Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Μισθοί, ανταγωνιστικότητα και κόκκινες γραμμές

Το άρθρο αυτό προσπαθεί να φωτίσει την κατάσταση, αναζητώντας μια οικονομική λογική που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τον βάλτο: μια σχέση ανάμεσα στους μισθούς και στην ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης. Προσφέρει, δηλαδή, μια νέα οπτική που υπερβαίνει το διχαστικό τοπίο "τι λέει η Τρόικα – τι αντιτάσσουμε “εμείς”".
Aναπαράσταση μιας συζήτησης που δεν έγινε

από την Αντιγόνη Λυμπεράκη 
πηγή: Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου

1. Μια αναπαράσταση

Στη συζήτηση θεμάτων οικονομικής πολιτικής αρχίζουμε συνήθως από τη διάγνωση, εντοπίζουμε το πρόβλημα, εξετάζουμε τις εναλλακτικές και μετά προτείνουμε τις λύσεις. Στην περίπτωση του Νέου Μνημονίου δεν ίσχυσε αυτό: αρχίσαμε από μια μόνο προτεινόμενη λύση (τον περιορισμό του κόστους εργασίας) και προχωρήσαμε στον πυροβολισμό της μέσω σειράς αφορισμών, ρητορικών σχημάτων και υψηλόφωνων οιμωγών. 
Καθώς η διαπραγμάτευση γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες, η πλευρά που πυροβολούσε μάς πρόσφερε κάποια ελάχιστα ψήγματα πληροφόρησης. Η πλευρά της Τρόικας συντάσσει μεν Εκθέσεις, αλλά από τον Φεβρουάριο του 2011 «δεν δικαιούται διά να ομιλεί» ούτε να αναπτύσσει τις θέσεις της δημόσια. 
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε ένα πραγματικό οικονομικό επιχείρημα που κρύβεται πίσω από την κακοφωνία της επιλεκτικής πληροφόρησης, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ιατροδικαστικές μεθόδους. Πρέπει να αξιοποιήσουμε τα πειστήρια που είναι στα χέρια μας (τις σκόρπιες ψηφίδες πληροφόρησης) για να ανασυγκροτήσουμε το ουσιαστικό επιχείρημα πίσω από τις εκστρατείες δημοσίων σχέσεων.
Το άρθρο αυτό προσπαθεί να φωτίσει την κατάσταση, αναζητώντας μια οικονομική λογική που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τον βάλτο: μια σχέση ανάμεσα στους μισθούς και στην ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης. Προσφέρει, δηλαδή, μια νέα οπτική που υπερβαίνει το διχαστικό τοπίο «τι λέει η Τρόικα – τι αντιτάσσουμε “εμείς”».

2. "Συζήτηση" (sic) για τους μισθούς

Το θέμα των μισθών εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά και ορμητικά στην τελευταία πράξη του δράματος της διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, αντί της αναμενόμενης «τεχνικής συζήτησης» περί ανταλλαγής ομολόγων. Εκεί που περιμέναμε να μιλήσουμε για CDS, CDOs, PSI και άλλα αρκτικόλεξα, εμφανίστηκαν οι παλιοί μας γνώριμοι: κατώτατος μισθός, ωρίμανση – και μερικές νέες παρέες τύπου μετενέργειας. 
Συζήτηση, «που λέει ο λόγος», καθώς στο θέμα αυτό έχουμε αντικαταστήσει τους συνηθισμένους παράλληλους μονολόγους με αφηρημένο εικαστικό μοντερνισμό, χαράζοντας «κόκκινες γραμμές» από και προς πάσα κατεύθυνση...
Οι γραμμές πολλαπλασιάστηκαν τόσο ώστε οδηγούν σε μια καταθλιπτική μονοχρωμία απέραντου κόκκινου. Παρά ταύτα, οι εκπρόσωποι της Τρόικας συνέχισαν να επιμένουν ότι είναι αναγκαίο να περιοριστεί το μισθολογικό κόστος προκειμένου να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα. 
Ο εγχώριος αντίλογος (σε συνθήκες σπάνιας ομοψυχίας) επανέλαβε το εμπεδωμένο «Σύμβολο της Πίστεως» της ελληνικής ορθοδοξίας γύρω από την αγορά εργασίας
  • Ότι η εμμονή των «ξένων» με τους μισθούς είναι τιμωρητική. 
  • Ότι αποτελεί προϊόν δογματικών αγκυλώσεων... (ως γνωστόν, οι κοινωνικοί εταίροι, τα ερευνητικά τους ινστιτούτα και οι δημοσιογραφικοί σχολιασμοί δεν έχουν ποτέ δογματικές και ιδεολογικές δεσμεύσεις στη χώρα μας). 
  • Ότι η θέση τους μαρτυρά άγνοια των συνθηκών που επικρατούν στην ελληνική αγορά εργασίας (η ελληνική ιδιαιτερότητα για άλλη μια φορά στο προσκήνιο) και άλλα πολλά.
Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να αναπαραστήσω αυτή τη συζήτηση, σαν να γινόταν πραγματικά. 
  • Αρχίζουμε από τα πειστήρια: τα γραπτά της Τρόικας. 
  • Μετά έρχονται τα εννέα σημεία του εγχώριου αντίλογου. Σε κάθε σημείο του αντιλόγου διατυπώνονται παρατηρήσεις που θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος γνώστης της αγοράς εργασίας. 
Αυτή η αναπαράσταση ίσως να αποτυπώνει διαλόγους που έγιναν, όμως δεν προσεγγίζει τον πυρήνα του αρχικού επιχειρήματος, δηλαδή τη θετική οικονομική λογική για τον τρόπο με τον οποίο μια μείωση του εργατικού κόστους μπορεί να οδηγήσει σε ξεπέρασμα της κρίσης. 
  • Το τελευταίο τμήμα του κειμένου σκιαγραφεί ένα τέτοιο επιχείρημα, καταλήγοντας εκεί από όπου θα έπρεπε να είχαμε αρχίσει: μια οικονομική αλληλουχία σκέψεων που συνδέει την ευελιξία στην αγορά εργασίας τόσο με την οικονομική αποτελεσματικότητα, όσο και με την κοινωνική δικαιοσύνη. Και έτσι εξηγεί πως ο περιορισμός του μισθολογικού κόστους μπορεί να είναι εργαλείο εξόδου από την κρίση.
3. Τρόικα: τέσσερις παρατηρήσεις και μια πικρή αλήθεια

Στην τελευταία (5η) Έκθεση του ΔΝΤ (του Δεκεμβρίου 2011), μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα βασικότερα σημεία πάνω στα οποία θεμελιώνεται η αναγκαιότητα του περιορισμού των μισθών.[1] Αυτά είναι:
1. Απόλυτο ύψος κατώτατου μισθού: Ο κατώτατος μισθός ως ποσοστό της συνολικής παραγωγής κατά κεφαλή είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη (στο επίπεδο του Βελγίου, με 2 μόνο χώρες από τις 20 που έχουν κατώτατο μισθό να είναι ακριβότερες).

2. Διαχρονική αύξηση: Στην τελευταία δεκαετία (2001-2011) στις μισές χρονιές ο ρυθμός αύξησης ήταν υπερδιπλάσιος του μέσου όρου της ευρωζώνης, 4 χρονιές περίπου ίδιος και μόνο το 2010 δεν αυξήθηκε καθόλου.

3. Συγκρίσεις με άλλες χώρες ως προς την επιβάρυνση του κόστους εργασίας δείχνουν πως η σφήνα φορολόγησης του εισοδήματος από εργασία και των Κοινωνικών Εισφορών ως ποσοστό του ακαθάριστου εργατικού κόστους ήταν στην Ελλάδα πολύ μεγαλύτερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (34,15% για υγεία και σύνταξη) προστίθεται η ασφάλιση κατά της ανεργίας (4,0%), πλήθος συνεισπραττόμενων εισφορών, όπως στράτευση, Εργατική Εστία, προγράμματα αναψυχής κ.λπ. (6,21%) καθώς και η προσαύξηση των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (6,60%, για τουλάχιστον το 40% των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ).

4. Έλλειψη ευελιξίας και προσαρμοστικότητας: Το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον προσδιορισμό των μισθών δεν επιτρέπει προσαρμογές κάτω από το επίπεδο της Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΓΣΣΕ) αλλά και των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών που είναι ευμενέστερες κατά κανόνα. Αν και έχουν θεσπιστεί στα χαρτιά δυνατότητες εξαιρέσεων, στην πράξη παραμένουν ανενεργές. Έτσι η κάμψη της παραγωγής και η ύφεση μεταφράζεται ευθέως σε ανεργία και αυτή με τη σειρά της επιβαρύνει την ύφεση.

Πίσω από αυτές τις τέσσερις παρατηρήσεις κρύβεται μια πικρή αλήθεια: όλοι θέλουμε ψηλούς μισθούς αλλά πρέπει να τους «κερδίζουμε» με τον πλούτο που παράγουμε. Δεν αρκεί να τους νομοθετήσουμε.

4. "Εμείς": συνηγορία υπέρ της εγχώριας ορθοδοξίας και συντήρησης

Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν, ως γνωστόν, πίσω από κλεισμένες πόρτες. Αυτό που ακούγαμε εμείς ήταν ρητορικές αντιδράσεις της «δικής μας πλευράς» σε προτάσεις που είχαν τεθεί στο τραπέζι. Ο κατάλογος των αντιδράσεων αντιπροσωπεύει την ορθοδοξία στην ανάλυση της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα είναι, δηλαδή κάτι σαν Σύμβολο της Πίστεως, που το προσυπογράφουν αναλυτές, πολιτικοί, κοινωνικοί εταίροι και δημοσιογράφοι. Η απαρίθμηση αυτή συνοδεύεται από έναν αιρετικό σχολιασμό (που θα μπορούσε να προέρχεται και από τους καλβινιστές της Τρόικας).

[1] Το εργατικό κόστος, ακόμα και να συμπιεστεί, δεν θα βελτιώσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα, διότι αποτελεί μόλις το 20% του δείκτη!
● Πρώτον, το 20% δεν είναι καθόλου μικρό ποσοστό.

● Δεύτερον, αυτό το μέσο ποσοστό σημαίνει ότι σε ορισμένους κλάδους είναι πολύ ψηλότερο και αλλού πολύ χαμηλότερο συστατικό της ανταγωνιστικότητας. Στις δραστηριότητες εντάσεως εργασίας η μείωση του εργατικού κόστους είναι πολύ σημαντική για την ανταγωνιστικότητα. Επιπλέον, από κοινωνική άποψη, έχουν ιδιαίτερη σημασία οι δραστηριότητες εντάσεως εργασίας επειδή εκεί συγκεντρώνονται οι περισσότεροι/ες χαμηλά αμειβόμενοι/ες εργαζόμενοι/ες. Το αν συνεχίσουν να υπάρχουν (ή να επεκταθούν) οι θέσεις εργασίας σε αυτούς τους κλάδους έχει τεράστια σημασία.

● Τρίτον, δεν έχει τόση σημασία το απόλυτο ύψος, όσο η δυνατότητα προσαρμογών του συνολικού κόστους. Αν το 80% δεν μπορεί να προσαρμοστεί άμεσα, τότε ο επηρεασμός του 20% είναι ο μόνος δρόμος. Επειδή τα υπόλοιπα συστατικά της ανταγωνιστικότητας απέδειξαν πως δεν είναι επιδεκτικά άμεσης προσαρμογής μέσα από ρυθμίσεις και νόμους, τότε ας επικεντρωθούμε εκεί που μπορούμε: στο εργατικό κόστος (και μετά βλέπουμε).

[2] Οι περικοπές στους κατώτατους μισθούς δεν θα φέρουν μεγάλη διαφορά στο συνολικό μισθολογικό κόστος, επειδή αφορούν μόλις το 15% των απασχολουμένων.

● Το 15% δεν είναι μικρό μερίδιο. Επιπροσθέτως, αποτελεί κατά κανόνα την πύλη εισόδου στην απασχόληση. Αν οι σχετικά υψηλοί κατώτατοι μισθοί κλείνουν αυτή την είσοδο για άτομα χαμηλής παραγωγικότητας (που επηρεάζονται περισσότερο από τους κατώτατους μισθούς), τότε αποκλείεις τους πλέον ευάλωτους, δηλαδή τους «εκτός συστήματος».

● Η αναφορά στο 15% είναι παραπλανητική. Και τούτο διότι η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας αποτελεί τον οδηγό για μεγαλύτερες αυξήσεις σε 100 κλαδικές και περίπου 90 ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις που έπονται στις διαπραγματεύσεις.[2] Ο κατώτατος μισθός αποτελεί το εφαλτήριο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται το περίπλοκο σύστημα προνομίων και επιδομάτων... για τους «εντός συστήματος», στο όνομα των δεινών των «εκτός συστήματος».

● Είναι αξιοπερίεργο ότι εκείνοι που θεωρούν ασήμαντη το μερίδιο των κατώτατων μισθών στην οικονομία την ίδια στιγμή θεωρούν πως η επίδρασή τους στα έσοδα των Ασφαλιστικών Ταμείων θα είναι δραματικών διαστάσεων.

[3] Η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από «άλλους» παράγοντες.

● Ακούγονται το τελευταίο διάστημα επίσημες φωνές (υπουργοί, βουλευτές και –κυρίως– κοινωνικοί εταίροι) να κατακεραυνώνουν τη μονοδιάστατη ταύτιση της ανταγωνιστικότητας με το κόστος. Εκθειάζουν τα ποιοτικά συστατικά (σταθερότητα οικονομικού και θεσμικού περιβάλλοντος, διαφάνεια και λειτουργικότητα των κανόνων, εξορθολογισμός των ρυθμίσεων γύρω από το επιχειρείν, έμφαση στην ποιότητα, στην καινοτομία κ.λπ.). Θα ήταν καλοδεχούμενο το όψιμο ενδιαφέρον αν δεν ήταν προσχηματικό: οι ίδιοι έχουν απορροφήσει κονδύλια για καινοτομία και άνοιγμα σε νέες δεξιότητες και αγορές, με μηδαμινό αποτέλεσμα. Θα έπρεπε να ήταν λίγο πιο προσεκτικοί στις καταγγελίες τους. Δεν είναι.

● Είναι ακριβές ότι ο πραγματικός μακροχρόνιος στυλοβάτης της ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να είναι το χαμηλό κόστος (συμπεριλαμβανομένου και του εργατικού). Πάντα θα υπάρχουν χώρες που θα παράγουν φθηνότερα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι η σύνθεση της παραγωγής, δηλαδή το είδος των προϊόντων και των υπηρεσιών που παράγει μια οικονομία. Όταν παράγει μαζικά και τυποποιημένα αγαθά δεν μπορεί να τα πουλάει ακριβά. Η ποιοτική παραγωγή είναι ένας σωστός στόχος που εγγυάται και υψηλές αποδοχές. Αλλά οι υψηλές αποδοχές δεν φέρνουν ποιοτική παραγωγή.

● Η ποιοτική παραγωγή χρειάζεται συστατικά που για να τα οικοδομήσει μια χώρα παίρνει χρόνο και απαρέγκλιτη προσπάθεια. Χρειάζεται συνεργασία και προσεκτικά βήματα. Χρειάζεται εμπιστοσύνη[3]. Δεν είναι στρατηγική ταχείας απόδοσης. Δεν μπορείς να πεις: «δεν θα περιορίσω το απαγορευτικό μισθολογικό κόστος και το δυσβάσταχτο κόστος της κρατικής γραφειοκρατίας, επειδή θα καινοτομήσω και θα μετατρέψω τη δημοσιοϋπαλληλία σε παράδεισο αφιλοκερδούς προσφοράς»… Δεν μπορείς να το πεις επειδή κανείς δεν θα σε πιστέψει. Επειδή έχεις βγει από 15 συναπτά χρόνια ταχείας οικονομικής μεγέθυνσης και αφθονίας πόρων, που κατέληξαν να αποσαθρώσουν το παραγωγικό σύστημα και να επιβραβεύσουν αντιπαραγωγικές συμπεριφορές. Πικρό το ποτήρι της αλήθειας, αλλά πικρότερο το ψέμα που μας έφερε ως εδώ.

[4] Περιοριστικές παρεμβάσεις στο ύψος των μισθών θα προκαλέσουν εντονότερη ύφεση, χτυπώντας ευθέως τη ζήτηση.

● Σε μια χώρα με μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, όπως η Ελλάδα, η τόνωση των εγχώριων εισοδημάτων δεν είναι αποτελεσματική. Αν επιδιώξεις να τονώσεις τη ζήτηση αυξάνοντας τα εισοδήματα θα έχεις σχεδόν αμέσως αύξηση των εισαγωγών και μείωση της ζήτησης για εξαγωγές. Έτσι, θα τονώσεις την αποτελεσματική ζήτηση στη Γερμανία, αλλά η επίπτωση στην Ελλάδα θα είναι ασήμαντη.

● Αυτό εξάλλου διαπιστώθηκε με τα δύο «σοσιαλιστικά» πειράματα της δεκαετίας του 1980, της Γαλλίας με την πρώτη φάση του Μιτεράν (1981), και της Ελλάδας στη φάση Παπανδρέου-Αρσένη (1982-83). Και τα δύο κατέληξαν σε προβλήματα ισοζυγίου, που υποχρέωσαν την υιοθέτηση επώδυνων σταθεροποιητικών προγραμμάτων αμέσως μετά.

● Η βιώσιμη ενίσχυση της ζήτησης για την Ελλάδα θα επιτευχθεί από την τόνωση των εισοδημάτων στη Γερμανία και την ενίσχυση της ζήτησης για ελληνικές εξαγωγές. Αυτό εξαρτάται από τις συζητήσεις στο εσωτερικό της ΕΕ και εμείς το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε για να ωθήσουμε στην επιθυμητή κατεύθυνση είναι να εφαρμόσουμε αυτά τα οποία έχουμε δεσμευθεί ότι πρέπει να εφαρμόσουμε.

● Η ύφεση δεν οφείλεται τόσο στον περιορισμό των εισοδημάτων όσο στην πιστωτική ασφυξία (μείωση ρευστότητας) που προέκυψε από νομισματικούς παράγοντες: η φυγή καταθέσεων στο εξωτερικό, ο περιορισμός των πιστώσεων λόγω της επαπειλούμενης συρρίκνωσης στο ενεργητικό των Τραπεζών, και μια γενικότερη αβεβαιότητα και απαισιοδοξίας[4]. Συνεπώς, η υφεσιακή επίδραση των εισοδηματικών περικοπών δεν θα πρέπει να υπερτονίζεται.[5]

● Υπάρχει μια τάση να μιλάμε για την ελληνική οικονομία σαν να ήταν η οικονομία των ΗΠΑ και όχι μια μικρή και ανοιχτή οικονομία. Αυτό φτάνει στα όρια του «μακροοικονομικού μικρομεγαλισμού». Είναι το γνωστό σύνδρομο του φοιτητή που παρακολουθεί τις παραδόσεις στα 4 πρώτα κεφάλαια του εγχειριδίου, και αγνοεί το κεφάλαιο 5, για το Ισοζύγιο Πληρωμών (έλειπε, δεν ήταν «SOS», κ.λπ.).

[5] Οι μισθοί στην Ελλάδα δεν αυξήθηκαν πολύ σε «πραγματικούς» όρους – αν αφαιρέσουμε τον πληθωρισμό και αν συνεκτιμήσουμε την αύξηση της παραγωγικότητας.

● Αν αποπληθωρίσουμε τις μέσες ονομαστικές ετήσιες αυξήσεις του 5,1% για την περίοδο 2000 ως 2010, τότε έχουμε πραγματικές μέσες ετήσιες αυξήσεις της τάξης του 1,2%. Αυτό ακριβώς αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης. Δεν έχουν τόση σημασία οι «πραγματικές» αυξήσεις όταν υπάρχει πληθωρισμός. Αν βρισκόμασταν στην εποχή του εθνικού νομίσματος και της διολίσθησης, θα είχε νόημα μια τέτοια συζήτηση. Αλλά δεν είμαστε.

● Όσο για την παραγωγικότητα, η «αύξησή» της είναι η άλλη όψη του φαινομένου της μεγέθυνσης χωρίς δημιουργία απασχόλησης (jobless growth). Τα διαγράμματα της αύξησης της παραγωγικότητας δεν αντανακλούν δύναμη του παραγωγικού συστήματος αλλά αδυναμίες της αγοράς εργασίας. Η δυσκολία της οικονομίας να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας μέσα σε καθεστώς δημοσιονομικής και νομισματικής επέκτασης σημαίνει ακριβή εργασία, επιφυλακτικότητα σε προσλήψεις και δυσλειτουργίες της αγοράς εργασίας (και όχι αιτιολογία για μεγαλύτερες αυξήσεις στους τυχερούς «εντός συστήματος» – όπως και έγινε).

● Άλλωστε, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας (που αποτελεί τον πραγματικό δείκτη των επιδόσεων μιας οικονομίας) είναι καθηλωμένη εκεί που βρισκόταν πριν από 10 χρόνια, και υπολείπεται κατά 30% του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

[6] Οι μισθοί στην Ελλάδα είναι οι χαμηλότεροι στην Ευρώπη. Πόσο κάτω να πάνε; Στο επίπεδο της Ινδίας;

● Οι μισθοί στην Ελλάδα δεν είναι οι χαμηλότεροι στην Ευρώπη. Σε σύγκριση με τις οικονομίες που βρίσκονται σε πρόγραμμα διάσωσης (Ιρλανδία και Πορτογαλία) είναι αισθητά υψηλότεροι. Είναι επίσης υψηλότεροι από αυτούς της Ισπανίας.

● Κυκλοφορούν πολλά νούμερα αλλά συνήθως οι «συγκρίσεις» λησμονούν διάφορες ιδιαιτερότητες, π.χ. πόσες μηνιαίες καταβολές συγκροτούν έναν χρόνο: 12 μήνες, 14 μήνες; (ή μήπως 18, όπως στα ΕΛΠΕ;).

● Ασφαλώς το ίδιο απόλυτο ύψος του μισθού μπορεί να είναι χαμηλό (αν παράγεις πυρηνική τεχνολογία) ή υψηλό (αν πουλάς τουριστικές υπηρεσίες). Αν οι εργαζόμενοι στη δεύτερη περίπτωση αμείβονται με μισθούς της πρώτης, τότε οι μισθοί είναι γενναιόδωροι. Εμείς στην Ελλάδα δεν παράγουμε πυρηνική τεχνολογία.

● Εκτός από το επίπεδο του μισθού έχει μεγάλη σημασία η διαχρονική του μεταβολή. Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας οι μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (για 7 από τις 9 χρονιές με ρυθμό διπλάσιο και άνω).

● Τέλος, η διαδεδομένη αίσθηση ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί οφείλεται στην επιμονή των υψηλών τιμών στην αγορά (σε πείσμα της ύφεσης) αλλά και στις επιβαρύνσεις που προκαλούν οι ιδιωτικές δαπάνες για εκπαίδευση, υγεία, στεγαστικά δάνεια κ.λπ. (ατελή δημόσια αγαθά).

Στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει το πραγματικό ύψος των μισθών στην Ελλάδα. 
Τα στοιχεία που υπάρχουν είναι αποσπασματικά και συχνά υποκρύπτουν ιδιοτέλειες και «στρατηγικού τύπου απαντήσεις». 
Αναφέρονται οι μισθοί ανάλογα με τον στόχο που εξυπηρετείται κάθε φορά: χαμηλότεροι όταν πρόκειται για εισφοροδιαφυγή και για φορολογικές ελαφρύνσεις, υψηλότεροι στο τέλος της καριέρας όταν πρέπει να αυξηθεί το συντάξιμο ποσό, υπερωρίες αναφέρονται εκεί που δεν υπάρχουν και αποσιωπώνται εκεί που υπάρχουν (αλλά μπορεί να πληρώνονται και στις δύο περιπτώσεις, ή μόνο στην πρώτη)… 
Είναι τόσο δαιδαλώδες το τοπίο που ούτε καν οι ίδιοι οι δικαιούχοι δεν είναι σίγουροι τι ακριβώς ισχύει. 
Σε αυτή την αδιαφάνεια, οι «εντός συστήματος» ωφελούνται, και κερδίζουν πόντους μιλώντας υποτίθεται εξ ονόματος των «εκτός».
[7] Έχουμε, ήδη, υπερβολική ευελιξία. Οι αλλαγές στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και στις εργασιακές σχέσεις δεν θα βελτιώσουν τη λειτουργία της αγοράς εργασίας, επειδή το πρόβλημα δεν είναι η υπερβολική ρύθμιση, αλλά η απόλυτη ασυδοσία. Συνεπώς, οι αλλαγές θα φέρουν το Μεσαίωνα στην αγορά εργασίας.

● Οι ίδιοι οι πολέμιοι της ευελιξίας επικαλούνται την παράκαμψη των ρυθμίσεων στην πράξη. Για παράδειγμα, στα ξενοδοχεία, παρατηρείται το φαινόμενο «ομαδικής εισαγωγής» χαμηλόμισθων εργαζομένων από γειτονικές χώρες για την αντιμετώπιση των αναγκών της τουριστικής σεζόν. Η πρακτική αυτή αφήνει σε κατάσταση ανεργίας πολλούς και πολλές που αποκλείονται από τις προσλήψεις λόγω κόστους.

● Είναι ακριβές ότι επικρατούν πολλές και διαφορετικές συνθήκες προστασίας και ευπάθειας στην αγορά εργασίας. Αλλά η συνύπαρξή τους δεν είναι τυχαία ούτε συμπτωματική. Η άκαμπτη «προστασία» για κάποιους συνεπάγεται εμπόδια εισόδου και υποβάθμιση ευκαιριών απασχόλησης για τους υπόλοιπους.

● Είναι αλήθεια πως από το 1990 νομοθετούμε συνεχώς υπέρ της ευελιξίας. Το κάνουμε φωνασκώντας, σκιαμαχώντας, ρητορεύοντας αλλά μη εφαρμόζοντας. Έχουν γίνει διάφορες προσπάθειες εισαγωγής αυτού που λέγεται «ευελιξία στο περιθώριο». Δηλαδή ρυθμίσεις που χαλαρώνουν κάπως τους κανόνες, αλλά όχι για όλους, και κυρίως όχι για τους «κανονικούς» εργαζόμενους, μόνο για εκείνους που είναι στο περιθώριο (ή πιο σωστά, στο περιθώριο του περιθωρίου). Αυτή η συνταγή έχει εφαρμοστεί και αλλού, π.χ. Ισπανία, και είναι γνωστά τα αποτελέσματα: ξεκινάει σαν μια μεταβατική κατάσταση που μετά από λίγο γίνεται μόνιμη, και οδηγεί σε παγίωση των δύο ταχυτήτων στα προνόμια και στην προστασία. Το χειρότερο είναι ότι οι «μεταρρυθμίσεις δύο ταχυτήτων» (ή αλλιώς, μεταρρυθμίσεις στο περιθώριο της αγοράς εργασίας) οδηγούν, σε καιρό κρίσης, στο να καταστρέφονται θέσεις εργασίας σε δύο μέτωπα (και στο απροστάτευτο και στο προστατευμένο τμήμα της αγοράς εργασίας), ενώ οι νέες θέσεις μπορούν να δημιουργηθούν μόνο στο πρώτο.[6]

[8] Η μείωση του κατώτατου μισθού θα αυξήσει τη φτώχεια (που είναι ήδη υψηλή στην Ελλάδα).

● Η φτώχεια στην Ελλάδα οφείλεται κυρίως σε ασταθή και ασθενή σχέση με την αγορά εργασίας. Γι’ αυτό, η καλύτερη ασπίδα απέναντι στον κίνδυνο φτώχειας είναι η ύπαρξη δύο εισοδημάτων σε μια οικογένεια. Αν η μείωση των μισθών σώσει ή αυξήσει θέσεις εργασίας, τότε θα έχει σημαντική επίπτωση στην αντιμετώπιση της φτώχειας (εξαλείφοντας μια αιτία της).

● Η μείωση του κατώτατου μισθού αυξάνει την ανταγωνιστικότητα αλλά και τη φτώχεια. 
Το αντίθετο συμβαίνει με την αύξησή του. Δηλαδή, το εργαλείο των μισθών φέρνει αντίθετα αποτελέσματα σε δύο σημαντικά μέτωπα. Η διέξοδος εδώ είναι να υπάρχει ένας «κοινωνικός ιστός ασφάλειας» ως απάντηση στα κοινωνικά προβλήματα. 
Για τον λόγο αυτό το Μνημόνιο υποχρέωνε την ελληνική κυβέρνηση να προτείνει τη δημιουργία ενός «κοινωνικού ιστού» ως το «φθινόπωρο του 2011», με σκοπό να αποτελέσει αντίβαρο στα κοινωνικά αποτελέσματα της ύφεσης. 
Παρά τις υψηλόφωνες διαμαρτυρίες και καταγγελίες της ύφεσης και του Μνημονίου, αγνοήσαμε αυτή τη φιλολαϊκή προτροπή μεγαλοπρεπώς!
[9] Οι «ξένοι» δεν γνωρίζουν την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική αγορά εργασίας ούτε τις ιδιαιτερότητές της. Συνταγογραφούν «εν κενώ», ερήμην της ελληνικής ιδιαιτερότητας.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα είναι το προσφιλέστερο φάρμακο για πάσα νόσο. Όμως, αν εστιάσουμε στην κύρια ιδιαιτερότητα, δηλαδή στη σχέση προστατευμένου και μη προστατευμένου τομέα, η ιδιαιτερότητα συνηγορεί στην ανάγκη παρέμβασης στην αγορά εργασίας:

● Η Ελλάδα μπήκε στο κοινό νόμισμα με χαμηλή ανταγωνιστικότητα και ροπή προς την αστάθεια και τον πληθωρισμό. Τότε η οικονομία αύξησε όλα τα μεγέθη της εκτός από την απασχόληση.

● Την ίδια περίοδο, όχι απλώς παγίωσε αλλά επιδείνωσε την ισορροπία ανάμεσα στο τμήμα της οικονομίας που είναι ανοιχτό στον ανταγωνισμό (εμπορεύσιμος τομέας) και στο προστατευόμενο τμήμα με τη χαμηλή παραγωγικότητα[7].

● Συνεπώς, για κάθε 1 εργαζόμενο στον ανοιχτό και ανταγωνιστικό τομέα, αντιστοιχούν 3 άλλοι στον προστατευμένο τομέα χαμηλής παραγωγικότητας. Για να μοιραστεί η προστιθέμενη αξία τού ενός στους άλλους τρεις, χρειάζονται ρυθμίσεις, νόμοι, εφαρμοστικές διατάξεις, περιπτωσιολογικές παρεμβάσεις και ολόκληρο το οπλοστάσιο μιας αδηφάγας γραφειοκρατίας.

● Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο του κράτους στο ΑΕΠ αυξήθηκε από το ήδη υψηλό 44% το 2005 στο εντυπωσιακό («σοβιετικό» κατά τον Χ. Ιωάννου[8]) 53,6% το 2009.

● Σε ένα τέτοιο σύστημα οι κοινωνικοί εταίροι αντιπροσωπεύουν μικρό μόνο τμήμα το κόσμου που υποτίθεται πως εκπροσωπούν, και η βασική τους έγνοια είναι να διαφυλάξουν τα κεκτημένα του δικού τους ακροατηρίου (ελίτ του κόσμου της εργασίας, κρατικοδίαιτες δραστηριότητες, κλειστά επαγγέλματα, κλειστές αγορές κ.λπ.). Για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί κανείς να καταλάβει αν μιλάει συνδικαλιστής, εργοδότης ή έμπορος!

5. "Οικονομική ανάλυση": μια θετική αφήγηση

Αυτό που άκουγε η κοινή γνώμη όλο αυτό το διάστημα ήταν ο απόηχος μιας μάχης χαρακωμάτων, όπου «εμείς» (κυβέρνηση, βουλευτές και κοινωνικοί εταίροι) παίζαμε κατενάτσιο, επαναλαμβάνοντας το Σύμβολο της Πίστεως. 
Ας αλλάξουμε λίγο το παιχνίδι, δίνοντας τον λόγο στην οικονομική ανάλυση. Ας εξετάσουμε, δηλαδή, μια θετική αφήγηση με δύο διαστάσεις: Η μία έχει να κάνει με την οικονομική αποτελεσματικότητα, η άλλη με την κοινωνική δικαιοσύνη.

1. Αποτελεσματικότητα: Η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας θα προκύψει από μια ουσιαστική μετατόπιση πόρων και προσπάθειας από τον προστατευμένο στον ανοιχτό τομέα της οικονομίας.[9] Αυτό μπορεί να γίνει με κίνητρα που αλλάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού, χωρίς να ωθούν επιχειρήσεις και εργαζόμενους μακριά από τον ανταγωνισμό. Τούτο συνεπάγεται πως οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι απολύτως αναγκαίες (ακόμα κι αν η απόδοσή τους δεν θα είναι στιγμιαία).

Ο περιορισμός του μισθολογικού κόστους θα έχει δύο οφέλη: ένα άμεσο που προσφέρει ανάσα και πίστωση χρόνου σε επιχειρήσεις και δραστηριότητες που αλλιώς θα έκλειναν. Η διάσωση (για κάποιο διάστημα) παραγωγικού δυναμικού και θέσεων εργασίας είναι το πρώτο όφελος.

Το δεύτερο όφελος του μισθολογικού περιορισμού έχει να κάνει με την έμμεση υποβοήθηση της αναδιάρθρωσης της οικονομίας. 
Μέσω της αναδιάρθρωσης, η ανάκαμψη μεταφράζεται στη δημιουργία νέων βιώσιμων θέσεων εργασίας. 
Η αλλαγή ισορροπίας ανάμεσα σε «ανοιχτές στο ανταγωνισμό δραστηριότητες» (εμπορεύσιμος τομέας) και σε προστατευμένες (χαμηλής παραγωγικότητας) θα δώσει μια προοπτική, προοπτική που δεν θα υπήρχε αν επιδιώκαμε μια κεϋνσιανή αύξηση της ζήτησης. 
Θα συντελέσουν σε αυτό διάφοροι παράγοντες: Η συγκράτηση του κόστους στους εμπορεύσιμους τομείς και ο περιορισμός των παρασιτικών επιβαρύνσεων του δημοσίου και του προστατευμένου τομέα στην παραγωγή.
Ο δρόμος αυτός είναι μεν προτιμότερος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εύκολος και κυρίως ανώδυνος. Αντιθέτως, θα έχει πολλούς κραδασμούς, πολλά ατομικά και συλλογικά δράματα, μεγάλες πιέσεις και στερήσεις. Έχει ανασφάλεια και μεγάλες απώλειες. 
Οι αυτοματισμοί της αγοράς δεν επαρκούν για να βγούμε συντεταγμένα από το δύσκολο αυτό ταξίδι.

2. Δικαιοσύνη. Στο πεδίο αυτό θα βοηθήσει η δεύτερη διάσταση, η κοινωνική. Η ευελιξία στην αγορά εργασίας περιορίζει την απώλεια θέσεων εργασίας στην ύφεση, όπως διευκολύνει τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην ανάκαμψη. 
Ο λόγος που η Γερμανία έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει την κρίση με λίγες μόνο απώλειες στην απασχόληση είναι η προώθηση ρυθμίσεων ευελιξίας που έκανε η κυβέρνηση Σρέντερ (γνωστές ως Μεταρρυθμίσεις Hartz). 
Αυτή η σύνδεση ευελιξίας και απασχόλησης περιλαμβάνεται σε ποσοτικό υπόδειγμα που έχουν εκπονήσει οι οικονομολόγοι Ζωγραφάκης και Σπαθής.[10] Με βάση μοντέλο γενικής ισορροπίας και με τα πραγματοποιηθέντα μεγέθη περιορισμού του ελλείμματος, η ακαμψία οδηγεί σε σημαντική επιδείνωση. 
Αν οι μισθοί παρέμεναν άκαμπτοι το μοντέλο προέβλεπε 300.000 χαμένες θέσεις εργασίας και ύφεση 3,5%. Αντίθετα, η δυνατότητα προσαρμογής των μισθών θα περιόριζε θεαματικά τις απώλειες των θέσεων εργασίας στο ένα τρίτο (100.000) και την ύφεση στο 2%.

Δυστυχώς η πραγματικότητα αποδείχθηκε ακόμα ζοφερότερη. Η ύφεση το 2011 ήταν κοντά στο 6%, ενώ η ανεργία βρέθηκε στο 16% (810.000 άτομα τον Μάρτιο του 2011), δηλαδή σχεδόν 400.000 άνθρωποι πέρασαν από την απασχόληση στην ανεργία. 
Οι απώλειες ήταν και παραμένουν εστιασμένες αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Δηλαδή οι άνεργοι και οι άνεργες του ιδιωτικού τομέα πληρώνουν το τίμημα. 
Οι τιμές δεν έπεσαν, η ύφεση ήταν βαθύτερη, η ανεργία υψηλότερη. Θα μπορούσε άρα να ήταν διαφορετικά τα πράγματα; Μοντέλα όπως αυτό των Ζωγραφάκη και Σπαθή απαντούν πως ναι. 
  • Βασικές προϋποθέσεις είναι: πρώτον, η συντεταγμένη και συνειδητή «εσωτερική υποτίμηση». 
  • Και, δεύτερον, η λειτουργία των συνθηκών ανταγωνισμού ώστε να περιοριστούν οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Η έλλειψη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων εκδικείται.
Οι κακές επιδόσεις μας στη διάρκεια της ύφεσης, τόσο στο οικονομικό όσο και στο κοινωνικό μέτωπο, οφείλονται στο γεγονός ότι η ακαμψία είναι βαθιά ριζωμένη στο οικονομικό σύστημα
Είναι εμπεδωμένη στο σύστημα καθορισμού των αμοιβών, στις δαιδαλώδεις ρυθμίσεις που αποτρέπουν τις απολύσεις για ορισμένες κατηγορίες και οδηγούν σε απολύσεις άλλων απροστάτευτων κατηγοριών (με μικρότερες αποζημιώσεις), στην πεποίθηση πως τιμές και αμοιβές είναι μεγέθη που μπορεί να τα καθορίσει η πολιτική εξουσία με νόμους και διατάξεις, στην τεχνητή γενναιοδωρία γενικευμένων «ωριμάνσεων» και επιδομάτων. 
Όλα αυτά κλείνουν την πόρτα σε νέες προσλήψεις. 
Επιπλέον, η ακαμψία είναι ένας παράγοντας που διαιωνίζει την ανισότητα και την αδικία στην κοινωνία μας. 
Με μια πρόταση, η άκαμπτη δυσλειτουργία της αγοράς εργασίας (και ο μυωπικός τρόπος που την αντιλαμβανόμαστε) μας κάνει να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα που τιμωρεί τις πλέον αδύναμες ομάδες ανθρώπων, στον βωμό της διατήρησης μιας άδικης και αδιέξοδης ρύθμισης.
Το βασικό ερώτημα είναι αν θα πορευτούμε συντεταγμένα και με κριτήριο τη δίκαιη κατανομή των βαρών ή αν θα συνεχίσουμε στον δρόμο της οικονομικής καταστροφής και της επιλεκτικής προστασίας. 
Το ζητούμενο δεν είναι, όπως λένε μερικοί, η απορρύθμιση της εργασίας. 
Αντίθετα, στόχος πρέπει να είναι μια ενιαία ρύθμιση που επεκτείνει την προστασία και σε όσους ήταν «εκτός νυμφώνος» μέχρι τώρα. 
Αν επιλέξουμε τον δρόμο της ισότητας, θα έπρεπε να χαλαρώσουν κάπως οι ρυθμίσεις συνολικά, και –κυρίως– να γίνουν ενιαίες για όλους. 
Εμείς στην Ελλάδα, όταν έρχονταν οι υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Διεθνών Οργανισμών για χαλάρωση της προστασίας και εισαγωγή κάποιας ευελιξίας στην αγορά εργασίας, κλείναμε το μάτι στους «εντός» και νομοθετούσαμε «ευελιξία στο περιθώριο» που έπεφτε ολόκληρη στην πλάτη των «εκτός συστήματος» (γυναίκες, νέοι, μετανάστες κ.λπ.). Πήραμε όλες τις υποκριτικές και άδικες αποφάσεις. Και τώρα, στην ώρα της πικρής αλήθειας, συνεχίζουμε να πλειοδοτούμε σε βερμπαλισμό τραβώντας υποθετικές κόκκινες γραμμές εδώ κι εκεί.

6. Επίλογος: η ευελιξία ως εργαλείο εξόδου από την κρίση

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας θύελλας. 
Πληρώνει τον φουσκωμένο λογαριασμό που της απέστειλε μια πλημμυρίδα ρευστότητας. Μιας ρευστότητας που στήριξε επίπλαστες προσδοκίες, που οδήγησαν στην υπερχρέωση του δημοσίου και σε καταστροφικές εγχώριες ανατιμήσεις (συμπεριλαμβανομένου και του εργατικού κόστους). 
Έτσι καταστρέψαμε τον παραγωγικό τομέα.

Δυστυχώς δεν μπήκαμε στην κρίση με την ασπίδα που θεωρητικά θα έπρεπε να προσφέρουν 15 χρόνια ταχείας οικονομικής μεγέθυνσης. Μπήκαμε στην κρίση με τα βαρίδια μιας τεχνητής υπερθέρμανσης, αλλά και με οξυμένα όλα τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, με την ανταγωνιστικότητα σε υποχώρηση, με υψηλότερο πληθωρισμό και με τις προσδοκίες μας στο φουλ. 
Τώρα το φάρμακο της δημοσιονομικής περιστολής είναι αναπόφευκτο, αν θέλουμε να ξαναχτίσουμε αυτά που γκρεμίσαμε. Θα πρέπει τώρα να αναζητήσουμε νέες ισορροπίες στο παραγωγικό σύστημα. Δυστυχώς, αυτό θα πρέπει να το κάνουμε μέσα σε καθεστώς ύφεσης, στενότητας πόρων και εξωτερικής επιτήρησης.
Ποια διδάγματα μπορούμε να συνάγουμε από την ιατροδικαστική αναπαράσταση της αθέατης διαμάχης γύρω από τους μισθούς; 
«Εμείς» συμπεριφερθήκαμε σαν κάποιοι που απλώς ήθελαν να δείξουν ότι η Τρόικα δεν είχε δίκιο. Σαν ο στόχος μας να ήταν η αντικατάσταση αυτής από μια άλλη (καλύτερη) Τρόικα. 
Άρρητη υπόθεση σε αυτή την ιστορία ήταν πως η δουλειά της Τρόικας ήταν να προτείνει, και η δική μας να σχολιάζουμε (και ενίοτε, να αποκρούουμε). 
Αυτό που έλειπε και αυτό που μας χρειάζεται είναι μια αίσθηση ότι οφείλουμε στον εαυτό μας και στα παιδιά μας να πάρουμε την ευθύνη για τις δικές μας τύχες. Και στο θέμα των μισθών να αντιληφθούμε ότι δεν μπορεί ένας καλός μισθός να είναι «δώρο-προσφορά» μιας πολιτικής βούλησης, αλλά επιστέγασμα της ατομικής και συλλογικής μας προσπάθειας.

[1] Πίνακας 9, σελ. 47, της 5ης Έκθεσης του ΔΝΤ για την παρακολούθηση του Δανείου.

[2] Χρήστος Ιωάννου, «Τεκτονικές Αλλαγές στο Σύστημα Διαμόρφωσης των Μισθών», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 134-135 (2011), Α΄-Β΄ (σ. 133-164).

[3] Βλέπε Ηλίας Παπαϊωάννου, TEDx Academy, “Civic Capital(ism)”, YouTube για μια σύντομη και πολύ περιεκτική σύνοψη του επιχειρήματος περί εμπιστοσύνης και θεσμών.

[4] Χρυσάφης Ιορδάνογλου, «Το Μνημόνιο. Ένα Post Mortem», Athens Review of Books, τχ. 24, Δεκ. 2011.

[5] Άλλωστε, η κρίση ήρθε σαν το επιστέγασμα της συνεχούς αναθέρμανσης της οικονομίας, όχι της υποτονικότητας της ζήτησης. Ακριβώς αυτή η τεχνητή και παρατεταμένη αναθέρμανση ήταν βασική αιτία της όξυνσης των χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομίας (Δημήτρης Ιωάννου, «Η αναπόφευκτη “εσωτερική υποτίμηση”», Athens Review of Books, τχ. 26, Φεβρ. 2012).

[6] Tito Boeri, “Institutional Reforms and Dualism in European Labor Markets”, στο O. Ashenfelter, D. Card (ed.), Handbook of Labor Economics, Vol. 4B, Elsevier, 2011, pp. 1173-1236.

[7] Αρίστος Δοξιάδης, «Θεσμοί και Νοοτροπίες: η βάση της κρίσης και της ανάκαμψης», Διάλεξη στο Ινστιτούτο Διπλωματίας και Διεθνών Εξελίξεων, 20.12.2011. Είναι στα ελληνικά η ίδια διάλεξη που έκανε στα αγγλικά στο Yale(Stavros Niarchos Foundation Lecture), www.aristosd.posterous.com

[8] Χρήστος Ιωάννου, ό.π., σ. 139.

[9] Ο Αρίστος Δοξιάδης (ό.π.) υπολογίζει πως πρέπει να μετατοπιστούν περίπου 750.000 εργαζόμενοι –και αυτοαπασχολούμενοι– από τον προστατευμένο στο ανοιχτό τομέα (περίπου το 15% της συνολικής απασχόλησης).

[10] S. Zografakis, P. Spathis, “The Economic Crisis and the Labour Market”, στο S. Balfoussias, P. Hatzipanayotou, C. Kanellopoulos, Essays in Economics: Applied Studies of the Greek Economy, Centre of Planning and Economic Research, 50 Years Anniversary Publication, Αθήνα 2011.

11 σχόλια:

  1. Τόσος κόπος κ. Λυμπεράκη για να μας αποδείξετε ότι πρέπει να ζούμε με 400 ευρώ; Άξιος ο μισθός σας! Που προφανώς δεν είναι της κλίμακας με την οποία ασχολείται το άρθρο σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πρώτα έφυγαν οι καταθέσεις των ελλήνων απο τις ελληνικές τράπεζες.

    Μετά έφυγαν οι μη κρατικοδίαιτες ελληνικές επιχειρήσεις απο την ελληνική επικράτεια.

    Στο τέλος θα τα παρατήσουν και οι τελευταίοι έλληνες και ελληνίδες που εξακολουθούν να σκέφτονται, να γράφουν και να προτείνουν με αίσθημα ευθύνης.

    Και θα μείνουν μόνοι,οι ωραίοι σαν έλληνες, που αρνούνται να ακούσουν, αρνούνται να σκεφτούν, αρνούνται να απαντήσουν, αρνούνται στο κάτω-κάτω να σιωπήσουν όταν δεν έχουν τίποτα να πούν.

    Και ακόμα χειρότερα, δεν διστάζουν να χύσουν την χολή τους, σαν χυδαία γαρνιτούρα στην ανοησία των κομματικών συνθημάτων, που κατάφεραν να αποστηθίσουν, με μεγάλο κόπο στα κομματικά και συνδικαλιστικά έδρανα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν ο τύπος με την καραμπίνα στη Κομοτηνή διάβαζε the Athens Review of books ίσως σήμερα να μην έκανε το ντου...

    dimitris t

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. "Η φτώχεια στην Ελλάδα οφείλεται κυρίως σε ασταθή και ασθενή σχέση με την αγορά εργασίας. Γι’ αυτό, η καλύτερη ασπίδα απέναντι στον κίνδυνο φτώχειας είναι η ύπαρξη δύο εισοδημάτων σε μια οικογένεια. Αν η μείωση των μισθών σώσει ή αυξήσει θέσεις εργασίας, τότε θα έχει σημαντική επίπτωση στην αντιμετώπιση της φτώχειας (εξαλείφοντας μια αιτία της)."

    Δηλαδή, οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι οποίες κατά κανόνα ανήκουν σε γυναίκες πρέπει να πέσουν στον Καιάδα. Οι ομοφυλόφιλοι που δεν μπορούν να συνάψουν γάμο - στον Καιάδα.

    Κατά τα άλλα, είσαι και γυναίκα, και αυτοί που σε φιλοξενούν αριστεροί.

    Και ειςκατώτερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ετσι εγραψε η γυναικα την οποια πληρωνουμε ολοι ...στην παντειο, για να μην εχει ουτε μια δημοσιευση καποιο top-100 οικονομικο journal με referees ........

    Α ναι πως την ειπαμε την ΜΚΟ που ιδρυσε και την πληρωνουμε??

    Αυτα για να ξερουμε ποιοι γραφουν τι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Έγκυρη πληροφόρηση από τα έγκατα της Κουμουνδούρου... Μα τόσο μίσος ...και από ανθρώπους που θα αλλάξουν τον κόσμο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δηλαδη, η κριτικη ειναι μισος, ε; Φυσικα, να σας στενοχωρησουμε και να σας κατσει το παντεσπανι στο λαιμο;
    Αλλαξτε το ονομα σε "Νεοφιλελευθερη Στρουθοκαμηλο" για να ειστε μεσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Απόλυση με φαστ-τρακ από την Πάντειο,όπου τρώει τα λεφτά των ελλήνων φορολογουμένων για να συντηρεί το πελατειακό και διαπλεκόμενο κράτος των ΜΚΟ,και πρόσληψη στην HELESI PLC της Κομοτηνής για κανά χρόνο.
    Κατά προτίμηση καθαρίστρια με 500 ευρώ.
    Άντε μπας και ξελαμπικάρει το μυαλό..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. To επίπεδο των σχολίων που ακολουθούν το άρθρο είναι ενδεικτικό της πλήρους αδυναμίας να το αντικρούσουν.Όσο για τον έξυπνο τύπο που λέει οτι η Α.Λ. στερείται...δημοσιεύσεων βαράει εκ του ασφαλούς! Σιγά μην του κάνει αντίκρουση αποστέλλοντας κατάλογό τους. Τα συλληπητήριά μου στην ομαδούλα της ''ανατολίτικης'', μίζερης σκέψης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Μετά την επικρατούσα τον καιρό του 1ου Μνημονίου διαίρεση μεταξύ καλού ιδιωτικού τομέα και κακού δημόσιου, τώρα καλλιεργείται από τους ίδιους η διαίρεση μεταξύ των "εντός του συστήματος" και των "εκτός". Τέρμα πια ο κακός Δ.Υ που τον πληρώνουμε όλοι οι υπόλοιποι, ήρθε η σειρά της κακιάς ταμία του Σκλαβενίτη με "τον σχετικά υψηλό κατώτατο μισθό", που δεν επιτρέπει στους outsiders να μπουν εντός του συστήματος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Όλα τα λεφτά η τελευταία πρόταση: "Και στο θέμα των μισθών να αντιληφθούμε ότι δεν μπορεί ένας καλός μισθός να είναι «δώρο-προσφορά» μιας πολιτικής βούλησης, αλλά επιστέγασμα της ατομικής και συλλογικής μας προσπάθειας".
    Όντως ένας καλός μισθός δεν μπορεί να είναι, αλλά σίγουρα ένας κακός μισθός μπορεί να είναι "δώρο-προσφορά" της πολιτικής βούλησης του ΔΝΤ και του Παπαδήμου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU