμην των μελών.

Από την άλλη όμως θεώρησα και υποχρέωσή μου να εκφράσω το προβληματισμό μου και για τις αδυναμίες του δικού μας κόμματος, όπου πρέπει να καταλάβουμε ότι η ομοσπονδιακή του λειτουργία έχει φτάσει στα όρια της.

Οι τάσεις είναι ρεύματα ιδεών. Ως τέτοιες είναι νοητές. Οφείλουν λοιπόν να λειτουργούν ανοιχτά. Να διευκολύνουν την όσμωση.

Όχι να αναπαράγουν περιχαρακώσεις εις το διηνεκές ερήμην πολιτικών διαφορών. Αλλά να συμβάλουν στη συλλογική λειτουργία και στη δημιουργία συλλογικών υποδομών.

Αυτές οι σταθερές, οι σταθερές λειτουργίας και προσανατολισμού έχουν κλονιστεί και στο ΣΥΝ και στο ΣΥΡΙΖΑ.

Τη διαδικασία, λοιπόν, της ανασύνθεσης ως τέτοια την αντιλαμβάνομαι. Ως διαδικασία, επαναθεμελίωσης του χώρου μας πάνω στις βασικές μας τις αρχές.

• Στην αρχή του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό.

Διότι η δημοκρατία δεν είναι χάρισμα των κυρίαρχων στους κυριαρχούμενους.

Είναι κατάκτηση των κυριαρχούμενων, των κοινωνικών τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση μέσα στον καπιταλισμό.

• Στην αρχή του ότι είμαστε η αριστερά των αγώνων αλλά και των προτάσεων.

Γιατί πιστεύουμε ότι μπορούν οι εργαζόμενοι να πετυχαίνουν νίκες και να βελτιώνουν τη θέση τους μέσα στον καπιταλισμό, πριν την έλευση της δευτέρας σοσιαλιστικής παρουσίας.

• Στην αρχή του ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Διότι πιστεύουμε ότι η Ευρώπη είναι η ελάχιστη γεωγραφική περιοχή στην οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να διεκδικήσουν ένα εναλλακτικό μοντέλο πολιτικής και το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Και σ’ αυτά τα πλαίσια το ΚΕΑ είναι το κεντρικό ενωτικό εγχείρημα για της δυνάμεις της αριστεράς. Με πάνω από δέκα εκατομμύρια ψήφους και 27 ευρωβουλευτές.

• Στην αρχή ότι είμαστε η αριστερά των κινημάτων ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Γιατί πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε νίκη, οποιαδήποτε κατάκτηση μπορεί να γίνει μόνο με τις μάζες στο προσκήνιο. Χωρίς την κινητοποίησή τους οποιαδήποτε νίκη είναι προσωρινή.

• Στην αρχή του ότι η δημοκρατία είναι μια αξία αδιαπραγμάτευτη.

Δεν την ξεχωρίζουμε από το σκοπό μας. Από το σκοπό του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι,

Θεωρώ ότι σήμερα η μόνη διέξοδος και φυγή προς τα εμπρός, είναι η ανασύνθεση, η επανίδρυση της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς, με πυρήνα τις δυνάμεις και την συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ, οργανωμένες ή ανένταχτες.

Ακόμα και αν δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα στη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ, θα έπρεπε εμείς στον ΣΥΝ, να είμαστε ανοιχτοί σε μια τέτοια ανασυνθετική προοπτική.

Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό μπορεί να γίνει αύριο το πρωί.

Ούτε πιστεύω ότι ξαφνικά ο ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα με ανοιχτά τα δομικά του προβλήματα, μπορεί αυτομάτως να μετασχηματιστεί σε ενιαίο πολιτικό φορέα.

Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι με δική μας πρωτοβουλία πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για την αναγκαιότητα ενός φορέα που θα είναι ανοιχτός, πολυτασικός αλλά με ιδεολογική ταυτότητα και προγραμματική σαφήνεια.

Που θα υπερβαίνει τα φαινόμενα κρίσης του μεταπολιτευτικού αριστερού κόμματος και θα απαντάει στις ανάγκες μιας σύγχρονης αριστερής πολιτικής έκφρασης.

Και που δεν θα είναι μαζικός χώρος για τις συνιστώσες του, όπως είναι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ενιαίο αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο με συνθετικό πολιτικό λόγο.

Που θα λειτουργεί με δημοκρατία σε όλα του τα επίπεδα και που θα είναι αντίστοιχος με τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες της αριστερής βάσης.

Η συζήτηση αυτή είτε το θέλουμε είτε όχι έχει ήδη αρχίσει. Αν δε θέλουμε να οδηγηθεί σε στρεβλώσεις, ας την κάνουμε οργανωμένα και χωρίς προκαταλήψεις για να δούμε αν μπορούμε ή δεν μπορούμε να καταλήξουμε κάπου.

Και ταυτόχρονα ας συμφωνήσουμε να προχωρήσουμε τώρα στα βήματα που είναι ώριμα να προχωρήσουμε, για τον στοιχειώδη εξορθολογισμό της οργανωτικής λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ, στα πλαίσια όμως μιας πολιτικής συμμαχίας κομμάτων, οργανώσεων αλλά και ανένταχτων της αριστεράς.

Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη και όλη τη συζήτηση που έχει διεξαχθεί, έχω να κάνω στην ΚΠΕ την παρακάτω συνθετική πρόταση, με τα εξής τρία σημεία.

Σημείο πρώτο. Το κείμενο Φλαμπουράρη απαντάει στα άμεσα. Δηλαδή στην αποκατάσταση της πολιτικής εμπιστοσύνης ανάμεσα στις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στην πολιτική ένταξη των ανένταχτων.

Προτείνω να το υιοθετήσουμε, με όποιες βελτιώσεις μπορεί να προστεθούν, ως βραχυπρόθεσμη πρόταση οργανωτικής βελτίωσης και ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Σημείο Δεύτερο. Η πρόταση μας προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι τη συζήτηση που χει ήδη ξεκινήσει, για την ανασύνθεση του χώρου, να τη κάνουμε μαζί και οργανωμένα.

Να δούμε αν και που μπορούμε να καταλήξουμε, χωρίς άγχη και εκατέρωθεν εκβιαστικά διλήμματα.

Ας φτιάξουμε λοιπόν μια επιτροπή διαλόγου που θα εξετάσει σε βάθος τις προοπτικές και τις δυνατότητες για την ανασύνθεση της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Απαλλαγμένη, όμως, από τις ευθύνες της καθημερινής πολιτικής δουλειάς και με άνεση χρόνου, προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες συνθέσεις και η αναγκαία πολιτική και οργανωτική προετοιμασία.

Η επιτροπή αυτή, πέραν των αντιπροσώπων των συνιστωσών οφείλει να είναι ανοιχτή στον ανένταχτο κόσμο και σε κάθε συμβολή που προέρχεται από εκεί.

Σημείο τρίτο: Το ζήτημα της επανίδρυσης ενός νέου πολιτικού φορέα της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς, τίθεται ούτως ή άλλως.

Για την ανασύνταξη των δυνάμεων και για την υπέρβαση πολιτικών και οργανωτικών προβλημάτων, που αφορούν τόσο τον Συνασπισμό, όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Και για την αντιστοίχηση της Αριστεράς με τις σημερινές κοινωνικές ανάγκες, μέσα από ένα σαφές πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο.

Η συζήτηση, λοιπόν, αυτή πρέπει να γίνει εντός του πλαισίου του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ταυτόχρονα πρέπει και να μην τον δεσμεύει.

Κάποιοι μπορεί να αποφασίσουν να προχωρήσουν, κάποιοι όχι. Παραμένουν, όμως, όλοι σύμμαχοι, στον βαθμό που διακηρυγμένος στόχος μας είναι η στρατηγική για την ενότητα της Αριστεράς.

Η συμμαχία όμως οφείλει να είναι ανοιχτή, ευρεία, και να αξιοποιεί τη διαφορετικότητα των απόψεων ως πλεονέκτημα και όχι ως περιορισμό.

Και επίσης να είναι συγκροτημένη με εξωστρεφή τρόπο, αντί να μετατρέπεται σε μαζικό χώρο, όπου ο καθένας διεκδικεί τα μέγιστα εις βάρος των υπόλοιπων συμμάχων.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι

Προσπάθησα να μιλήσω ευθέως, χωρίς να υπολογίζω ταμπού, συσχετισμούς και στοιχίσεις. Πάνω από όλα όμως αποφάσισα να μιλήσω με ειλικρίνεια και με τόλμη.

Ελπίζω η σημερινή συνεδρίαση να είναι παραγωγική και δημιουργική και να αποτελέσει μια σημαντική τομή στην πολιτική μας δουλειά.

Σας ευχαριστώ
Περισσότερα...

Αριστεροί χωρίς Αριστερά. Ο κύκλος που κλείνει

του Λεωνίδα Λουλούδη*

Πρόπερσι, ανοιξιάτικα, χάσαμε τον Άγγελο Ελεφάντη, ένα χρόνο μετά έσβησε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης και τον ακολούθησε, στο τέλος του φετινού καλοκαιριού, μετά από πολύχρονη πάλη με ασθένεια, ο Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος. Κατεξοχήν τρία πρόσωπα τα οποία, στη Μεταπολίτευση, με τα γραφτά, τα λόγια και τις πρωτοβουλίες τους πήραν το εφήμερο «πολιτικό» από τα κομματικά και τα δημοσιογραφικά γραφεία και το ανύψωσαν σε διαχρονική περιπέτεια της συλλογικής αυτογνωσίας μας.

Μοιάζει σαν ένα αόρατο χέρι, ο δικός τους θεός, να θέλησε, μέσα σε δυο χρόνια, τον ένα μετά τον άλλον, να τους πάρει από τον κόσμο, αυτόν τον μέγα, και συνάμα από τον μικρόκοσμο της Αριστεράς στον οποίο, ενώ ανήκαν ψυχή τε και σώματι, τους γινόταν, όπως μαρτυρούν τα τελευταία λόγια και τα γραφτά τους, μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερο ανοίκειος, για να μην πω εχθρικός.

Αν έτσι παρηγορούνται όσοι τους αγαπούσαν και τους θαύμαζαν, συγχρόνως είναι αναγκασμένοι να παραδεχθούν ότι, χωρίς αυτούς, ο δρόμος της Αριστεράς και, ειδικότερα, της ανανεωτικής Αριστεράς, στις άτακτες και συγκεχυμένες γραμμές της οποίας θήτευσαν για πολλές δεκαετίες αλλά κυρίως και πρωταγωνιστικά μετά τη Μεταπολίτευση, απότομα στένεψε και σκοτείνιασε. Όσο και να μας διαβεβαιώνει ένας προοδευτικός οπτιμισμός ότι «κανείς δεν είναι αναντικατάστατος», ελάχιστοι αριστεροί αυτής της συγκεκριμένης Αριστεράς, οι οποίοι συχνά-πυκνά διαφώνησαν συμφωνώντας μαζί τους και το αντίστροφο, αγνοούν πως, στον προβλέψιμο χρόνο, υπάρχουν και κενά δυσαναπλήρωτα.

Το κείμενο που ακολουθεί[1], κομμάτια και θρύψαλα κοινών προσωπικών βιωμάτων και πολιτικών εγχειρημάτων με αυτούς τους ξεχωριστούς ανθρώπους, αποσκοπεί αφενός να λυτρώσει τον συγγραφέα του από την αφόρητη, ώρες-ώρες, παραδοχή της αμετάκλητης απουσίας τους και από την άλλη, να τους αποδώσει, ως τους ασυμβίβαστους, ακαταπόνητους, μανικούς επινοητές της ανεύρετης Αριστεράς, στην οποία κάποτε, κάποιοι, και οι ίδιοι πρώτοι απ’ όλους, πιστέψαμε.

Στον αστερισμό του λαϊκισμού. Μοναχικές αντιστάσεις

Πρωτομπήκα στο διώροφο διατηρητέο της Κέκροπος 2, στην Πλάκα, τον χειμώνα του 1979. Με πήγε ο ιστορικός και συνάδελφος σήμερα στο Πανεπιστήμιο Πέτρος Πιζάνιας που δούλευε, τότε, στον μηνιαίο Πολίτη. Μετά από λίγο, η «ψυχή» του περιοδικού, ο Άγγελος Ελεφάντης, με την προσωπικότητα του οποίου είχα ήδη (και δεν ήμουν ο μόνος) μαγευτεί, μου πρότεινε να γίνω μέλος της Συντακτικής Επιτροπής. Ο Πολίτης ήταν, ήδη, μαζί με το Αντί, του Χρήστου Παπουτσάκη (άλλη σημαντική απώλεια των ημερών) οι δύο «μεγάλες του Γένους Σχολές», κατά τη φράση του ιστορικού της τέχνης καθηγητή Ν. Χατζηνικολάου, για τα αντίστοιχης σημασίας περιοδικά της αντιδικτατορικής παροικίας του Παρισιού, των αριστερών της Μεταπολίτευσης[2]. Μια ματιά στα άλλα ονόματα που συμμετείχαν σε αυτή την ομάδα ή ακόμη και σε εκείνα των τακτικών συνεργατών, με κάνει σήμερα να απορώ για το θράσος μου να αποδεχθώ αυτή την πρό(σ)κληση. Αλλά αυτά ήταν τα (α)ήθη εκείνων των εποχών.

Ο Πολίτης, τότε, είχε ορκισμένους φίλους και εξίσου φανατικούς εχθρούς. Γενικώς ενοχλούσε. Η συχνότερη εναντίον του κατηγορία ήταν «η γλώσσα» που χρησιμοποιούσε. Διέβλεπαν οι επικριτές υπερβολή, αλαζονεία, εστετισμό, ναρκισσισμό. Για όλα αυτά αμυνόμουν σε φίλους και γνωστούς. Τώρα γνωρίζω ότι άλλη ήταν η κύρια αιτία των επικρίσεων. Είχε διαγνωσθεί εγκαίρως και επακριβώς, στο περιεχόμενο αλλά και στο γλωσσικό ήθος του περιοδικού, η προσήλωση στο καθήκον της συντριβής των λαϊκιστικών στερεοτύπων που σύχναζαν αφόρητα στον λεγόμενο, ακριβοδίκαια, «ξύλινο λόγο» της Αριστεράς. Αυτή η ανελέητη ομοβροντία αχρήστευσης του πολυκέφαλου λαϊκιστικού τέρατος, εκ μέρους κυρίως της στενής ομάδας των συνεργατών του περιοδικού, είχε βαθύτατα ενοχλήσει τους «άλλους», τους αντιπάλους, αλλά και τους «δικούς μας», τους συντρόφους που, σαν έτοιμοι από καιρό, συντόνιζαν, εκείνη την κρίσιμη δεκαετία του 1974-1985, το πολιτικό βήμα τους με τη σαρωτική μάζα της «αλλαγής». Ξεχωριστό παράδειγμα αυτής της αποκοτιάς είναι το τεύχος 46 του Σεπτεμβρίου 1981, παραμονές του εκλογικού θριάμβου του ΠΑΣΟΚ της «αλλαγής», που αρχίζει με το εύγλωττης απαξίωσης λακωνικό ερώτημα του Ελεφάντη: «Τι θα ψηφίσεις, σύντροφε;».

Τότε τα πράγματα ήταν καθαρά, ή έτσι τουλάχιστον νομίζαμε. Εμείς που γράφαμε, έτσι όπως γράφαμε, και αυτοί που μας αποδοκίμαζαν γι’ αυτά που γράφαμε, πολύ απλά, διαφωνούσαμε ριζικά σχετικά με τα –κατά τη δική μας άποψη– φληναφήματα της «μεγάλης Αριστεράς», των «δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων», του «αριστερού ΠΑΣΟΚ», του αντιδεξιού μετώπου κ.τ.λ., κ.τ.λ. Ευτυχώς έμεινε το περιοδικό ως μάρτυρας της αληθείας ή του ψέματος της εποχής και μια σούμα των καλύτερων άρθρων του, καλύτερου, κατά τη γνώμη μου, βιβλίου του Ελεφάντη με τον ευρηματικό τίτλο Στον αστερισμό του λαϊκισμού[3].

Παραιτήθηκα από τη Συντακτική Επιτροπή του Πολίτη μετά από κοντά έξι αλησμόνητα χρόνια μαθητείας και συντροφικότητας. Οι παραιτήσεις της μειοψηφίας, στην οποία ανήκα, δημοσιεύτηκαν, μαζί με την απάντηση της Γραμματείας Σύνταξης στο τεύχος 68, το 1986, κάτω από τον τίτλο «Διαφορές στον “Δεκαπενθήμερο”»[4]. Πρώτο όνομα της μειοψηφίας ήταν ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, ο οποίος ξεκινούσε, από αυτό το σημείο την πολιτική του καριέρα ως ο μέλλων ηγέτης της «άλλης Αριστεράς», για την οποία περισσότερα παρακάτω. Με την ομάδα του είχαμε «διαφορές», ωστόσο, οι σχέσεις παρέμειναν φιλικές και αργότερα συνεργάστηκα αραιά με τον Άγγελο στον Πολίτη και, κυρίως, στα «Ενθέματα» της Αυγής, τα οποία διηύθυνε. Το σημειώνω γιατί δεν είναι διόλου αυτονόητες αυτές οι συμπεριφορές στην καθ’ ημάς Αριστερά.

Δεν είναι εδώ ο χώρος αναλυτικής αναφοράς στις αιτίες της συγκεκριμένης πολιτικής διαφωνίας. Να θυμίσω μόνο ότι αφορούσε διαφορετικές προτάσεις, που συζητήθηκαν στο 4ο Συνέδριο του ΚΚΕ Εσωτερικού ως προς την εξέλιξη του κόμματος. Η μία άποψη είχε συνταχθεί με την προοπτική «μετεξέλιξης» του κόμματος σε έναν νέο ευρύτερο φορέα της ανανεωτικής Αριστεράς, ενώ η άλλη άποψη υποστήριζε την «αναβάθμιση» του ίδιου του κόμματος. Η διαφορά φαντάζει σήμερα μανιχαϊκή, όπως αρμόζει στις χειρότερες παραδόσεις της Αριστεράς, αλλά συνδεόταν με το στρατηγικής σημασίας ζήτημα της υπέρβασης του κομμουνιστικού χαρακτήρα και τίτλου του κόμματος της ανανεωτικής Αριστεράς, στο οποίο, σημειωτέον, όλοι οι παραπάνω διαφωνούντες και μη, ήταν, με την αργκό της εποχής, «ανένταχτοι». Με τους συνυπογράφοντες της μίας άποψης είχαμε ταχθεί, με κάποιες τακτικές διαφοροποιήσεις, στο πλευρό της «μετεξέλιξης». Επιδιώκαμε, για να μιλήσω απερίφραστα, την αποκομμουνιστικοποίηση του «Εσωτερικού».

Νομίζω ότι η συζήτηση περί του δίκιου κάθε πλευράς έχει πια, αν έχει, ιδιαίτερα μετά το «1989», μόνο ιστορικό ενδιαφέρον. Αναφέρθηκα σε αυτή γιατί συνδέεται άμεσα με τη δική μου σχέση με το περιοδικό, στο οποίο άλλωστε, όπως προανέφερα, δεν έπαψα, αν και όλο και πιο αραιά, να αρθρογραφώ. Κάτι δεν ήταν πια το ίδιο μέσα μου. Εξακολουθούσα να αγαπώ και να εκτιμώ το διευθυντή του. Αλλά ο Πολίτης με ενδιέφερε πλέον με την έννοια της νοσταλγίας ενός τετελεσμένου συμβάντος και όχι της σύμπλευσης προς το μέλλον, αυτή την αναπόφευκτη ενστικτώδη εμμονή κάθε αριστερού. Στο βαθμό που οι αιτίες, ή καλύτερα η αιτία, αυτής της προσωπικής αποστασιοποίησης αφορά και ένα γενικότερο φαινόμενο αποστασιοποίησης των αριστερών από την Αριστερά, δυο λόγια παραπάνω δεν είναι, ίσως, περιττά.

Θα φανεί αφελές αλλά είναι αληθινό. Δεν είχα καταλάβει τι τεκταινόταν στα σπλάχνα του Πολίτη, αυτού του κυττάρου αριστερής σκέψης, και η συμβολή του Ελεφάντη σε αυτή την άγνοιά μου ήταν σημαντική. Έχοντας από τα φοιτητικά μου χρόνια σταδιακά διαμορφώσει τη «θεωρία» ότι η σταλινική φρίκη είναι εγγεγραμμένη στον γενετικό κώδικα της κομμουνιστικής επαγγελίας του 19ου και του 20ού αιώνα δεν με απασχολούσε ο «κομμουνισμός» των άλλων αριστερών, εάν δεν ιεραρχείτο ως άμεσος πολιτικός στόχος. Πολύ περισσότερο όταν, μεταξύ αυτών, δεν σπάνιζαν οι διανοούμενοι υψηλής παιδείας και ανάλογης πολιτικής ευαισθησίας. Αυτή ήταν, πάντως, η περίπτωση του στενού κύκλου των συνεργατών του Πολίτη, τότε, και, αδιαμφισβήτητα, του ίδιου του Άγγελου. Μα, θα αναρωτηθεί κάποιος, ο Ελεφάντης δεν έκρυψε ποτέ τον κομμουνισμό του. Ναι, αλλά δεν τον προέτασσε πάντα με την ίδια ένταση. Ήταν ένας, πάνω από όλα, από μόνος του, ένα αστείρευτης παραγωγής εργαστήριο ιδεών. Με τις αμφιβολίες, τα ερωτήματα και τις αδιόρατες, συνήθως, μετακινήσεις του. Δεν μπορώ να πω ότι δεν με εντυπωσίασε αλλά και δεν με εξέπληξε η πρόσφατη πληροφορία ότι τη δεκαετία του 1960, στο Παρίσι, ο Άγγελος «ήθελε πάση θυσία» να μεταφρασθεί και να δημοσιευθεί στο περιοδικό του φοιτητικού συλλόγου Πορεία το βιβλίο του Μαξ Άντλερ για τα εργατικά συμβούλια[5]. Η πρόταση δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, λόγω αντιρρήσεων της συντακτικής ομάδας, αλλά, με δεδομένο ότι ειδικά στις μεταφραστικές επιλογές του –συνήθως εξαιρετικής και ευρηματικής εκτέλεσης– ο Άγγελος υπηρετούσε πολύ συγκεκριμένες, βαθύτερης άρδευσης πολιτικές στοχεύσεις, αυτή η θετική στάση απέναντι στον αυστριακό μαρξισμό κάτι έχει να μας πει. Κυρίως, ποιο ήταν, εν τέλει, το είδος του δικού του κομμουνισμού και όχι εκείνου του, κατ’ αυτόν, «άλλου» ο οποίος ηττήθηκε, γιατί εκεί «αντί για έκσταση και πάθος περίσσεψε η νεύρωση και ο μοντερνισμός»[6]

Πάνω απ’ όλα, όμως, υπεύθυνη για την αθωότητα την οποία επικαλούμαι εδώ ήταν η συγκεκριμένη εποχή. Στη Μεταπολίτευση, αυτή την καθυστερημένη και παρατεταμένη, για την Ελλάδα, «δεκαετία του 1960», άνθησαν όλα τα λουλούδια της αριστερής αμφισβήτησης. Στο κέντρο και στην περιφέρεια του λεγόμενου «Εσωτερικού» διατάχθηκαν οργανωμένες και ανοργάνωτες δυνάμεις της Αριστεράς με κοινά γνωρίσματα, κατακτήσεις των πέτρινων χρόνων. Την ανεξαρτησία από το διεθνές κομμουνιστικό κέντρο, την εσωκομματική δημοκρατία, τον δημοκρατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό και τον ευρωπαϊσμό. Ήταν τόσο λυσσαλέα η αντιμετώπιση αυτής της αποκαλούμενης «ανανεωτικής Αριστεράς» από τις άλλες ελευθεριακές, αριστερίστικες, δογματικές και κεντρώες δυνάμεις, ώστε η ίδια είχε σχεδόν λησμονήσει τις εντός της αντιθέσεις. Ή πάντως κάποιοι, σαν εμένα, τις είχαν πλήρως υποτιμήσει. Γι’ αυτό μίλησα πιο πάνω για μια εποχή αθωότητας. Αθωότητα γιατί πιστεύαμε ότι είχαμε όλοι στρατευθεί σε έναν κοινό στόχο, την ανανέωση της Αριστεράς για έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό. Ήταν επόμενο η κρίση του συνολικού πολιτικού συστήματος, και ειδικότερα της βυθιζόμενης στα σκάνδαλα αντιπάλου ελληνικής Κεντροαριστεράς, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, να φέρει στο προσκήνιο και τις λανθάνουσες βαθύτερες αντιθέσεις της ανανεωτικής Αριστεράς. Όχι πια σαν αντιπολιτευόμενες τάσεις αλλά με το πάθος και την προοπτική μιας νέας διάσπασης. Ο κοινός στόχος και η τακτική επίτευξής του δεν μας ένωναν πια αλλά μας χώριζαν. Και, όπως απεδείχθη, οριστικά.

Ο Πολίτης, έκτοτε, υπηρέτησε, περισσότερο ρητά από κάθε άλλη φορά, την επιταγή ανανέωσης της κομμουνιστικής Αριστεράς. Πολέμησε το δικό μας κόμμα της «μετεξέλιξης», την «Ελληνική Αριστερά», αρθρογραφούσε κάθε εβδομάδα στο όργανο της κομμουνιστικής «αναβάθμισης» Εποχή, αλλά πρακτικά συγκατάνευσε, τηρώντας πάντοτε την κριτική απόσταση του ανένταχτου, στο –ας μην το ξεχνάμε– μη κομμουνιστικού τίτλου κόμμα του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, όπου κατέληξαν διαφόρων προελεύσεων πρώην δογματικοί κομμουνιστές και ανανεωτικοί αριστεροί. Τα πράγματα ήρθαν έτσι που η ανανεωτική Αριστερά ηττήθηκε κατά κράτος στον Συνασπισμό από τη σύμπραξη διάφορων δογματικών κομμουνιστικών μορφωμάτων παλαιάς και νέας κοπής.

Πώς αντιμετώπιζε ο Ελεφάντης αυτή την χονδροειδή «αριστερή στροφή» του Συνασπισμού; Παραδόξως, για μένα, με την κριτική του ανοχή ή και στήριξη. Στο τελευταίο, ωστόσο, πριν επέλθει το μοιραίο, κείμενό του στονΠολίτη, τον Ιανουάριο του 2008, διάβηκε, με απρόοπτη –για εκείνον– ωμότητα, τον Ρουβίκωνα. Καλούσε, όλους και όλες «να οργανώσουμε και να οργανωθούμε στον Συνασπισμό… στο κόμμα που μας έλαχε». Μάλιστα, στο υστερόγραφο εκείνου του εμβληματικού κειμένου, κάνει έκκληση ειδικότερα στο «εμείς», το οποίο προηγουμένως έχει περιγράψει ως το πολιτικό ρεύμα της ανανεωτικής Αριστεράς που επιχείρησα και εγώ να σκιαγραφήσω εδώ. Γράφει ότι «πρέπει να πάψουμε να είμαστε αυτό το ασαφές, όπως το 1981, “εμείς”, και να ενταχθούμε στο κόμμα που μας έλαχε, τον ΣΥΝ». Το κείμενο ξάφνιασε πολλούς, με την πολιτική του αμεσότητα, θετικά και αρνητικά. Στους δεύτερους συγκαταλέγονταν οι παλιότεροι σύντροφοι και φίλοι του. Θα ήθελα να προσθέσω τη δική μου ερμηνεία, βασισμένη σε όσα παραπάνω αφηγήθηκα.

Επειδή μόνο για καιροσκοπισμό, πολιτική αφέλεια ή αθεμελίωτη βουλησιαρχία δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει κανείς τον συνήθως προσεκτικό Ελεφάντη, η τριπλή, εν ταυτώ, αναφορά στην «ένταξη», «στο κόμμα που μας έλαχε» (δις) και στο «εμείς», μία ανάγνωση μόνο μπορεί να έχει, που δικαιολογεί και τη μέχρι τότε στάση του. Ίσως, σκέφτηκε, ότι απέναντι στον κυρίαρχο, αυτή τη φορά «εντός των τειχών», λαϊκισμό, αντιευρωπαϊσμό και δήθεν ριζοσπαστισμό, μόνο η οργάνωση της συγκυριακά υπαρκτής υψηλής λαϊκής διαθεσιμότητας θα μπορούσε να διασώσει και να ανασυγκροτήσει τα κεκτημένα της ανανεωτικής Αριστεράς. Ώστε το κόμμα να αλλάξει κατευθύνσεις. Ακολουθώντας το δρόμο που αυτός, ο μεγάλος εν τέλει ρομαντικός της «Ανεύρετης Αριστεράς»[7] στον πολιτικό του βίο, όσο μπόρεσα να τον καταλάβω, επέλεγε συνεχώς. Έστω και αν δεν ήταν διανοητικά πεισμένος, νομίζω ότι, από ψυχική διάθεση, η υπέροχη ρίμα του Λέοναρντ Κοέν, στο μελαγχολικό Εμβατήριο, «υπάρχει πάντα μια χαραμάδα από την οποία περνάει το φως», τον κατάκλυζε και ακούραστα την έψαχνε. Αυτό έκανε και λίγα χρόνια πριν, προετοιμάζοντας την εικοστή επέτειο έκδοσης τουΠολίτη[8]. «Τοανατρεπτικό ερώτημα “τι να κάνουμε;”, χωρίς το οποίο δεν υπάρχουμε», έγραφε, «ανοίγει συνεχώς τους πόρους για να περάσει μέσα το στοιχείο της αταξίας και της κριτικής, που θα ταράξει τις σιγουριές και θα ανασυγκροτήσει τις αντιλήψεις».

Είναι βέβαια ένα άλλο και πιο δύστροπο το ερώτημα αν αυτή η στάση διατηρούσε την επικαιρότητά της, δώδεκα χρόνια αργότερα, στην υπαρκτή ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά προς την οποία αποτάθηκε. «Εξ υστέρου», όπως του άρεσε να γράφει, γνωρίζουμε ότι η έμφυτη απαισιοδοξία της σκέψης του δεν κατάφερε, αυτή, την έσχατη φορά, να προλάβει τη βεβιασμένη βούλησή του. Αν δεν είχε φύγει τόσο αιφνίδια, λίγο μετά τα εβδομήντα, ποιος ξέρει τι θα έλεγε ο Άγγελος σήμερα για αυτή την πολυσυζητημένη θέση του; Όμως τον πρόλαβε ο θάνατος και αυτός ο βαθύνους άνθρωπος έμεινε με αυτή την παρεξηγημένη κουβέντα στα χείλη. Τι τραγικό παιχνίδι της μοίρας.

Στα παραπάνω θα μπορούσε εύκολα να αντιταχθεί, πιστεύω από όσους δεν τον ήξεραν από παλιά, μια πιο απλή εξήγηση. Ότι δηλαδή ήδη βρισκόταν εκτός ενεργού πολιτικής. Άλλωστε, όλο και πιο συχνά στην αγαπημένη θεματολογία του σύχναζαν η οικολογία, η ιστορία και οι μαρτυρίες του Εμφυλίου, η εθνογένεση καθώς και –αν και ο ίδιος το αρνιόταν πεισματικά– «τα προσωπικά του» minima memorialia, η ανθρωπογεωγραφία των βιωμάτων του, όπως την επεξεργάστηκε στο, κατά γενική ομολογία, διαμάντι της ακαταπόνητης και πάντοτε ενδιαφέρουσας συγγραφικής του δημιουργίας, την Ιστορία του παππού μου[9].

Μαχητικά στη μειοψηφία της Αριστεράς του συγκεκριμένου

Ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης (συνομήλικος του Ελεφάντη) στη γενιά μου έγινε γνωστός πρώτα ως πανεπιστημιακός δάσκαλος και τακτικός αρθρογράφος στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο ήδη από τη δεκαετία του 1960 και εντονότερα από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης[10]. Τράβηξε την προσοχή μου με ένα συγκεκριμένο άρθρο του στον Πολίτη. Όντας πιστός αναγνώστης του κάτι μου έλειπε στο αγαπημένο μου περιοδικό. Αυτό ήταν η παραγνώριση ή, για να το πω ελαφρότερα, το μειωμένο ενδιαφέρον για την ποσοτική διάσταση των οικονομικών και κοινωνιολογικών φαινομένων στις, κατά τα λοιπά, εμβριθείς και στοχαστικές αναλύσεις του. Δεν αντέχω στον πειρασμό να γενικεύσω λέγοντας ότι αυτή την αναλυτική αδυναμία, εν μέρει δικαιολογημένη, ως συνειδητή επιλογή αποστασιοποίησης από τις αγκυλώσεις του οικονομισμού και του αφελούς θετικισμού της γραφειοκρατικής Αριστεράς, πλήρωσε και πληρώνει ακόμη και σήμερα η ανανεωτική Αριστερά. Γι’ αυτό, εξαιτίας της παραπάνω αιτίας και, σίγουρα, της τεχνοκρατικής μου παιδείας, αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη η ανάγνωση, ενός άρθρου, των άγνωστών μου τότε αδελφών Λευτέρη και Μιχάλη Παπαγιαννάκη, για την οικονομία των νοτιοευρωπαϊκών χωρών το 1977[11]. Ήταν χαρακτηριστικό ότι του πλούσιου σε ποσοτικούς πίνακες και στατιστικές επεξεργασίες του συγκεκριμένου κειμένου προηγείτο το εξής σχόλιο, ενδεικτικό της δυσεύρετης στην καθ’ ημάς Αριστερά, ακόμη και σήμερα, οπτικής γωνίας των συγγραφέων του: «Στα παρακάτω κείμενα δίνεται κάτι λιγότερο από μια θεωρητική τοποθέτηση και κάτι περισσότερο από μια στατιστική ανάλυση της διάρθρωσης και της ανάπτυξης τω οικονομιών της Νότιας Ευρώπης».

Νομίζω ότι αυτή την οπτική γωνία του, «κάτι λιγότερο… κάτι περισσότερο…», κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα είτε της ιπτάμενης θεωρητικολογίας είτε του αβαθούς εμπειρισμού της ελληνικής Αριστεράς, υπηρέτησαν, ανοίγοντάς την, όσο τους ήταν δυνατό αλλά με συνέπεια και πρωτοτυπία, σε όλη την υπόλοιπη δημόσια παρουσία τους, τα δύο αδέλφια. Ο Λευτέρης σε θέματα βιομηχανικής και ενεργειακής οικονομίας, περιφερειακής ανάπτυξης και πολιτικής της ανώτατης εκπαίδευσης, ο Μιχάλης σε θέματα οικονομίας, προστασίας του περιβάλλοντος, ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Από εκεί ξεκινώντας, ο Μιχάλης αναδείχθηκε αργά αλλά σταθερά, όπως άλλωστε αρμόζει σε αυτοδημιούργητους πολιτικούς και όχι σε προϊόντα του δοκιμαστικού σωλήνα επικοινωνιακών τεχνασμάτων, σε ηγετική προσωπικότητα της ανανεωτικής Αριστεράς ή, με τον δικό του ορισμό, «της ευρωπαϊκής, ριζοσπαστικής και οικολογικής Αριστεράς», ευρύτερης απήχησης και αποδοχής. Πώς το κατάφερε αυτό ο Μιχάλης μόνο η μελέτη της πολιτικής βιογραφίας και του έργου του μπορεί να απαντήσει. Εδώ, απλώς υπαινίσσομαι ότι ήταν ο ιδανικός και μοναδικός, πιστεύω, σε αυτό το επίπεδο δημόσιας «αναγνωρισιμότητας», εκφραστής αυτής της Αριστεράς που ο λατινοαμερικανός συγγραφέας Κάρλος Φουέντες, σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη στον Ανταίο Χρυσοστομίδη, όρισε, αφού απαξίωσε, ως νέο Μουσολίνι, τον αγαπημένο της σημερινής ηγετικής ομάδας του Συνασπισμού, Τσάβες, ως την ελευσόμενη (άγνωστον πότε) Αριστερά του Συγκεκριμένου. Αυτός ο απολογισμός, όταν γίνει, ίσως επιβεβαιώσει ότι η πολιτική δεν είναι αφηρημένη θεωρία ή θετική επιστήμη αλλά πρόταξη οράματος, υπηρετούμενου «μεροδούλι-μεροφάι» και ανατροφοδοτημένου από το μεγαλύτερο δυνατό εύρος θεωρητικής παιδείας, ώστε να συλλαμβάνεται, κατά το δυνατόν, το αενάως διαφεύγον «πραγματικό». Μόνο δι’ αυτής της εξαντλητικής μεθόδου εργασίας, αυτή η ψυχολογική διαθεσιμότητα, η οποία τροφοδοτεί την αδιάπτωτη βούληση παρέμβασης στο «πραγματικό» δεν παγιδεύεται είτε στον θεωρητικό υποκειμενισμό είτε στον τυφλό αντικειμενισμό. Χωρίς αυτή τη συστηματική μελέτη αλλά παρακολουθώντας χρόνια την εξέλιξή του, τολμώ να ισχυρισθώ ότι η πολιτική βούληση του Μιχάλη Παπαγιαννάκη κινιόταν συνεχώς μεταξύ αυτών των άκρων, υποστηρίζοντας, ακριβώς αυτό το «κάτι λιγότερο… κάτι περισσότερο» της πρώιμης αρθρογραφίας του, καταθέτοντας απόψεις και επιχειρήματα θεωρητικώς ενήμερα και εμπειρικώς τεκμηριωμένα.

Με δεδομένη την κατάσταση της σημερινής ελληνικής Αριστεράς είναι απογοητευτικό αλλά όχι παράδοξο ότι αυτή η μέθοδος Παπαγιαννάκη, όπως και η τάση του να μη μασάει τα λόγια του, του απέφεραν μεγαλύτερη αντιπαλότητα εντός παρά εκτός των τειχών ακόμη και της θεωρούμενης ως ανανεωτικής Αριστεράς. Κορυφαίο δείγμα αυτής της αντιπαλότητας ήταν η ακατανόητη, εκ πρώτης όψεως, κομματική εκπαραθύρωσή του από την υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές πριν από τρία, μόλις, χρόνια. Ο ίδιος ο Παπαγιαννάκης άντεξε αυτή την εντελώς παράλογη βία εναντίον του. «Δεν σε θέλουν», του είπε, απλώς, ο τότε ο υποτιθέμενος φίλος του, Πρόεδρος του Συνασπισμού. Και ο Παπαγιαννάκης, με τη, για μένα, εξίσου ακατανόητη, σιωπηλή υποχώρησή του στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας και του καθοδηγητικού δικαιώματος της πλειοψηφίας, επέλεξε το δρόμο της σιωπής. Η μόνη δυνατή εξήγηση, επειδή δεν ήταν πολιτικός που δίσταζε, όπως ήδη ανέφερα, να εκθέτει τα επιχειρήματά του σε σειρά αντιδημοφιλών για τη λαϊκιστική Αριστερά θεμάτων, είναι η ενδεχόμενη ταύτιση της υπόθεσης με την προσωπική του, έστω και καλώς εννοούμενη, φιλοδοξία. Είναι βέβαιο ότι για έναν άνθρωπο απεχθανόμενο την «πάλη χωρίς αρχές» και τις σκοτεινές μεθοδεύσεις του κομματικού μηχανισμού ο κίνδυνος να εμπλακεί σε αυτή τη διαμάχη «επί του προσωπικού», ως σκέψη, θα του ήταν αφόρητη. Επιπλέον, μπορεί να προαισθάνθηκε ότι αυτό που αποτελούσε τη βαθύτερη ουσία του ανανεωτικού εγχειρήματος της Αριστεράς, στο οποίο είχε ενταχθεί ως επίλεκτο στέλεχος από δεκαετίες, δηλαδή ότι «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα», είχε εξαντλήσει την όποια δυναμική του και δεν είχε το κουράγιο ή την παλιά διαθεσιμότητα να επιμείνει ρίχνοντας και άλλο λάδι στη φωτιά. Άλλωστε, το τέλος, όπως και να το εκλάβει κανείς ή όπως, ίσως, το είχε προαισθανθεί ο ίδιος, πλησίαζε και προτίμησε να επιδοθεί, με ό,τι κουράγιο του απόμενε, στο τελευταίο πολιτικό του εγχείρημα, τον Όμιλο Προβληματισμού και Παρέμβασης «Αριστερά Σήμερα».

Βέβαια, δεν ήταν αυτή η πρώτη φορά που ο Μιχάλης αποφάσιζε ότι «το κόμμα ξέρει καλύτερα». Υπενθυμίζω όσα ανέφερα προηγουμένως για την παραίτησή του, το 1986, από τη Συντακτική Επιτροπή του Πολίτη, ενώ, λίγο αργότερα, πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της «Ελληνικής Αριστεράς». Ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του νεοπαγούς σχήματος αποδέχθηκε, όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω, σαν ψυχρολουσία την απαράδεκτη, με πολιτικούς όρους, καταρχήν μυστική συμφωνία Φλωράκη - Κύρκου για την ίδρυση του Συνασπισμού. Στη συνέχεια αναδείχθηκε, κατά την ομολογία φίλων και αντιπάλων, σε έναν από τους επιτυχέστερους και πλέον «αναγνωρίσιμους», όχι μόνο στην Ελλάδα, ευρωβουλευτές. Τα γράφω αυτά γιατί και ο ίδιος, στην τελευταία, πριν επέλθει το μοιραίο, συνέντευξή του, αποστασιοποιήθηκε εκείνης της επιλογής του να μείνει στο Συνασπισμό, του οποίου ήδη είχε διεκδικήσει ανεπιτυχώς να ηγηθεί αναμετρώμενος με τον εξοστρακιστή του σύντροφο Πρόεδρο και το «Αριστερό Ρεύμα» του. Η ετυμηγορία του, λίγο πριν το τέλος, ήταν σαφής και τελεσίδικη: «Ο Συνασπισμός 20 χρόνια μετά τη γέννησή του δεν απέδωσε πολιτικά ούτε καν αυτά που πίστευαν οι πλέον ειλικρινείς “αρχιτέκτονες” εκείνης της εποχής και πολιτικής»[12]. Στην ίδια συνέντευξη προσθέτει και άλλες ψηφίδες στο πολιτικό του προφίλ ομολογώντας ότι τότε, σε σχέση με την άρση της διάσπασης του 1968, «εμένα αυτό δεν με ενδιέφερε, άλλους ακόμη και σήμερα τους ενδιαφέρει», ενώ μετά το 1989 στο κόμμα του «παραμερίστηκαν οι απόψεις και οι προτάσεις της ανανεωτικής Αριστεράς». Ωστόσο αυτός επέλεξε τότε να μείνει, όντως ως αντιπολίτευση, και το πλήρωσε ακριβά.

Δεν υποστηρίζω ότι τα διλήμματα, ειδικότερα στην εξόχως ταραγμένη συγκυρία του τέλους της δεκαετίας του 1980, ήταν απλά ούτε ότι μπορεί, από όσα γνωρίζουμε μέχρι τώρα, να υπάρξει Αριστερά χωρίς κόμμα, αλλά επειδή στην πολιτική όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος αυτή είναι ακόμη μια ενδιαφέρουσα πτυχή της σκέψης ενός πεπαιδευμένου, οραματιστή και πραγματιστή, διακεκριμένου πολιτικού που αξίζει να μελετηθεί προσεκτικότερα. Πόσο μάλλον που ο Μιχάλης, ομιλητικότατος και φιλικός προς γνωστούς και αγνώστους αλλά αυστηρός στις αρχές και τις στρατηγικές επιλογές του, απόφευγε συστηματικά, σχεδόν πεισματικά, να μιλήσει για τα βιώματα τα οποία τον διαμόρφωσαν ως πολιτικό, ιδιαίτερα στη συγκλονιστική περίοδο της δεκαετίας του 1960 και μέχρι τη Μεταπολίτευση, όταν διακρίθηκε ως στέλεχος του φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα και έξω, του Ομίλου Παπαναστασίου και της Δημοκρατικής Άμυνας. Μια ανάλογη, με τις διαφορές της, πορεία σαν αυτή του Παπασπηλιόπουλου.

Αλλά ο Μιχάλης είχε και μια άλλη διάσταση, την οποία, εν τέλει, από δική του επιλογή, και καθώς τα χρόνια περνούσαν, επισκίασε η πολιτική του λάμψη. Υπήρξε ένας εκπληκτικός δάσκαλος της διεθνούς οικονομίας και ειδικότερα της οικονομίας των μεσογειακών χωρών. Αρκετοί συνάδελφοί μου στις γεωπονικές και οικονομικές σχολές της χώρας δεν ξεχνούν τα μεταπτυχιακά τους στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ, όταν ο Παπαγιαννάκης τους δίδασκε αγροτική οικονομία και ανάπτυξη μεταδίδοντάς τους αυτή την αίσθηση της ιστορίας και της πολιτικής η οποία, όταν αρδεύεται από τη δική του, χωνεμένη στο πεδίο της εφαρμογής, ευρυμάθεια και την ανοιχτή στην περιπέτεια του κόσμου αναζήτηση, καθιστά τις πανεπιστημιακές σπουδές αυτό που θα έπρεπε να είναι και όλο και πιο σπάνια είναι, μια ανεπανάληπτη μύηση στα μεγάλα ερωτήματα των κοινωνιών της δικής μας, ύστερης νεωτερικότητας.

Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι, όπως και ένας άλλος ύποπτος «δεξιών αποκλίσεων», από την κατεστημένη Αριστερά, ο Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος, για τον οποίο θα μιλήσω πιο κάτω, ο Μιχάλης ανήκει στην εξαίρεση των οικονομολόγων οι οποίοι δεν πασπάλιζαν την επιστήμη τους με «ολίγη οικολογία», αλλά επιχειρούσαν επίμονα να καταδείξουν ότι τα εγχειρήματα της «βιώσιμης» ή της επίκαιρης σήμερα, όσο ποτέ, «πράσινης οικονομίας» αφενός δεν είναι αυτονόητα, αφετέρου είναι αλληλένδετα με την πορεία της Ενωμένης Ευρώπης. Επ’ αυτού συμφωνώ απόλυτα με τον κοινό μας φίλο, τον ιστορικό Βασίλη Παναγιωτόπουλο, ότι «η οικολογία ήταν, για τον Παπαγιαννάκη, ένα νέο γνωστικό πεδίο θεματολογικής και μεθοδολογικής διεύρυνσης της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και όχι μια νέα μορφή ζωοφιλίας ή μια άμυνα στο όχι και τόσο φανταστικό ενδεχόμενο καταστροφής του πλανήτη»[13].

Αναρωτιέμαι, όπως φαντάζομαι και πολλοί άλλοι αριστεροί της ίδιας κοπής, τι θα μείνει από τον αριστερό λόγο του πολιτικού Παπαγιαννάκη; Μοιάζει μελοδραματικό αλλά δεν απέχει από την ουσία ότι, στην τελευταία παράγραφο της τελευταίας συνέντευξης που έδωσε στη ζωή του, συνοψίζει την πολιτική παιδεία και τον (αν οι λέξεις διατηρούν ακόμη τη σημασία τους) ριζοσπαστικό ρεαλισμό του: «Όσο κι αν κάποιοι στην Αριστερά εξακολουθούν να μην αποδίδουν στους θεσμούς τη σημασία και τη δύναμη που πραγματικά έχουν, ωστόσο οι θεσμοί έχουν δύναμη, συνέχεια και, κυρίως, απαιτούν δράση και όχι λόγια. Και πάλι προβοκατόρικα θα έλεγα ας γίνουν αυτά ακόμη και με δεξιές κυβερνήσεις. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, αλλά οι θεσμοί μένουν και διευρύνονται»[14]. Λόγος προφητικός και εκκρεμής προς ώτα, αποδεδειγμένως, μη ακουόντων. Διότι δεν μπορώ να φαντασθώ ποιος άλλος από τους γνωστούς και διακεκριμένους εκπροσώπους της υπαρκτής Αριστεράς όλων των αποχρώσεων θα τολμούσε να καταθέσει μια ανάλογη άποψη στο ορατό μέλλον. Δυστυχώς για τον τόπο και, δευτερευόντως, για την κυρίαρχη Αριστερά η οποία, μετά βίας, τον ανεχόταν.

Με παιδεία και ρεαλισμό: από τη Νέα Οικονομία στη Νέα Οικολογία

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, είχε ξεχωρίσει ένας γνωστός Έλληνας οικονομολόγος, ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να τονίζει ότι: «Η οικονομική επιστήμη από μόνη της δεν μπορεί να προσδιορίσει την αειφόρο ανάπτυξη γιατί ασχολήθηκε μόνο με τον κύκλο παραγωγή-κατανάλωση, χωρίς να την απασχολήσει αυτό που προ-ηγείται (οι πρωτογενείς πηγές της βιόσφαιρας) ή αυτό που έρχεται μετά (η αξία ή απαξία της κατανάλωσης). Αυτή η υπόθεση συνεπάγεται και μια άλλη: ότι η ευημερία εξαρτάται από την παραγωγή κι ότι όσο πιο πολύ παράγουμε, η ευημερία αυξάνεται. Έτσι το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν) έγινε ένας δείκτης-φετίχ, ενώ ο τρόπος που υπολογίζεται η αύξησή του αφήνει έξω όλο το κοινωνικό και το οικολογικό κόστος αυτής της αύξησης – που, βέβαια, εκφράζει την οικονομική μεγέθυνση (growth) και όχι την ανάπτυξη (development)»[15].

Ο οικονομολόγος στον οποίο αναφέρομαι, δεν είναι άλλος από τον Σπήλιο Παπασπηλιόπουλο. Γεννήθηκε το 1928 στην Αθήνα, κατά μια δεκαετία μεγαλύτερος από τον Ελεφάντη και τον Παπαγιαννάκη. Ένας φιλελεύθερος αριστερός διανοούμενος και ενεργός πολίτης, ο οποίος έχει ήδη, πριν διατυπώσει αυτές τις σκέψεις, διανύσει ένα μακρύ οδοιπορικό. Οι περισσότεροι από μας τον διάβαζαν στη δεκαετία του 1960. Στην αφετηρία αυτού του οδοιπορικού, τριάντα χρόνια πριν, αφού πρώτα αναλύει και υιοθετεί το αναπτυξιακό πρότυπο που ακολουθούν οι δυτικές κοινωνίες, κατά δεύτερο λόγο επισημαίνει τα προβλήματα υπανάπτυξης από την εκλεκτική και μηχανιστική μεταφορά του σε χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες κατά τη δική του έκφραση, σε ένα άρθρο της έγκυρης επιθεώρησης Η Νέα Οικονομία[16], δεν έχει περάσει από το «Καθαρτήριο της Βιομηχανικής Επαναστάσεως», στη γέννηση της οποίας αφιέρωσε, ειρήσθω εν παρόδω, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του στο αφιέρωμα του Οικονομικού Ταχυδρόμου κατά την επέτειο των 200 χρόνων της, το 1983[17].

Δεν ήταν πάντοτε εναντίον της ανάπτυξης ο Σπήλιος. Αν κάποιος ιστορικά αφελής απομόνωνε μία μόνο φράση από την εισήγησή του, ως εκπροσώπου του Ομίλου Παπαναστασίου, στο Α΄ Δημοκρατικό Συνέδριο, που έγινε στην Αθήνα το 1966, θα μπορούσε να μιλήσει για στροφή 180 μοιρών. Γιατί σε εκείνη την περίσταση ο Παπασπηλιόπουλος υποστηρίζει ρητά: «Η οικονομική ανάπτυξη γίνεται σήμερα το ιστορικό καθήκον της γενιάς μας και προβάλλει σαν η Μεγάλη Ιδέα του σήμερα»[18]. Η φράση αυτή και μόνο θα προκαλούσε ρίγος αποστροφής στο οικολογικό κίνημα των επόμενων δεκαετιών, το οποίο παίρνοντας αφορμή από τις εξαγγελίες της Λέσχης της Ρώμης και το Σχέδιο για την Επιβίωση, του έγκυρου περιοδικού The Ecologist, στη δεκαετία του 1970, περί «μηδενικής ανάπτυξης» ή «στάσιμης κατάστασης» της οικονομίας, απέρριπτε ασυζητητί κάθε πρόγραμμα ανάπτυξης. Αυτή ήταν η κυρίαρχη τάση του οικολογικού κινήματος, τουλάχιστον μέχρι την οριστική «διόρθωση» της Έκθεσης Μπρούτλαντ των Ηνωμένων Εθνών, το 1987, περί «βιώσιμης ανάπτυξης», στην Ελλάδα αλλά και στο διεθνές προσκήνιο.

Ο οικονομολόγος Παπασπηλιόπουλος, όμως, ως οικολόγος, αντιστάθηκε σθεναρά και εκ των ένδον, με τη διπλή του αυτή ιδιότητα, σε αυτή τη θεωρητική πλάνη, επιμένοντας, όπως είδαμε στο κείμενο του 1996, είτε στη διαφορά μεταξύ οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης, στην οποία συμπεριλαμβάνεται όλο το κοινωνικό και το οικολογικό κόστος αυτής της μεγέθυνσης, είτε, στο ίδιο κείμενο λίγες αράδες πιο κάτω, όταν επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα της αντιαναπτυξιακής ιδεολογίας με την οικονομική θεωρία ανατρέχοντας στους κλασικούς, τον Ρικάρντο, τον Τζον Στιούαρτ Μιλ και τον Κέινς. «Οι μεγάλοι κλασικοί», γράφει, «πίστευαν ότι σε κάποια στιγμή η μεγέθυνση έπρεπε να παραχωρήσει τη θέση της στη “στάσιμη κατάσταση” – αλλά στάσιμη δεν σημαίνει στατική (…) σε μια “στάσιμη κατάσταση” η οικονομία δεν παύει να είναι δυναμική, ν’ ανανεώνεται η σύνθεση της παραγωγής και να υπάρχει βελτίωση της ποιότητάς της. Μια τέτοια κατάσταση της οικονομίας βρίσκεται κοντά στη “μηδενική ανάπτυξη” της Λέσχης της Ρώμης, την “οικοανάπτυξη” της Συνδιάσκεψης για το Περιβάλλον των Ηνωμένων Εθνών στη Στοκχόλμη, το 1972, την “αειφόρο ανάπτυξη” της “Έκθεσης Μπρούτλαντ” των Ηνωμένων Εθνών».

Αλλά και στο ίδιο, το προ τεσσαρακονταετίας κείμενό του, στη Νέα Οικονομία, ο σημερινός αναγνώστης δύσκολα θα παραβλέψει σπέρματα της οικολογικής προβληματικής, στην οποία θα μεταστραφεί οριστικά ο Παπασπηλιόπουλος στην αυγή της Μεταπολίτευσης. Εκεί, εκτιμά ότι «Η στρατηγική αναπτύξεως, βασισμένη στα νεοκλασικά και φιλελεύθερα δόγματα, που εφαρμόσθηκε στην οκταετία 1956-63, απότυχε στην ταχεία και ισόρροπη ανάπτυξη και την εκβιομηχάνιση». Αφού υπογραμμίσω την αναφορά στην «ισόρροπη ανάπτυξη» θα σημειώσω, μεταξύ αρκετών άλλων ενδιαφερόντων επιχειρημάτων, την έμφαση που αποδίδει στην «υδροκεφαλική ανάπτυξη του τέρατος των Αθηνών», την έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού και δημόσιων συγκοινωνιακών μέσων και, πάνω απ’ όλα, στη μείωση των παραγωγικών επενδύσεων προς όφελος της πολυτελούς κατανάλωσης των ολίγων. Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα πρώιμης, οιονεί οικολογικής, καταγγελίας, ο Σπήλιος υπερβαίνει τα εσκαμμένα του καθωσπρεπισμού η οποία χαρακτηρίζει το φιλοξενούν έντυπο: «Μια κοινωνία, πρέπει, λόγω στενότητος των παραγωγικών πόρων, να επιλέξει ανάμεσα στα κομμωτήρια σκυλιών και τα επιστημονικά εργαστήρια ή ανάμεσα στα πολυτελή ιδιωτικά αυτοκίνητα και τους τόρνους. Αν επιλέξει υπέρ των κομμωτηρίων σκυλιών και των ιδιωτικών αυτοκινήτων, η κοινωνία αυτή δεν είναι δημοκρατική και η οικονομία της δεν θα αναπτυχθεί».

Επειδή δυστυχώς γνωρίζουμε, αφού το ζούμε καθημερινά, τι τελικώς επέλεξε αυτή η κοινωνία, είναι δίκαιο, νομίζω, απαντώντας και στο αρχικό μου ερώτημα περί της εξέλιξης της σκέψης του Σπήλιου Παπασπηλιόπουλου, τα τελευταία σαράντα χρόνια, να χαιρετίσουμε το γεγονός ότι παρέμεινε σταθερός στην υπεράσπιση της δημόσιας σφαίρας, του συμφέροντος των πολλών που, σ’ αυτή τη χώρα, είναι καταδικασμένοι να υπερασπίζονται οι λίγοι. Μάλιστα, έμεινε πιστός, μέσω της ανανέωσης των εργαλείων της επιστήμης του και του εμπλουτισμού του λόγου του με την οικολογική προβληματική, όταν συναντήθηκε μαζί της –κατ’ ευτυχή συγκυρία για τον ίδιο– σε πλήρη επιστημονική και πολιτική ωριμότητα. Είχε ήδη, πριν την επιστροφή στην Ελλάδα το 1978, από την οποία είχε διαφύγει ως αντιστασιακός πριν μια δεκαετία, προλάβει να διδάξει οικονομικά, μεταξύ άλλων, στη Dauphine, στην Αρχιτεκτονική του Παρισιού και στο Ινστιτούτο Προγραμματισμού της Αλγερίας. Επιστημονική δραστηριότητα που συνέχισε με τη συμμετοχή του ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Μελετών και Προγραμματισμού της Α.Τ.Ε. και, αργότερα, διευθυντής του Μορφωτικού Ινστιτούτου της.

Όμως, αυτή η ενδεικτική αναδρομή στη σταδιοδρομία και την αρθρογραφία του Σπήλιου –ακαταπόνητη αν συνυπολογισθεί η επί σαράντα χρόνια τακτική συνεργασία του με τον Οικονομικό Ταχυδρόμο– κινδυνεύει να αλλοιώσει την ουσία της κοινωνικής προσφοράς του, η οποία έγκειται, κυρίως, στην «προφορικότητα» αν όχι στη «σωματικότητα» της πολιτικής του παρουσίας. Γιατί ένας άνθρωπος σαν τον Σπήλιο Παπασπηλιόπουλο, με την έμμονη εστίαση στο ερώτημα της πολιτικής, όπως ήταν και έμεινε, όσο του επέτρεψε η επιδείνωση της υγείας του, δεν περιορίσθηκε ποτέ στον ελεφάντινο πύργο της επιστημοσύνης του. Αισθανόταν την υποχρέωση να ανοίγεται στον δημόσιο χώρο, να δίνει το παρών στις οργανωμένες μορφές πολιτικής συμμετοχής και, όταν αυτές δεν τον ικανοποιούσαν, να δημιουργεί με τους ομοϊδεάτες του εκείνες που εκπροσωπούσαν, όσο ολιγομελείς και να ήταν, τις διεκδικήσεις του. Παρέες, ομάδες, πρωτοβουλίες, κόμματα και κομματίδια, περιοδικά, συνέδρια, σεμινάρια και συζητήσεις, πολλές συζητήσεις, ήταν ο ζωτικός του χώρος και χρόνος. Και ο Σπήλιος υπήρξε αστείρευτα εφευρετικός σε αυτόν τον μαραθώνιο της συνάντησής του με τον άλλον, τον πολιτικό φίλο και, υποχρεωτικά, τον πολιτικό αντίπαλο.

Η δαιδαλώδης διαδρομή του Παπασπηλιόπουλου στην πολιτική κοινωνία είναι διδακτική. Από την Εταιρεία Κοινωνικοοικονομικών Μελετών Αλέξανδρος Παπαναστασίου, στα περιοδικά Νέα Οικονομία και Οικονομία και Κοινωνία, στη Δημοκρατική Άμυνα, στα ιδρυτικά βήματα του ΠΑΣΟΚ, της Σοσιαλιστικής Πορείας, της Ελληνικής Αριστεράς και της Ομοσπονδίας Οικολόγων Εναλλακτικών. Πορεία ομόκεντρη αλλά όχι υποταγμένη στα καυδιανά δίκρανα της «αντιδεξιάς» ή της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης». Ξεχωρίζω σε αυτή την αναζήτηση μιας «άλλης Ελλάδας» τη μαχητική συμμετοχή του στις πρωτοποριακές διαδικασίες ίδρυσης του Πανεπιστημίου Πατρών, ως γραμματέας της προσωρινής διοικούσας επιτροπής του. Μεγάλης βαρύτητας πρωτοβουλία αλλά σχεδόν άγνωστη, επειδή ο Σπήλιος, όπως άλλωστε ο Άγγελος και ο Μιχάλης, δεν μιλούσαν ποτέ «για τα προσωπικά τους». Ευτυχώς, για τους επιγόνους, τις λυσσώδεις αντιστάσεις του πολιτικού και ακαδημαϊκού κατεστημένου της εποχής εναντίον τού πρωτοποριακής σύλληψης νέου Πανεπιστημίου διέσωσε ένας άλλος εκ των πρωταγωνιστών αυτής της Επιτροπής, ο καθηγητής Κώστας Κριμπάς[19].

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις θεωρητικές παρεμβάσεις ενός ψαρομάλλη υπέρκομψου ζωηρού εκπροσώπου της «Τοπικής Οργάνωσης Δερβενίου - Μαύρων Λιθαρίων» στην ιδρυτική συνεδρίαση της Σοσιαλιστικής Πορείας, το 1976! Νόμιζα ότι έκανε πλάκα, όμως όχι. Το εννοούσε, είχε δεσμούς, όπως διαπίστωσα όταν γίναμε φίλοι, με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Μόλις είχε πει ένα από τα πολλά «όχι» στον πολιτικό του βίο. Κατηγορούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου για την αλλοίωση του κανόνα της εσωκομματικής δημοκρατίας και την αναβάπτιση του ενδημούντος λαϊκισμού με τη σοσιαλιστική του λεοντή. Αν και μιλούσε τόσο κολακευτικά γι’ αυτόν δέκα χρόνια πριν, θα ασκήσει έγκαιρα έντονη κριτική στο ΠΑΣΟΚ και τον ιδρυτή του, η οποία θα συνοψισθεί, το 1996, με τη φράση: «η διακυβέρνησή του κατέληξε σε ένα τεράστιο φιάσκο, σε μια τεράστια χαμένη ευκαιρία – την τρίτη στον αιώνα μας μετά από αυτή του 1909 και του ΕΑΜ[20].

Όχι θα πει και στον εκδότη φίλο του, Αντώνη Λιβάνη, το 1984, όταν δεν θα αποδεχθεί την προσπάθεια του τελευταίου να θέσει υπό κομματικό έλεγχο την πρώτη μαζικής κυκλοφορίας, επιτυχή, με κριτήρια επιστημονικής επάρκειας και εκδοτικής επιμέλειας, διμηνιαία επιθεώρηση, με τίτλο Οικολογία και Περιβάλλον, που διηύθυνε, από τον Μάρτιο του 1982. Μάλιστα θα ακολουθήσει, ως απλό μέλος της Γραμματείας Σύνταξης, την ομάδα των αποχωρούντων από την Οικολογία και Περιβάλλον, που ιδρύουν, το 1984, με πρωταγωνιστές τους Μιχάλη Μοδινό και Ηλία Ευθυμιόπουλο, τη δεύτερη επιτυχή μηνιαία επιθεώρηση, τη Νέα Οικολογία. Με όλους αυτούς, τους περισσότερους από τους οποίους έχει ο ίδιος συστήσει στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, θα συμμετάσχει, ενταγμένος στο ρεύμα της φιλελεύθερης Οικοαριστεράς, στις επώδυνες διαδικασίες ίδρυσης της Ομοσπονδίας Οικολογικών και Εναλλακτικών Οργανώσεων, η οποία θα αποφέρει την πρώτη έδρα οικολόγου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, το 1989. Το ναυάγιο και αυτού του πολιτικού πειράματος θα τον οδηγήσει, όπως άλλωστε και τον Παπαγιαννάκη, στον μοναδικό χώρο που, όπως αποδείχθηκε, δεν τον διέψευσε ποτέ, την Ένωση Πολιτών για την Παρέμβαση και την Κίνηση Πολιτών για μια Ανοιχτή Κοινωνία[21]. Έτσι έκλεισε ο πολιτικός κύκλος του Παπασπηλιόπουλου, όπως ξεκίνησε, με τα οργανωτικά σχήματα της κοινωνίας των πολιτών. Από τον Όμιλο Παπαναστασίου της δεκαετίας του 1960 στις Κινήσεις Πολιτών της δεκαετίας του 2000.

Τελευταία αλλά όχι έσχατη προσφορά του στην οικολογική σκέψη είναι η πάνω από μια δεκαετία συμμετοχή του στην οργάνωση του Οικολογικού Εργαστηρίου, στο πλαίσιο των θερινών Σεμιναρίων της Ερμούπολης. Εκεί, ο ίδιος μας πρωτομίλησε για τους αγαπημένους του θεωρητικούς, τον Αντρέ Γκορζ, τον Σερζ Μοσκοβιτσί, τον Εντγκάρ Μορέν, τον Πιερ Σαμουέλ, τον Γκεοργκέσκου Ρέντγκεν, τον Ρενέ Πασέ, τον Ζαν Πολ Ντελεάζ και τόσους άλλους. Εκεί αφιέρωσε, με το ίδιο πάντοτε εφηβικό πάθος, την τελευταία ομιλία του στην Ηθική της Ευθύνης του γερμανού φιλοσόφου Χανς Γιόνας.

Για την εποχή που μιλάω και τους ανθρώπους που είχα την τύχη να συναναστραφώ ή να συναντηθώ με τα έργα και τον δημόσιο βίο τους, ο Παπασπηλιόπουλος ανήκει στους λίγους οι οποίοι δεν λησμόνησαν ποτέ ότι και οι πιο ριζοσπαστικές προτάσεις της ανανεωτικής Αριστεράς, όπως αυτή της οικολογίας, καταλήγουν επώδυνα επικίνδυνες όταν δεν υπηρετούν απαρέγκλιτα τους δημοκρατικούς θεσμούς και την αυτονομία της ατομικής ελευθερίας.

Και η Αριστερά χωρίς αριστερούς;

Ο Άγγελος, ο Μιχάλης και ο Σπήλιος δεν είναι πια μαζί μας. Όπως και οι αυταπάτες της δικής μας πολιτικής νεότητας. Αν υπήρξαν αριστεροί, όπως κάποιοι από εμάς πιστέψαμε, καμιά Αριστερά δεν είναι εδώ για να το βεβαιώσει, πέρα από την υποκειμενική μας κρίση. Η Αριστερά που πρέσβευαν φοβάμαι στοίχειωσε μόνο στα όνειρά μας πριν και αυτά μεταβληθούν σε έναν, όπως έγραφε προσφυώς για ανάλογες πραγματικότητες κοινωνικής διάλυσης πριν από μισό αιώνα, ο Χένρι Μίλερ, «κλιματιζόμενο εφιάλτη».

Η υπαρκτή Αριστερά εγκλωβισμένη στα προπολεμικά και μετεμφυλιακά απωθημένα της, στον καιροσκοπισμό της ανέξοδης καταγγελίας και στη μεταφυσική του παράκλητου λαού, ανίκανη να ισορροπήσει το συναίσθημα με τη λογική, δεν άκουσε τους δικούς της ανθρώπους που της έδειχναν, ο καθένας από τη δική του καταγωγική φλέβα ιδεών, τη γλώσσα της Νέας Σύνθεσης. Δεν είναι απλά κρίμα αλλά έγκλημα ότι αυτός ο πλούτος των ιδεών δεν μπορεί να αποδοθεί σήμερα στην Αριστερά ως συλλογικό υποκείμενο, αλλά σε μεμονωμένα πρόσωπα τα οποία έδρασαν μια συγκεκριμένη εποχή στο όνομά της. Πρόσωπα τα οποία, αν ήδη όλα δεν έφυγαν, είναι πασιφανές ότι ανήκουν σε είδος προς εξαφάνιση.

Τι φταίει; Είναι η εποχή της τηλεοπτικής χειραγώγησης των μαζών και της καταναλωτικής μανίας η οποία δεν ευνοεί την αναπαραγωγή τους; Πολλές εικασίες μπορούν να γίνουν για την αλλαγή του κλίματος και τις συνέπειες τις προϊούσας ξηρασίας. Σημασία έχει, όπως μας προετοίμαζε πριν από χρόνια ο Αναγνωστάκης, τώρα τι λες, πριν εμπιστευθείς, από την αμηχανία ή την κούραση του λογικού αδιέξοδου, τη δύναμη του φυσικού νόμου. Δεν θα διστάσω να ομολογήσω ότι δεν γνωρίζω την απάντηση. Οι αιτιοκράτες, συνάδελφοί μου στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο ισχυρίζονται βασίμως ότι τα καμένα δάση θα αναγεννηθούν μόνα τους από σπόρους που επιβίωσαν της καταστροφής και ήδη ταξιδεύουν, σπρωγμένοι από τους ανέμους για να ριζώσουν σε νέα, παρακείμενα, απείραχτα από τη φωτιά χώματα. Αυτοί έχουν σίγουρα δίκιο. Εμείς, οι υπόλοιποι, δύσκολα θα αγνοήσουμε τη σημασία της απουσίας αριστερών διανοουμένων, όπως ο Ελεφάντης, ο Παπαγιαννάκης και ο Παπασπηλιόπουλος, ειδικά στα χρόνια της κυριαρχίας όσων, ακόμη και εντός των τειχών,και την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων εις τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσει[22].



[1] Οι αναφορές στους Σ. Παπασπηλιόπουλο και Μ. Παπαγιαννάκη, εδώ αναθεωρημένες και συμπληρωμένες για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου, έχουν δημοσιευθεί στο ένθετο περιοδικό της εφ. Κυριακάτικη Αυγή, «Δαίμων της Οικολογίας» τχ. 78 και 95 του 2009.

[2] Από τον ίδιο γνωρίζουμε ότι το εγχείρημα δεν προέκυψε από το πουθενά, είχε τη μακρά ιστορία της αναμόχλευσης και ανασύνθεσης της ελληνικής Αριστεράς, κυρίως στο Παρίσι της δεκαετίας του 1960. Από εκεί ξεκίνησε ό,τι αργότερα αποκρυσταλλώθηκε ως «ανανεωτική Αριστερά», παρ’ όλες τις υπαρκτές ή ανύπαρκτες διαφορές των συνιστωσών της στο άνυσμα σοσιαλισμός-κομμουνισμός. Βλέπε την εξαιρετικά διαφωτιστική συζήτηση μεταξύ των Σ. Ασδραχά, Α. Μανιτάκη και Ν. Χατζηνικολάου, στα «Ενθέματα» της Αυγής της Κυριακής, 24.5.2009 και 31.5. 2009, την οποία επιμελήθηκαν η Μ. Κόντη και ο Σ. Μπουρνάζος.

[3] Α. Ελεφάντης, Στον αστερισμό του λαϊκισμού, εκδ. Ο Πολίτης, 1991.

[4] Βλ. περ. Δεκαπενθήμερος Πολίτης, τχ. 68, 1986.

[5] Βλ. τη συζήτηση μεταξύ των Σ. Ασδραχά, Α. Μανιτάκη και Ν. Χατζηνικολάου, ό.π.

[6] Το απόσπασμα παραθέτει ο Γ. Λυκιαρδόπουλος στο Άνθρωπος στη θάλασσα. Συνειρμοί και προκηρύξεις, εκδ. ύψιλον/βιβλία.

[7] Ο Ελεφάντης μίλησε για τον Ανεύρετο Σοσιαλισμό (εκδ. Ο Πολίτης, 1982) στην πρώτη επέτειο του καταστροφικού για τη δική του (μας) Αριστερά θριάμβου των λαϊκιστών του Ανδρέα Παπανδρέου.

[8] Βλ. περ. Ο Πολίτης, τχ. 22, 1996.

[9] Α. Ελεφάντης, Minima memorialia. Ιστορία του παππού μου. Εκδ. Πόλις, 2001.

[10] Ο Γ. Ζεβελάκης ανέσυρε μια «περίεργη» μετάφραση Γάλλου τεχνοκριτικού του εικοσαετούς Παπαγιαννάκη στο φύλλο της εφ. Πανσπουδαστική, αρ. 33 της 15ης Δεκεμβρίου 1961. Το κείμενο αν και απορριπτικό της «αστικής» τέχνης διέσωζε τον αντισυμβατικό Πικάσο (βλ. Δαίμονα της Οικολογίας, εφ. Κυριακάτικη Αυγή, 2 Αυγούστου 2009).

[11] Βλ. σχετ. Λευτέρη και Μιχάλη Παπαγιαννάκη, «Υλικά για συγκρίσεις και συμπεράσματα από μια σύντομη θεώρηση της οικονομίας των νοτιοευρωπαϊκών χωρών», περ. Ο Πολίτης, τχ. 9, 1977.

[12] Βλ. Μ. Παπαγιαννάκη, συνέντευξη στον Τ. Καμπύλη, εφ. Η Καθημερινή, 29.3.2009.

[13] Βλ. Β. Παναγιωτόπουλου, «Τι είδους αριστερός ήταν ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης;», εφ. Η Αυγή, 31.5.2009.

[14] Συνέντευξη Μ. Παπαγιαννάκη στην εφ. Η Καθημερινή, Ειδική Έκδοση 30 χρόνια από τη συμφωνία ένταξης, 24.5.2009.

[15] Σ. Παπασπηλιόπουλος, «Επιστημονική και πολιτική οικολογία: ενεργειακές και άλλες προσεγγίσεις», στο Μ. Μοδινός (επιμ.) Ενέργεια και Περιβάλλον στη Βιομηχανική και Μεταβιομηχανική Κοινωνία, εκδ. Νέα Οικολογία - ΓΓΝΓ με την υποστήριξη της Ε. Επιτροπής της ΕΕ, 1996, σσ. 19-28.

[16] Σ. Παπασπηλιόπουλος, «Παράγοντες αναπτύξεως και υπαναπτύξεως», περ. Νέα Οικονομία, τχ. 6, Ιούνιος 1966.

[17] Σ. Παπασπηλιόπουλος, «Πώς γεννήθηκε η βιομηχανική επανάσταση», περ. Οικονομικός Ταχυδρόμος, αρ. φύλλου 12 (1507), 24 Μαρτίου 1983.

[18] Σ. Παπασπηλιόπουλος, «Οικονομική ανάπτυξη και δημοκρατία», περ. Νέα Οικονομία, τχ. 8, 1966.

[19] Βλ. Κ. Κριμπάς, Θραύσματα Κατόπτρου, Εκδ. Θεμέλιο, 1993, σσ. 185-223.

[20] Βλ. Σ. Παπασπηλιόπουλος, Εισαγωγικό σημείωμα, στο Σ. Παπασπηλιόπουλος (επιμ.) ΠΑΣΟΚ. Κατάκτηση και άσκηση της εξουσίας. εκδ. Ι. Σιδέρης, 1996, σ. 9.

[21] Υπό την αιγίδα τριών εξ αυτών, την Κίνηση Πολιτών, το Σύλλογο Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών και του Παγκόσμιου Ταμείου για τη Φύση-WWF-Ελλάς, θα επιμεληθεί, με τον Θύμιο Παπαγιάννη και τον Σπύρο Κουβέλη, το πρώτο στο είδος του συλλογικό έργο: Το Περιβάλλον στην Ελλάδα 1991-1996.

[22] «Και κατήντησαν να μεταβάλλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, διά των οποίων δηλούνται τα πράγματα», Θουκυδίδου Ιστορίαι, Μετάφραση Ε.Κ. Βενιζέλου, Επιμέλεια Στέφ. Στεφάνου - Κωνστ. Στεργιόπουλου. Τυπογραφικός και Εκδοτικός Οίκος «Πατρίς» Ε.Π.Ε., Αθήνα, 1960.

* The Athens Review of Books, τεύχος 1, Νοέμβριος ΄09
Περισσότερα...
Related Posts with Thumbnails

ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

ΠΡΟΣΦΑΤΟΙ ΣΤΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΙΣΜΟΙ