Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Για το νέο και τις μεταρρυθμίσεις γενικώς κι ιδιαίτερα ως προς την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα



του Μωϋσή Μπουντουρίδη
από τον ιστότοπο boudourides.posterous.com

Δεν κρύβω ότι το αρχικό μου έναυσμα ήταν η συζήτηση για την κατάσταση στα ΑΕΙ, τα οποία, όπως σχεδόν κι όλη η εκπαίδευση στην Ελλάδα, θεωρώ (κι εγώ) ότι βρίσκονται υπό εκφυλισμό και διάλυση. Αντί όμως να εστιασθώ σ' αυτό το ιδιαίτερο ζήτημα, θα ήθελα να πω κάτι πιο γενικό. Να συζητήσω τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να τολμάμε να προχωράμε, όταν θέλουμε να προσεγγίσουμε αποφασιστικά κάτι το καινούργιο, είτε πρόκειται για μια πλήρη καινοτομία ή για μια μεταρρύθμιση που αποσκοπεί να παρέμβει και να λύσει υπαρκτά προβλήματα ή για μια έστω μικρή, στοιχειώδη αλλά συνειδητή, προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών μέσα στις οποίες ζούμε. Ή, καλύτερα, θα επιχειρήσω να μιλήσω γιατί δεν μπορούμε, τι μας κρατά πίσω, να προχωράμε προς την κατεύθυνση του νέου, της καινοτομίας, των πραγματικών κι αποτελεσματικών μεταρρυθμίσεων. 

Να το πω καθαρά. Υποστηρίζω την τόλμη του πειράματος, του θάρρους της καλόβουλης κι ειλικρινούς δοκιμής, η οποία μπορεί να βελτιώνεται συνεχώς η ίδια και να επιχειρεί να λύνει τα οποιαδήποτε προβλήματα μέσα από τους πειραματισμούς της υλοποίησής της, μέσα από τα μαθήματα των λαθών της, μέσα από τη μεθοδολογία της δοκιμής και του λάθους. Μέσα από ρηξικέλευθους και πρωτότυπους πειραματισμούς, που θα είναι σε θέση ν' αναθεωρούν ακόμη και τις ίδιες τις πρωταρχικές αρχές της δοκιμαστικής συγκρότησής τους. Από τη μια μεριά, η προσαρμογή μέσα στη μεταβλητότητα και την ενδεχομενικότητα (contingency), μέσα στο διαρκώς μεταβαλλόμενο κι απρόβλεπτο περιβάλλον. Κι από την άλλη μεριά και ταυτόχρονα, το εμμενές (immanent) πείραμα να αλλάξουμε αυτό το περιβάλλον στην κατεύθυνση κάποιων πιο ευνοϊκών ισορροπιών. Αλλά πώς; Όταν, μέσα στην πράξη των πειραματισμών, δοκιμάζουμε τα όρια και τους ορίζοντες των αντοχών, βρίσκουμε πού πέφτουμε έξω κι ανακαλύπτουμε κάποιες εναλλακτικές λύσεις, τις οποίες αρχικά δεν μπορούσαμε ή ίσως και δεν θέλαμε ή εμποδιζόμασταν να τις δούμε. Αλλά πάντα με το θάρρος και την τόλμη της αποφασιστικότητας να προχωρήσουμε μπροστά.
Δυστυχώς όμως, η κατάσταση κι η νοοτροπία στην Ελλάδα είναι πέρα για πέρα αντι-πειραματική, αντι-αναθεωρητική. Εχθρική, φοβική απέναντι στην υιοθέτηση των ενδεχομενικών δυνατοτήτων που μπορούν να ξεπροβάλουν μέσα σε διαρκώς ανανεούμενες δοκιμές, μέσα απ' τις συνειδητοποιήσεις, τα μαθήματα από τα λάθη και μέσα στην προσπάθεια για το ανεξάντλητο ξεπέρασμα, τη διόρθωση, τη βελτίωση.
Όλοι στην Ελλάδα είμαστε απελπιστικά κι ανυπόμονα πεισματάρηδες εγωιστές. Είμαστε σίγουροι ότι κατέχουμε την αλήθεια, όχι μόνο γιατί η αλήθεια για τους Έλληνες πρέπει να είναι μόνο μια μοναδικά κι αποκλειστικά δική τους άποψη, αλλά περισσότερο γιατί οι Έλληνες υποστηρίζουν με τυφλό φανατισμό το θεόσταλτο κι αιώνιο προνόμιό τους να γνωρίζουν αυτοί και μόνο αυτοί την αλήθεια, ΕΞΩ από τα πράγματα, ΠΡΙΝ από την πράξη, ΠΕΡΑ από την εμπειρία. Επομένως, έτσι, δεν τολμούμε να πειραματισθούμε απέναντι στο άγνωστο.
Οι Έλληνες δεν έχουμε τα κότσια να δοκιμάσουμε τις αντοχές των εποικοδομητικών προτάσεων που θα μπορούσαμε να κάνουμε, γιατί δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον εγωισμό της παντογνωσίας μας. Ο εγωισμός αυτός, σε τελευταία ανάλυση, διαποτίζει, δηλητηριάζει, και το πνεύμα των οποιωνδήποτε προτάσεών μας, για να τις ακυρώσει πριν ακόμη αρχίζουν να υλοποιούνται. Οι Έλληνες βλέπουν μόνο την αρνητικότητα και το μηδενισμό αυτών με τους οποίους διαφωνούν. Καμιά κουβέντα για τη δική τους ένοχη αρνητικότητα, για το συνεπαγόμενο μηδενισμό του εγωισμού τους, για την ισοπέδωση του δικαιώματος για διαφορά, που θέλουν να επιβάλουν με κάθε τρόπο. Αλλά, έτσι, δεν μπορούν να επιβιώσουν, να εξελιχθούν, να προσαρμοσθούν, πάνω στο γλιστερό έδαφος της αβέβαιης έκβασης, πάνω στο έδαφος ενός ανεξέλεγκτου άγνωστου, της φυσικής πολυσημίας, του αναπάντεχου διφορούμενου. Μηδενικά επίπεδα ανοχής της αβεβαιότητας έχει ο πολύξερος-πεφωτισμένος-διαφωτιστής εγωιστής Έλληνας. Κι όταν συγκαλεί διαβουλεύσεις ή άλλες ομαδικές συζητήσεις, το μόνο που θέλει να επιτύχει είναι (μέσα από διαπραγματεύσεις, παζαρέματα και μαγειρέματα, ο,τιδήποτε, δηλαδή, έχει το υβριστικό θράσος να τ' αποκαλεί "συναινέσεις") να εξασφαλίσει τα νώτα του από τη βέβαιη αποτυχία, στην οποία οδηγεί η πεισματάρικη λατρεία-του της ακλόνητης βεβαιότητας. Οι συναινετικές διαβουλεύσεις στην Ελλάδα έχουν καταντήσει να είναι το άλλοθι της βέβαιης κι αντικειμενικής αποτυχίας των υποκειμενικών σχετικισμών, όχι ένας τρόπος αντιμετώπισης της εγγενούς αβεβαιότητας κι ενδεχομενικότητας των πραγμάτων από το πλήθος των ιδιαιτερότητων (singularities) που πασχίζουν, με τις δράσεις τους, ν' ανακαλύψουν την καθολικότητα της απόλυτης αλήθειας.
Η αλήθεια για τον Έλληνα βρίσκεται έξω, πριν και πέρα από τα πράγματα, από τη ροή, το γίγνεσθαι, του είναι μέσ’ τον κόσμο. Κι όταν ακόμη αναζητεί μια συλλογική αλήθεια, δίκη τέτοιων φανφαρόνικων διαβουλεύσεων, τίποτε δεν βγάζει απ' το μυαλό των διαβουλευόμενων τη βεβαιότητα ότι η αλήθεια αυτή (είτε σαν ατομική μεσσιανική επιφοίτηση ή σαν συλλογική συνενοχή στο παζάρεμα και τη συνδιαλλαγή των συμφερόντων) δεν πρέπει ούτε πρόκειται να αλλάξει καθ' οδό. Για τον Έλληνα, οπωσδήποτε, δεν πρόκειται, σε καμιά περίπτωση, να αλλάξει. Ακόμη κι όταν γίνει σ' όλους κατανοητό ότι κάτι άλλο χρειαζόταν, κάτι που αρχικά βρισκόταν έξω από την πεισματική αρχική βεβαιότητα για το πώς πρέπει να γίνουν τα πράγματα. Πάλι το ίδιο λάθος θα επαναληφθεί, η ίδια αλαζονεία που μένει πεισματικά προσκολλημένη σε μια μυωπική αντίληψη ότι, ανεξάρτητα από την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα, το μόνο που πρέπει οπωσδήποτε να σωθεί είναι πάντα το αναφαίρετο κι a priori δίκιο, το αιώνια αστραφτερό κύρος, του αλάθητου και παντογνώστη Έλληνα.

Ενώ όλη η δομή της επιστήμης και της τεχνολογίας έχει θεμελιωθεί πάνω στο πείραμα, στη διαδικασία των ασταμάτητων πειραματισμών, μέσα από την εμπειρική-πειραματική επαλήθευση, αλλά και την διάψευση, τη δοκιμή και το λάθος, τις μεθόδους, δηλαδή, που αναζητούν να ιχνηλατήσουν τους άγνωστους δρόμους της γνώσης μέσα από μια σταθερή επίγνωση της αβεβαιότητας και της ενδεχομενικότητας του χάους του κόσμου, το αντίθετο ισχύει στην Ελλάδα. Τίποτε, δεν αφήνεται στην τύχη του ή στην "ανευθυνότητα" των πειραματισμών. Ειδικά, θα σου πουν, π.χ., για τα ευαίσθητα πράγματα της εκπαίδευσης, τα πειράματα είναι βλαβερά, περιττά, επικίνδυνα, δεν χρειάζονται. Και στη θέση τους προτιμάται ο δρόμος της σίγουρης αποτυχίας των καταδικασμένων πεφωτισμένων δράσεων, που με το πολύ φως της παντογνωσίας τους είναι τυφλωμένες από τη σιγουριά της μηχανικής και στείρας επανάληψης. Έτσι, δεν υπάρχει, δεν γίνεται, κανένας γνήσια καινοτόμος νεωτερισμός, καμιά γνήσια μεταρρυθμιστική αναθεώρηση των μέτρων που ακολουθούνται για να επιτευχθεί η επίλυση των προβλημάτων που συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Ο Έλληνας θα κρυφθεί ή θα μασκαρέψει τον εγωισμό του πίσω από τη σιγουριά της πεπατημένης οδού, ακόμη κι αν αυτή έχει να κάνει με άλλους τόπους, ή με άλλες συγκυρίες ή συνθήκες, με άλλους καιρούς. Ο Έλληνας είναι το πιο μιμητικό πλάσμα σ' ολόκληρο τον πλανήτη. Το ότι η παπαγαλία είναι ο χρυσός κανόνας όλου του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα είναι μια άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Το μόνο που ξέρει είναι ν' αντιγράφει παθητικά, όχι να δημιουργεί ενεργητικά. Γιατί η δημιουργία που οδηγεί σε κάτι το καινούργιο είναι πάντα μια πάλη του οράματος, του ειλικρινούς πόθου για το καινούργιο, μια πάλη με τα δεσμά της υποδούλωσης στο παλιό, με τη ναρκισσιστική απονεύρωση που νομιμοποιεί την επικυριαρχία της συνήθειας σαν πράξη ανυπέρβλητης εξάρτησης απ' το παλιό. Και το παλιό (ή το εφαρμοσμένο αλλού κι άλλοτε) είναι το σίγουρο, που ταιριάζει στον εγωισμό της καραγκιοζίστικης παντογνωσίας του Έλληνα. Γι' αυτό, ο Έλληνας αποφεύγει, απορρίπτει, τις αληθινές μεταρρυθμίσεις. Γιατί χρειάζονται τη μετριοφροσύνη που εμπνέεται από την πολυσημία της αβεβαιότητας για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας των αμφίσημων καταστάσεων του κόσμου. Γιατί χρειάζονται την ηρεμία και την ειλικρίνεια της αποφασιστικότητας, έτσι ώστε να βρίσκεται ο δρόμος της αλλαγής, σαν παιχνίδι του κόσμου, μέσα από ανοιχτούς πειραματισμούς, μέσα από την καλοπροαίρετη εμπλοκή και την χαρούμενη ενασχόληση της ζωής με τα πράγματα. Προκατάληψη, φοβία, μισοψυχία, για να τηρηθούν τα προσχήματα μιας προνομιακής κληρονομιάς που φαντάζεται ο Έλληνας ότι κατέχει. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του Έλληνα. Γι' αυτό, δεν μπορεί μόνος του να προκόψει, πάντα περιμένει τον από μηχανής Θεό. Είτε τον Θεό του αλαζονικού εγωισμού του, που, όταν δεν πείθει ή δεν παραπλανά με παχιά λόγια, καταφεύγει στον τσαμπουκά, την ασυμβίβαστη μαγκιά, να εξακολουθεί να θεωρεί μέρα τη νύχτα της κατάντιάς του. Ή της ελεημοσύνης των ξένων, που για τον Έλληνα του είναι παντοτινά υποχρεωμένοι, επειδή απ' την Ελλάδα δήθεν πήραν τα φώτα του πολιτισμού, τα φώτα με τα οποία τώρα ο Έλληνας είναι στην κυριολεξία τυφλωμένος και πέρα για πέρα αυτο-ευνουχισμένος κι ανίκανος να ανακαλύψει το νέο, την αλλαγή προς το καλύτερο. Κούνια που τον κούναγε.

Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ σκληρή για τον Έλληνα. Δεν υπάρχει ο πόθος του καινούργιου ή ο οραματισμός της καινοτομίας, υπάρχει μόνο η ψεύτικη ρητορική ή λαϊκίστικη παραπλάνηση για να συνεχίσουν τα πράγματα να γίνονται όπως πάντοτε (business as usual). Δεν γίνεται καμιά μεταρρύθμιση, καμιά αλλαγή που μετασχηματίζει το παλιό, το προβληματικό, το ανυπόφορο, όταν δεν υπάρχει η τόλμη του πειράματος, το θάρρος να βάλουμε τα χέρια μας μέσ’ τη φωτιά, για να βγάλουμε τα κάστανα του νέου, μέσ' από απώλειες, από τραυματισμούς, από θυσίες.

Έτσι τώρα και για τα Πανεπιστήμια. Όλοι δέχονται ότι η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, όλοι ισχυρίζονται ότι ξέρουν δήθεν καλά κάποιες εκπαιδευτικές πολιτικές που εφαρμόζονται αποτελεσματικά κάπου αλλού κι ότι θα έλυναν τον γόρδιο δεσμό αν τις μεταφέραμε με κάποιο τρόπο κι εδώ. Αλλά κανένας δεν τολμά να δει κατάματα το πρόβλημα. Να συνειδητοποιήσει ότι τα Πανεπιστήμια έχουν γίνει τα άντρα της μάζωξης όχι μόνο των αδιάφορων ή, σε κάποιες περιπτώσεις, κι οκνηρών φοιτητών, αλλά, σ' ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, και των άχρηστων καθηγητών ή των πελατειακά και κομματικά ευνοούμενων υπάλληλων. Αυτά τα κατεστημένα που το κράτος, δυστυχώς, πολλές φορές, με τη συνενοχή της ίδιας της κοινωνίας, έχουν ως τώρα δημιουργήσει (επειδή τα πράγματα αντιμετωπίζονταν είτε ωφελιμιστικά ή ωχαδερφιστικά) κανείς δεν θέλει να τα πειράξει. Για παράδειγμα, το κράτος θέλει να βάλει πάνω απ' τα Πανεπιστήμια αξιολογήσεις ή εξωτερικούς μάνατζερ, να κάνουν τι; Το ζήτημα δεν είναι η αναπόφευκτη ανάγκη για ορθολογικές αυτο-διορθώσεις μέσα από αντικειμενικές αξιολογήσεις ή από μια χρηστή, αμερόληπτη κι αποτελεσματική διοίκηση. Το ζήτημα είναι πώς θα αντιμετωπισθούν οι αξιολογήσεις ή οι μάνατζερ από το διεφθαρμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Κι εκεί οι πολύξεροι πολιτικοί, που εγωιστικά θέλουν να επιβάλουν τις βεβαιότητές τους, δεν μιλούν. Γιατί συμβιβάζονται. Μα είναι ποτέ δυνατόν ένας αρρωστημένος εκφυλισμός του επιπέδου της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα να μη τα καταφέρει να διαπραγματευθεί την αναπαραγωγή του με τους οποιουσδήποτε αξιολογητές ή με τους μάνατζερ που θα αναλάβουν τον εξωραϊσμό ενός ρημαγμένου οικοδομήματος; Ίσα-ίσα, οι ίδιοι οι ανάξιοι κηφήνες (π.χ., αυτοί που επί χρόνια μαγείρευαν τις κρατικές στατιστικές) είναι το πιθανότερο ότι θα γίνουν οι αξιολογητές που θα δώσουν το συγχωροχάρτι στους δικούς τους (ενδεχομένως να κυνηγήσουν τις αντίπαλες κλίκες, όχι όμως στο όνομα της καθολικά εφαρμοσμένης αξιοκρατίας, αλλά σαν βεντέτα μεταξύ μαφιόζικων κύκλων). Οι ίδιοι οι ανίκανοι για την παραμικρή ανανέωση μέσα στη χαβούζα που δημιούργησαν, για να τους βολεύει και για να βολεύουν τους δικούς, αυτοί οι ίδιοι θα επιχειρήσουν να μεταμορφωθούν σε μάνατζερ κι, ως δια μαγείας, θα αλλαξοπιστήσουν μπροστά στα ήθη και την αίγλη της διοικητικής εξουσίας, για να υποσχεθούν ότι θα εγγυηθούν τις αξιοκρατικές διαδικασίες, που ως τώρα οι ίδιοι καταπατούσαν.
Αστειότητες. Μόνο οι Έλληνες έχουν μια τόση διεστραμμένη οκνηρία και δεν θέλουν να σκεφθούν το νέο, το πείραμα, τη δοκιμασμένη ανανέωση.
Το ζήτημα όμως είναι απλό, κατά ουσιαστική βάση ή κάτω από άλλες υπαρξιακές συνθήκες. Ωραία, δεν μπορείτε να τα βάλετε με τα σκατά, να καθαρίσετε τους βρωμισμένους στάβλους του Αυγεία. Δεν σας συμφέρει, έχει πολιτικό κόστος, γιατί θα χάσετε την εύνοια κάποιων από τους στυλοβάτες της απάτης σας. Μη ντρέπεστε να το παραδεχθείτε. Αλλά τότε γιατί δεν πάτε παραπέρα, εντελώς έξω από τα υπαρκτά αναξιόπιστα ιδρύματα, να δοκιμάσετε, να πειραματισθείτε, να φτιάξετε κάποιους νέους θεσμούς, εντελώς απ' τη αρχή, χωρίς καμιά εξάρτηση απ' το παλιό; Δεν προτείνω να φτιάξετε ιδιωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με βάση το κέρδος. Φτιάξτε όμως ιδρύματα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που θα είναι πλήρως αυτοδιοικούμενα κι ανεξάρτητα αφενός από το ένοχο πελατειακό κράτος κι αφετέρου από τις αδηφάγες καιροσκοπικές αγορές. Ιδρύματα της κοινωνίας των πολιτών. Ιδρύματα που θα είναι θωρακισμένα κι απέναντι στην κρατική πελατειακή υποδούλωση κι απέναντι στην εκμετάλλευση και τη βάρβαρη αποικιοκρατία των αγορών. Θωρακισμένα με τι; Με τη δύναμη του κοινού λόγου, της αναζήτησης του νέου, των ανοιχτών μυαλών, της επιστημονικής γνώσης, της κοινωνικής ευθύνης, της άμιλλας για το καλύτερο. Με τέτοιες ηθικές αξίες προς τις οποίες όλοι να μπορούν να συμβάλουν μέσα από μια διαρκή προσπάθεια πειραματικής αναζήτησης, μέσα από θετικούς οραματισμούς για τη βελτίωση του κόσμου, μέσα από την αφιλοκερδή αγωνία για το καλύτερο και μέσα από τους πραγματικά επίπονους αγώνες για την παραγωγή της γνήσιας καινοτομίας, η οποία δεν θα υποκύπτει στους συμβιβασμούς ή τα αλισβερίσια της πεπατημένης, αλλά θα είναι μια τολμηρή καινοτομία που θα σηκώσει το ηθικό ανάστημα και θα δει κατάματα την αμαρτία και τη διαφθορά του παλιού. Που θα έχει την αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσει όλα τα εμπόδια που κωλυσιεργούν, που βάζουν τρικλοποδιές στην αναζήτηση του καινούργιου.
Κι αν ποτέ συγκροτηθούν τέτοια εκπαιδευτικά ιδρύματα της κοινωνίας των πολιτών, κι ας είναι παράλληλα με τα υπαρκτά ιδρύματα της κρατικής νομιμοποίησης (που φυσικά, έτσι όπως είναι, δεν έχουν καμιά υπόληψη από τις αγορές, κι ούτε καμιά σημαντική αναγνώριση από το διεθνές σύστημα των πανεπιστημιακών αξιολογήσεων), τότε να δείτε πόσο γρήγορα θα μαραζώσουν τα ήδη εκφυλισμένα κι αμαρτωλά κρατικά ιδρύματα. Όχι γιατί αυτήν την έκβαση την ξέρουμε εξ αρχής. Ακριβώς το αντίθετο. Γιατί, από τη μια μεριά, τη μεριά της πεισματικής προσήλωσης στο παλιό, στα ιδρύματα των μονοπωλίων του κρατικισμού (ακόμη και με την προσβλητική αδιαφορία των παραγόντων της αγοράς), όλα είναι σίγουρα και γνωστά απ' την αρχή κι επομένως δεν υπάρχει η παραμικρή ανάγκη για την οποιαδήποτε έκβαση που θα οδηγούσε στο καινούργιο. Ενώ, από την άλλη μεριά, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της κοινωνίας των πολιτών, όλα παίζονται (στην κυριολεξία, η μάθηση είναι παιχνίδι - θυμηθείτε τη ρήση του Ηράκλειτου για τον χρόνο), όλα δοκιμάζονται μ' επίπονες προσπάθειες ανεξάντλητων πειραματισμών, όλα ανακαλύπτονται, ξανά και πάλι ξανά απ' την αρχή (αυτό θα πει μάθηση), χωρίς αγκυλώσεις, εθελοτυφλίες ή προκαταλήψεις (αυτό θα πει επιστήμη).
Αυτά. Πειραματικά. Κι από μακριά.

10 σχόλια:

  1. Έλεος πια.
    Το εμπεδώσαμε.
    "Για όλα τα κακά φταίει το DNA του έλληνα".
    Αν τώρα δεν ήθελε να πεί αυτό, αλλά να περιγράψει την κατάσταση, να προσέχει τις διατυπώσεις του. Από καθηγητή - σχετικό μάλιστα με τα μαθηματικά - το περιμένω.
    Θα μείνω μόνο σε μια μόνο φράση του κ. καθηγητή:
    " ... τα Πανεπιστήμια έχουν γίνει τα άντρα της μάζωξης όχι μόνο των αδιάφορων ή, σε κάποιες περιπτώσεις, κι οκνηρών φοιτητών, αλλά, σ' ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, και των άχρηστων καθηγητών".
    Προφανώς τό γεγονός ότι η πλειοψηφία των παροικούντων που έχει αποκομίσει την εντύπωση ότι οι ακραίες περιπτώσεις του κ. καθηγητή δεν είναι και τόσο ακραίες οφείλεται στην ανεπάρκεια αντίληψης του Έλληνα.
    (Τό διεστραμένο μυαλό του Έλληνα θα σκεφθεί ότι ο κ. καθηγητής θέλει να εξαιρέσει τον κλάδο του).
    Τέλος καλά θα κάνει ο κ. Μπουντουρίδης να διαβάσει την Ανάρτηση του Μιχάλη Φανουράκη. Ίσως καταλάβει γιατί υπάρχει η έλλειψη προθυμίας πειραματισμού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν είναι κακό Δημήτρη να εντοπίζουμε παράλληλα με ότι άλλο και νοοτροπίες που καλλιεργούνται δεκαετίες και τις συναντούμε στις συμπεριφορές μας σαν λαός. Τι σχέση άραγε έχουμε με τους έλληνες του '60 π.χ.; Δεν είμαστε αρκετά αδιάφοροι, πιο διεφθαρμένοι και σε πολιτιστική κρίση; Ή μήπως αυτή δεν μας ακούμπησε;
    Πέρα λοιπόν από την political correct κεντρική μας ανάλυση, καλό είναι να σκύβουμε με προσοχή και στις ψυχοπαθολογικές μας πλευρές: δεν είναι όλα πολιτική, υπάρχουν πάνω μας και τα σημάδια της παρακμής, της πελατειακής κουλτούρας, της καταναλωτικής κουλτούρας, του ατομισμού και της γενικής υποχώρησης του πολιτισμού μας.

    Ας τα ακούσουμε πιο ψύχραιμα - πολλά είναι όπως ακριβώς τα λέει ο Μωϋσής.
    Κι όπου υπερβάλλει ή χάνει την ακρίβεια στην προσέγγιση, δεν το κάνει από καθηγητική διαστροφή - ίσως από την συνειδητοποίηση του πόσο κρίσιμες είναι οι στιγμές το κάνει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αυτό θέλω και εγώ, να δούμε ψύχραιμα τα πράγματα.
    Τι θα πεί "πολλά είναι όπως τα λέει ο Μωϋσής".
    Ενώ λέει ότι θα επιχέιρήσει να μιλήσει "γιατί δεν μπορούμε, τι μας κρατά πίσω" κλπ., ειδικά για τα ΑΕΙ και σε ότι αφορά στον κλάδο του έχουμε μόνο ακραίες περιπτώσεις.
    Κάτι δηλαδή σαν τους λίγους κακούς πολιτικούς, εφοριακούς, γιατρούς, κλπ.
    Αυτή η κατάσταση που δημιουργήθηκε ώς εξέλιξη του εμφυλίου θα πάρει πολλά χρόνια για να αλλάξει αν δεν υπάρξει μια πρωτοπορία (Πνευματικός κόσμος, Αριστερά) που θα δώσει ελπίδα.
    Πότε έδωσε ο κλάδος του ελπίδα στους φοιτητές;
    Αντ' αυτού επαναλαμβάνουμε διαπιστώσεις καφενείου, ο Έλληνας είναι έτσι, είναι αλλιώς κλπ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Aγαπητοί φίλοι. Το άρθρο του ΜΜ είναι συνέχεια μιας παλιότερης ανάρτησης του 2006 που μπορείτε να βρείτε εδώ
    http://thrymmata.blogspot.com/2006/07/blog-post_14.html
    Δεν έχει σημασία αν η κατάσταση στα σημερινά πανεπιστήμια ερμηνεύεται με το ένα ή τον άλλο τρόπο. Σημασία έχει η ίδια η κατάσταση και πως θα ανατραπεί. Η συζήτηση που παρακολουθώ μήνες γύρω από τις αλλαγές στη ΠΕ με οδήγησαν να πιστέψω πως ελάχιστοι θέλουν να αλλάξει κάτι πραγματικά. Είναι τόσο παγιωμένα τα συμφέροντα , τόσο στέρεες οι δομές που είναι αδύνατο ένα νομοσχέδιο να τις κουνήσει. Από το νόμο του 1980 εφαρμόζεται το 80% και από το νόμο της Γιαννάκου μόνο το 60%. Τι λέμε τώρα. Νόμοι του κράτους ακυρώνονται στην πράξη, μονάχα τα συμφέροντα μένουν αναλλοίωτα.
    Η πρόταση του ΜΜ είναι σαφής. Φτιάξτε καινούργια ιδρύματα. Από την αρχή. Δεν ξέρω πόσο εφικτό είναι από οικονομικής άποψης. Αλλά άλλη λύση δεν υπάρχει. Επανιδρύστε τα ήδη υπάρχοντα; Αδύνατο με τους ίδιους καθηγητές, τις ίδιες μαφίες τους φοιτητές ίδιας νοοτροπίας. Δοκιμάστε κάτι άλλο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δημήτρη, υποπίπτεις στο ίδιο σφάλμα για το οποίο εγκαλείς τον Μωϋσή: "Πότε έδωσε ο κλάδος του ελπίδα στους φοιτητές;"
    Δηλαδή όλοι οι καθηγητές είναι ίδιοι;
    Ο Μωϋσής ξαφνικά δεν ανήκει στον πνευματικό κόσμο ή την αριστερά επειδή τόλμησε να πει πράγματα που όλοι σκεφτόμαστε;

    Στο κάτω κάτω είναι στο εξωτερικό για εκπαιδευτική άδεια και τα ξαναείδε τα πράγματα από κάποια απόσταση (που όλοι χρειαζόμαστε) και προφανώς συγκριτικά με ότι ζει εκεί και μετά από καιρό είναι αλήθεια, έγραψε αυτό που νοιώθει.
    Έ δεν είναι και διαπιστώσεις του καφενείου Δημήτρη. Λίγη αντικειμενικότητα περισσότερο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ξέρω δεν είναι δημοφιλές να καυτηριάζεις λαϊκές νοοτροπίες, αριστερούς στρουθοκαμηλισμούς και τα χάλια γενικότερα ενός λαού εξαγορασμένου από τους διορισμούς, το βόλεμα και τον καταναλωτισμό με δάνεια (δεν θα πω ποσοστά, δεν τα ξέρω και δεν με νοιάζει - αυτά υπάρχουν, τα ζω, τα συναντώ και με πληγώνουν καθημερινά) αλλά ως πότε θα αποφεύγουμε την πραγματικότητα ή θα μας σοκάρει η ένοχη αλήθεια μέσα μας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. φίλοι μου έχω την άποψη πως ακόμη και αυτά που φαίνονται ως ψυχολογικά αίτια στην πραγματικότητα αποτελούν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής εφαρμογής. Δηλαδή η αναξιοκρατία, η πελατειακή σχέση διαμορφώνουν ψυχολογία οχαδερφισμού, επανάπαυσης και στην χειρότερη περίπτωση συνθήκες συναλλαγής και διαφθοράς. Είναι λογικό λοιπόν αν κάποιος ζει σε ένα τέτοιο περιβάλλον να διαμορφώνει πεσιμιστική ψυχολογία να μην μπορεί να γεννήσει ιδέες για το καινούριο την κενοτομία. Και κλείνω με το ερώτημα που νομίζω τεκμηριώνει τον ισχυρισμό μου αυτό. Πως είναι δυνατόν Φοιτητές με καλές επιδόσεις να διακρίνονται ως κορυφαίοι επιστήμονες στο εξωτερικό και εδώ να χάνονται. Προφανώς εκεί υπάρχουν και οι ανάλογες συνθήκες που μπορούν να δημιουργήσουν και να κενοτομήσουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Γιώργο παρότι νομίζω ότι ήμουν σαφής στην διατύπωσή μου, θα προσπαθήσω να γίνω πιο σαφής για μια τελευταία φορά.
    1) Εγκαλώ τον κ. Μπουντουρίδη για κάλυψη του κλάδου του, ψέγομαι την πλειοψηφία (όχι όλους) των καθηγητών και αρνούμαι να δεχθώ ότι πρόκειται για "ακραίες" περιπτώσεις.
    Δεν είπα ότι ο κ. Μπουντουρίδης δεν ανήκει στον πνευματικό κόσμο ή την Αριστερά, δεν κρίνω τον ίδιο (εξ' άλλου δεν τον γνωρίζω) αλλά την ουσία του κειμένου. Επίσης είπα ότι οι καθηγητές σαν σύνολο ή πλειοψηφία (όχι όλοι) σαφώς και δεν ανήκουν στον πνευματικό κόσμο. (Δεν θυμάμαι κάποια ουσιώδη παρέμβαση).
    2) Δεν αρνούμαι κρατούσες νοοτροπίες αλλά δεν πείθομαι ότι αιτία της κακοδαιμονίας είναι η ψυχοσύνθεση του "Ελληνα".
    3) Τα %% δεν είναι άνευ ουσίας. Είναι άλλο πράγμα 10% κακοί καθηγητές (δεν μπορείς να το αποφύγεις) και άλλο 90%. Ο κ. Μπουντουρίδης μάλλον τους εκτιμά χαμηλότερα και από το 10% (ακραίο).
    4) Σχετικά με την ουσία του κειμένου, και εάν παραμείνουμε σε αυτή, ο Ροϊδης ο Δήμου και ο Μανδραβέλης τα καταφέρνουν καλλίτερα. Οι δύο πρώτοι λογοτεχνικά και ο τρίτος δίνει και πολιτική ερμηνεία (ένοχη είναι η ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς).
    5) Δεν με φοβίζει καθόλου να είμαι ενάντια σε δημοφιλείς απόψεις.
    Να πούμε π.χ. ότι οι μισθοί του Υπουργείου Οικονομικών (και όχι μόνον) είναι εκτός πραγματικότητας, να πούμε ότι η Αριστερά δεν υπερασπίσθηκε το Δημόσιο Συμφέρουν, να πούμε ότι διάφορες επαγγελματικές ομάδες ζουν παρασιτικά κλπ ναι, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ να ερμηνεύεται ως επιλογή (λόγω DNA) η μόνη σχεδόν δυνατότητα επιβίωσης που προσφέρεται.
    Παρ' όλα αυτά καλό είναι να συζητήσουμε και αυτήν την άποψη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Στα πιο πεζα θεματα θα ηθελα να κανω δυο σχολια.
    ΠΡΩΤΟΝ.Οι πρωτοβουλιες της Διαμαντοπουλου για εκλογη πρυτανη εξω απο τη πανεπιστημιακη κοινοτητα ειναι απολυτως λαθος!
    ΔΕΥΤΕΡΟΝ.Η κυβερνηση μειωνει και αλλο τις δαπανες για τη παιδεια.Προκειται για πληγμα σε καθε προσδοκια αναπτυξης με μοχλο τη παιδεια,την ερευνα,τη καινοτομια.
    Επομενως θεωρω ορθη τη κριτικη αντιπολιτευτικη γραμμη της ΠΟΣΔΕΠ -προς το υπουργειο -και τις αντιστοιχες θεσεις της ΑΡ.ΜΕ δηλαδη της παραταξης των πανεπιστημιακων που προσκεινται στη ΔΗΜ.ΑΡ
    Ελπιζω στο προσεχες διαστημα να γινουν ολες οι απολυτως αναγκαιες προσπαθειες για να υπερισχυσει στο συνεδριο της ΠΟΣΔΕΠ η σημερινη πλειοψηφια ΜΕ τη συμμετοχη της ΑΡ.ΜΕ.Εχω την αισθηση οτι εχει το καταλληλο μειγμα πολιτικης.Και τη θεση ευθυνης για το μελλον των πανεπιστημιων αλλα και σοβαρη κριτικη στη κυβερνηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Η περιγραφή ενός προβλήματος εμπεριέχει σε κάποιο βαθμό και τη λύση του. Όσο πιο αντικειμενική είναι η περιγραφή τόσο λιγότερο η λύση του θα μοιάζει με τον «από μηχανής θεό» της αρχαίας τραγωδίας.
    Ο Μπαντουράκης ελπίζει ότι η «κοινωνία των πολιτών» μπορεί να δώσει λύση στην κατάντια των ΑΕΙ. Δηλαδή βλέπει λύση από μια περιοχή «έξω» από τα ίδια τα ΑΕΙ. Αλλά τα ΑΕΙ με τους καθηγητές τους φοιτητές και του διοικητικούς υπαλλήλους τους δεν είναι «εκτός» κοινωνίας αλλά κομμάτι της. Όπως και το πλάσμα που ονομάζεται « κοινωνία των πολιτών» δεν είναι εκτός της κοινωνίας γενικά. Αυτής που περιγράφεται ως ανίκανη να πειραματισθεί, να ξεφύγει από τις προκαταλήψεις, τα δόγματα και τις φαντασιώσεις που την ταλαιπωρούν και να δοκιμάσει κάτι καινούργιο.
    Ο Δημήτρης με τη σειρά του κάνει κριτική σε θέσεις που δεν υπάρχουν στο κείμενο. Ούτε για DNA μίλησε πουθενά, ούτε μοιάζει να υπερασπίζεται την «κάστα» των καθηγητών ο αρθρογράφος. Ο Δημήτρης μάλλον « διαβάζει πίσω από τις γραμμές» και κάνει «δίκη προθέσεων».
    Οσο για τον Ανώνυμο μου θυμίζει κλασσική περίπτωση κομμουνιστή «καθοδηγητή», δηλ αριστερού ιεροκήρυκα
    Θανάσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU