Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Πες μου κάτι κεντροαριστερό...

Το κείμενο που ακολουθεί  -είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς μαζί του- ανοίγει μια συζήτηση για την ουσία του μεταρρυθμιστικού διλήμματος στην συγκυρία: υπάρχει πραγματικά δυνατότητα ενιαίας πολιτικής συγκρότησης και έκφρασης ενός προοδευτικού (κεντρώου, μεταρρυθμιστικού, κεντροαριστερού, μεσαίου κλπ) χώρου ή η εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ σημαίνει και την πραγματική ανυπαρξία ή α-δυνατότητα ενός τρίτου πόλου στην συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία; 
Και τι είναι τελικά το "Μεταρρυθμιστικό Κέντρο"; Μια τρίτη ιδεολογία ή απλά ένας χώρος συνάντησης/αναμέτρησης ή και συγκυριακής σύνθεσης/συνεργασίας των "Δύο Μεγάλων" χωρίς δική του ψυχή; (ΑΣ)**


Dì qualcosa di (centro-)sinistra ή γιατί το «μεταρρυθμιστικό κέντρο» δεν υπάρχει

του Γιάννη Μπαλαμπανίδη                                                    από τα ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ τχ. 121, σ. 7-10*
«Όταν με ρωτούν εάν η τομή ανάμεσα σε κόμματα της Δεξιάς και της Αριστεράς έχει ακόμη νόημα, το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι ότι αυτός που ρωτάει σίγουρα δεν είναι αριστερός.»Alain
Στις εκλογές του 2012, ανάμεσα στα πολλά πρωτόγνωρα της τελευταίας τριετίας, προέκυψε και ένας αγνώριστος πολιτικός χάρτης. Πολυδιάσπαση στα δεξιά, με κόμματα της λαϊκής Δεξιάς, της νεοφιλελεύθερης τάσης, ένα ανοιχτά ναζιστικό· μεγαλύτερη αναταραχή στα αριστερά: κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ σε θέση ουραγού, εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ, ανάδυση της ΔΗΜΑΡ. Ό,τι σταθερό, εξαερώνεται· πρώτα στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, τώρα στο πολιτικό.

Ένα χρόνο μετά, βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη μια συζήτηση για την ανα-συγκρότηση ενός «τρίτου πόλου», ενδιάμεσου μεταξύ των δύο μεγάλων παγιωμένων ανταγωνιστών ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ. Λογικό· με όρους ευρωπαϊκής πολιτικής, η Ελλάδα είναι ανορθογραφία, ιδίως στο κομμάτι που στην πολιτική τοπογραφία κείται αριστερά του Kέντρου: το ισοδύναμο της σοσιαλδημοκρατίας κόμμα έχει καταρρεύσει, ηγεμονεύει το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και συνολικά ο «κεντρο-αριστερός» χώρος διεκδικείται από τρία τουλάχιστον σχήματα.

Κάπως παράδοξοι είναι, όμως, οι όροι με τους οποίους διεξάγεται η συζήτηση. Σχηματοποιώντας: μια συζήτηση «από πάνω», ανάμεσα σε κύκλους και προσωπικότητες παρά σε πραγματικούς κοινωνικούς χώρους. Ακόμη περισσότερο παράδοξοι οι ιδεολογικο-πολιτικοί τονισμοί που μοιάζει να κυριαρχούν: στόχος ορίζεται συνήθως η συγκρότηση ενός «φιλελεύθερου, μεταρρυθμιστικού Κέντρου» με μια εσάνς της πάλαι ποτέ «κεντροαριστεράς» και σπανιότερα σοσιαλδημοκρατίας, και ως κοινοί τόποι η παραδοχή της αναγκαιότητας των «μεταρρυθμίσεων» (χωρίς, συνήθως, να εξειδικεύονται), η αποδοχή των καταναγκασμών που θέτει το διεθνές πλαίσιο των «αγορών», η καταγγελία των δυνάμεων της «συντήρησης» που υπεραμύνονται κεκτημένων και αγκυλώσεων του παρελθόντος, η δαιμονοποίηση του μεταπολιτευτικού «κρατισμού» και η σαφής επιλογή υπέρ του ιδιωτικού-επιχειρηματικού – κυρίως, η απόφανση ότι στα σημερινά εθνικά προβλήματα δεν υπάρχουν αριστερές ή δεξιές απαντήσεις.

Η πιο παράδοξη απόληξη αυτού του παστίς είναι το κάλεσμα για συσπείρωση σε μια ενιαία παράταξη δυνάμεων «μεταρρυθμιστικών» που ξεκινούν από την αριστερή ΔΗΜΑΡ, περνούν από το αναπόφευκτο ΠΑΣΟΚ και φτάνουν μέχρι τη ρητά νεοφιλελεύθερη ΔΡΑΣΗ. Αυτός ο σουρεαλιστικός μεταρρυθμιστικός συναγερμός, ωστόσο, είναι μια πολιτική α-δυνατότητα. Ένας χώρος που δεν μπορεί να υπάρξει – και αν συντεθεί εκ του προχείρου, λίγους θα αφορά και ελάχιστα πράγματα θα εκπροσωπεί. Σε μια φάση που κρίνεται η εθνική μας πορεία τα επόμενα χρόνια, οποιαδήποτε απόπειρα πολιτικής εκπροσώπησης οφείλει επί ποινή ανυποληψίας να συγκεντρώνει ορισμένες προϋποθέσεις. Ας πούμε, μια αφήγηση κι ένα πολιτικό σχέδιο για την κρίση και πέρα από αυτήν· μια ομόρροπη αξιακή πλαισίωση και πρόταση· μια ελάχιστη επαφή με το κοινωνικό πεδίο.

Εθνικό σχέδιο σημαίνει πολιτικό σχέδιο


Από την αρχή της κρίσης, αποκλειστικό πλαίσιο της εθνικής πολιτικής αποτέλεσαν οι «conditionalities», οι αυστηροί όροι της δανειακής σύμβασης. Ήταν όμως το Μνημόνιο ως ...

πρόταση πολιτικής η μοναδική, εξαναγκαστική επιλογή για να επανέλθει η ελληνική οικονομία σε βιώσιμο δρόμο; Ήταν, μήπως, μια «τεχνική», «πολιτικά ουδέτερη» δέσμη σκληρών μεν αλλά «αναγκαίων» ή «αναπόφευκτων» μεταρρυθμίσεων; Όχι ακριβώς.

Η ποικιλία κρίσεων που εκδηλώθηκαν σε χώρες της ευρωζώνης (κρίσεις δημοσίου χρέους, τραπεζικές, στεγαστικές) αντιμετωπίστηκε με μια συνταγή προσαρμογής «one-size-fits-all» σε μια συγκεκριμένη εκδοχή μιας συγκεκριμένης καπιταλιστικής ποικιλίας, της Ελεύθερης Οικονομίας της Αγοράς.[1] Μάλιστα, έπεσε δραματικά έξω από τις προβλέψεις της –ή δραματικά μέσα στη δραστικότητα των μετασχηματισμών που σκόπευε να προκαλέσει. Το Ινστιτούτο Bruegel έχει δείξει ότι τα προγράμματα σταθεροποίησης του ΔΝΤ έχουν πάντοτε αποτελέσματα πολύ χειρότερα από τα προβλεπόμενα (σε όρους ύφεσης, χρέους, ανεργίας ή προσαρμογής των τιμών), αλλά πουθενά, στις χώρες της ασιατικής κρίσης ή της Λατινικής Αμερικής, δεν ξαστόχησαν τόσο όσο στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία[2] –με την εξαίρεση του δείκτη «wage-based competitiveness» (της ανταγωνιστικότητας που βασίζεται στη μείωση των μισθών), της μόνης μεταρρύθμισης που προωθήθηκε απαράκαμπτα μέχρι τώρα (πέραν των δημοσιονομικών περικοπών).

Η πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ επιχαίρει για τη μείωση του ελλείμματος, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσω μείωσης των μισθών, την απελευθέρωση από τις «δυσκαμψίες» της αγοράς εργασίας (την κατάργηση ουσιαστικά των συλλογικών διαπραγματεύσεων) –την ώρα που αποδίδει την αστοχία του προγράμματος στην άνευρη πολιτική υποστήριξη και στην αντίσταση «συμφερόντων» (vested interests) στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις: στην απελευθέρωση της οικονομίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις απολύσεις στο Δημόσιο.[3] Η φόρμουλα απορρύθμιση + ιδιωτικοποίηση + φτηνή εργασία, όμως, μας είναι οικεία από τη Συναίνεση της Ουάσινγκτον,[4] το ιδεολογικο-πολιτικό πρόσημο της οποίας είναι περιττό να υπενθυμιστεί.

Η ελληνική οικονομία κατέρρευσε το 2009. Καμία χώρα με τέτοιο χρέος και έλλειμμα δεν θα μπορούσε να αποφύγει μια περίοδο λιτότητας, πέρα από μια συνήθη κυκλική ύφεση. Αλλά οι πολιτικές δυνάμεις που (δημιούργησαν και) διαχειρίστηκαν την κρίση δεν θέλησαν να προωθήσουν μια «δίκαιη λιτότητα», έναν ορθολογικό καταμερισμό των βαρών, ούτε επέλεξαν να προστατεύσουν από τις περικοπές κρίσιμα υποσυστήματα, όπως την παιδεία ή την υγεία (παρά μόνο την εθνική άμυνα) ή τις πιο ευάλωτες μερίδες του πληθυσμού. Η πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, το 2014, η διαρκής εξαγγελία ενός ανεύρετου εθνικού φορολογικού συστήματος (απλού, δίκαιου κλπ.) είναι απλώς «too little, too late». Το χειρότερο: αποδέχθηκαν χωρίς ενστάσεις μια μεταρρυθμιστική ατζέντα με σαφές πρόσημο, που προωθήθηκε με τη συνέργεια του ΔΝΤ, από μια Ευρώπη κυριαρχούμενη από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.

Σήμερα επείγει η ανάκαμψη, η ανίχνευση μιας νέας θέσης της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με εξειδίκευση στα δυνάμει συγκριτικά της πλεονεκτήματα (πέραν της οικοδομής ή του τουρισμού). Αλλά η στρατηγική επιλογή για τα επόμενα χρόνια γίνεται ήδη: η Ελλάδα, μια οικονομία άλλοτε stuck-in-the-middle, συμπιεζόμενη ανάμεσα στις οικονομίες «γνώσης-καινοτομίας» και στις οικονομίες «έντασης της εργασίας», οδηγείται μοιραία στη δεύτερη κατεύθυνση, σε μια φτηνιάρικη ανάπτυξη, βασισμένη στην απορρύθμιση και στους χαμηλούς (εξαιτίας της πρωτόγνωρης και ανεξέλεγκτης εφεδρικής ανεργίας) μισθούς.

Οποιαδήποτε «εθνική αφήγηση» φιλοδοξεί να υπερβεί την εποχή των μνημονίων θα πρέπει είτε να οικειοποιείται πλήρως αυτή τη δεξιόστροφη ατζέντα είτε να έρχεται σε ρήξη μαζί της –παρακολουθώντας, άλλωστε, το εθνικό αίτημα που εκφράστηκε στις εκλογές του 2012 για μια (συναινετική ή/και συγκρουσιακή) επαναδιαπραγμάτευση του προγράμματος. Εφόσον μιλάμε για έναν χώρο προοδευτικό, «κεντρο-αριστερό» κ.ο.κ., είναι σαφές ότι μια κάποια ρήξη με τη μνημονιακή ατζέντα είναι απαράβατος όρος για να συζητήσουμε περαιτέρω. Όπως και να το κάνουμε, η αποθέωση της ελεύθερης αγοράς, η συμπίεση της εργασίας, η μίνιμουμ δημόσια παρέμβαση, είναι πολιτικές επιλογές, πολιτικά πατενταρισμένες.

«Παναγιώτατε, τέλος όλα αυτά»[5]


Στους «μνημονιακούς» καιρούς, το παλαιότερο επιχείρημα ότι η διάκριση Αριστερά-Δεξιά έχει ξεπεραστεί διακινήθηκε από πολλές μεριές, ενώ νέες διαιρετικές τομές υποδείχθηκαν. Η Ελλάδα χωρίστηκε στα μπλοκ του ευρώ ή της δραχμής, των μεταρρυθμιστών και των αντιμεταρρυθμιστών, της εθνικής ενότητας για μια έξοδο από την κρίση σε ευρωπαϊκό δρόμο, της εθνικής-λαϊκής ενότητας για μια έξοδο από τη μνημονιακή καταστροφή, μέχρι και του αντιπολιτικού συναγερμού ενάντια συνολικά στο πολιτικό σύστημα (γεννώντας το τέρας της ΧΑ).

Είναι, λοιπόν, αλήθεια ότι στη χώρα μας η κλασική, καθολική πολιτική διαίρεση της νεωτερικότητας εξεμέτρησε τον βίο της; Ότι η βασική πολιτική αρχή δυιστικής οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών («organisation dualiste de nos sociétés»), όπως έχει αξεπέραστα γράψει ο Μαρσέλ Γκωσέ,[6] τελεύτησε υπό το βάρος της κρίσης; Πολίτες και κόμματα διαβάζουν πια τα πράγματα και τον κόσμο μέσα από διαφορετικά πρίσματα;
Η απάντηση θα ήταν «ναι και όχι». Ναι, διότι αν η τομή μνημόνιο-αντιμνημόνιο δεν είχε σχετικοποιήσει κάθε άλλη διάκριση, το «μετα-υλιστικό» σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ του Γ. Α. Παπανδρέου δεν θα εφάρμοζε κατά κεραία ένα πρόγραμμα σαν αυτό, η ΝΔ δεν θα έσερνε πρώτη τον αντιμνημονιακό χορό, ο ριζοσπαστικός ΣΥΡΙΖΑ δεν θα οικειοποιούνταν μοτίβα του παλαιού ΠΑΣΟΚ και δεν θα φλέρταρε με το τυπικά ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ, η ανανεωτική ΔΗΜΑΡ δεν θα συμμετείχε σε κυβέρνηση της οποίας πυρήνας είναι η αλήστου μνήμης ακροδεξιά Πολιτική Άνοιξη.

Αλλά και όχι, διότι η διάκριση Αριστερά-Δεξιά, αυτό το γνωσιακό σχήμα που μας επιτρέπει να κατανοούμε την πολιτική ως αυτό που είναι, ένας ριζικός ανταγωνισμός («antagonisme radical»),[7] και να τοποθετούμαστε εντός του, ήταν πάντα εδώ. Πολύ περισσότερο παρούσα είναι από τον περασμένο Ιούνιο, όταν η υπόθεση ΕΡΤ σήμανε μια αλλαγή παραδείγματος μαζί με τη διάλυση της τρικομματικής κυβέρνησης.

Η ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά, εκλογικά τραυματισμένη μετά την προσχώρησή της στο μνημονιακό στρατόπεδο, βρέθηκε να συγκυβερνά σε ένα πρωτοφανές συνεργατικό σχήμα με το καταρρεύσαν ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, από τη θέση τού σχετικά ισχυρότερου, αλλά όχι κυρίαρχου παίκτη. Στριμωγμένη σε μια άβολη συγκατοίκηση και στη δυσχερή διαχείριση ενός προγράμματος με διαλυτικές κοινωνικές συνέπειες, απασφάλισε, διεκδικώντας μια πολύ παραδοσιακή δεξιά ταυτότητα – μακριά από τις τριγωνοποιήσεις και τον μεσαίο χώρο της καραμανλικής εποχής.
Η στρατηγική που ξεκίνησε να εκδιπλώνεται δειλά με το καταχώνιασμα του νόμου για την ιθαγένεια, κορυφαίας προοδευτικής παρέμβασης της κυβέρνησης Γ. Α. Παπανδρέου, και με την απόρριψη της αναγκαιότητας για ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, κορυφώθηκε με την ανακοίνωση από τον γκροτέσκο Κεδίκογλου του ξαφνικού θανάτου της «κουλτουριάρικης» ΕΡΤ. Στο εξής, οι όποιες «μεταρρυθμίσεις» θα επιβάλλονται διά της πυγμής, με το Κοινοβούλιο σε ρόλο παρατηρητή (εφόσον η καταψήφιση νομοσχεδίου ισοδυναμεί με εκλογές) και με κλείσιμο του ματιού στα πιο συντηρητικά κοινωνικά αντανακλαστικά (ακόμη και προς τη ΧΑ, δια του γενικού γραμματέα της Κυβέρνησης μάλιστα).

Αν η έκβαση του προγράμματος σταθεροποίησης καθορίζει το μοντέλο ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα χρόνια, το συντηρητικό ύφος επιδιώκει να επενδύσει την αλλαγή εποχής με μια ιστορική ρεβάνς στο πεδίο των ιδεών και των αξιών. Ο λεπενικός Μάκης Βορίδης, από το βήμα του συνεδρίου της ΝΔ, συνέδεσε την ανάκαμψη με τη μεγάλη ιδεολογική «ήττα της Αριστεράς και [τη] νίκη της παράταξής μας»· ο πρόεδρος του Ινστιτούτου «Κ. Γ. Καραμανλής», Κωνσταντίνος Τασούλας, κήρυξε στη Βουλή την εκ δεξιών υπέρβαση της Μεταπολίτευσης: «μόνο η Αριστερά στην Ελλάδα, τα τελευταία 30 χρόνια, λέει την άποψή της. Εμείς ακούμε σαν χάνοι».

Το επεισόδιο της ΕΡΤ χώρισε και τους στρατηγικούς δρόμους των δύο πολιτικών δυνάμεων που διεκδικούν να εκφράσουν τον μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ χώρο. Η ΔΗΜΑΡ μοιάζει απελευθερωμένη να διαφοροποιείται από αυταρχικές «μεταρρυθμίσεις» ή σε αξιακά ζητήματα, όπως πρόσφατα η διδασκαλία των θρησκευτικών στο σχολείο –τοποθέτηση που ο ίδιος ο πρωθυπουργός κατακεραύνωσε, ενώπιον του μητροπολίτη Άνθιμου, μαζί με «εκείνους που τους ενοχλεί η θρησκευτική παράδοση της Ορθοδοξίας». Το ΠΑΣΟΚ, έχοντας κάνει τη μόνη ορθολογική για το ίδιο επιλογή, να συνεχίσει να υπάρχει όντας εντός κράτους-κυβέρνησης,[8] αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από αυτή την ατζέντα, χαρίζοντας ελαφρά τη καρδία προοδευτικές φιλελεύθερες αξίες στον εθνικό στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα.

Ωστόσο, η διαφοροποίηση αυτή είναι απαράκαμπτη για οποιαδήποτε απόπειρα συγκρότησης μιας πολιτικής θέσης που θα αφίσταται από τη διαπαιδαγώγηση της κοινωνίας υπό καθεστώς φόβου, πατερναλιστικής απειλής, αυταρχισμού και συντηρητικής αναδίπλωσης. Όμως, στη συζήτηση περί «μεταρρυθμιστικού, φιλελεύθερου, προοδευτικού Κέντρου» μοιάζει να λησμονείται η ισχυρή θέση του Νορμπέρτο Μπόμπιο, που στα 1996 είχε μεγάλη επιτυχία στους κόλπους τής τότε υπαρκτής κεντροαριστεράς. 

Στο βιβλίο του Δεξιά και Αριστερά, ο Μπόμπιο εξηγούσε ότι προσπάθησε να ανασυγκροτήσει θεωρητικά τη θεμελιώδη πολιτική διάκριση, ακριβώς επειδή στην Ιταλία, μετά την πολιτική κρίση των αρχών του ’90, διαχεόταν στον δημόσιο διάλογο η ιδέα ότι στη ρίζα της εθνικής κρίσης ήταν η «ηγεμονία των διανοουμένων της Αριστεράς» και ότι «μια κουλτούρα της Δεξιάς, που μέχρι τότε είχε κρατηθεί στο περιθώριο, έχει αποκτήσει και πάλι δύναμη διείσδυσης».[9]

Ο φόβος των μαζών


Μια τελευταία δομική αδυναμία της συζήτησης περί ενδιάμεσου μεταρρυθμιστικού χώρου είναι ένας ορισμένος ελιτισμός. Η σύνδεση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος με την τακτική ενοχοποίησης ως «συντεχνιακών»/«συντηρητικών» της μίας κοινωνικής ομάδας μετά την άλλη, που εγκαινίασε ο Γ. Α. Παπανδρέου, είναι ακόμη πιο παράταιρη, όταν συνοδεύεται με μια επίκληση της σοσιαλδημοκρατίας. 
Όσο αναντίρρητα λαϊκιστική είναι η υποδοχή κάθε αιτήματος ή ο απροϋπόθετος εναγκαλισμός με τον κακής ποιότητας καθ’ ημάς συνδικαλισμό, άλλο τόσο άστοχη είναι η παραγνώριση ότι η σοσιαλδημοκρατική «μορφή διακυβέρνησης» βασίστηκε σε μια οργανική σχέση με τον κόσμο της εργασίας.[10] Το σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς δεν ήταν άλλο από ένας δεσμός κυβέρνησης, κόμματος και οργανωμένων κοινωνικών συμφερόντων, μαζί με ένα αξιακό πλαίσιο αλληλεγγύης και πολιτικής μετριοπάθειας. 

Εκεί που η σοσιαλδημοκρατία πέτυχε να αντιμετωπίσει την κρίση του ’70 (Γερμανία, Αυστρία, Σκανδιναβία), το κατάφερε μέσα από ένα συμβιβαστικό quid pro quo με τα συνδικάτα: μισθολογική συγκράτηση και ήπια λιτότητα με αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεις κοινωνικής προστασίας, μείωσης των ανισοτήτων με αναδιανομή, αντικυκλική πολιτική· ό,τι ακριβώς δηλαδή δεν συνέβη στην Ελλάδα της κρίσης.
Ελιτισμός, όμως, είναι και μια άλλη εκούσια παραγνώριση. Τα κόμματα που εφάρμοσαν την πολιτική του Μνημονίου έχασαν τις κοινωνικές τους αναφορές. Όχι απλώς επειδή οι λαϊκιστικές δυνάμεις «μετακόμισαν» στον ΣΥΡΙΖΑ (ή αλλού δεξιότερα), κατά μία βολική αλλά ανεπαρκή ερμηνεία, αλλά κυρίως επειδή ταυτόχρονα τους εγκατέλειψαν τα πιο δυναμικά στρώματα του πληθυσμού. Οι μετρήσεις από τις εκλογές του 2012 και εξής δείχνουν ότι η ΝΔ και ιδίως το ΠΑΣΟΚ βασίζουν την εκλογική τους δύναμη στους συνταξιούχους, τους αγρότες και την περιφέρεια. Στα αριστερά του Κέντρου, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει να σταθεροποιήσει την προτίμηση των κλασικών outsiders, των ανέργων, των στρωμάτων νεαρής ηλικίας και υψηλότερης μόρφωσης, των αστικών κέντρων. 
Οι πιο δυναμικές μερίδες του πληθυσμού δεν υπέκυψαν τάχα μαζικά στις σειρήνες του λαϊκισμού· αντιδρούν σε ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που δεν τους προσφέρει παρά έναν ορίζοντα μιζέριας και ασύλληπτης ανεργίας στις πιο παραγωγικές ηλικίες (σχεδόν 60% στις ηλικίες 15-24 και 40% στις ηλικίες 25-34).
Κατόπιν όλων αυτών, ας αναρωτηθούμε: είναι δυνατή οποιαδήποτε συγκρότηση ενός μεταρρυθμιστικού, προοδευτικού, κεντροαριστερού, σοσιαλδημοκρατικού «πόλου/Κέντρου» με αυτούς τους όρους; Η απάντηση εδώ είναι όχι, μονολεκτικά. 

Η «στιγμή» είναι μακρο-ιστορικά κρίσιμη. 
Όπως το μπαλάκι του τένις στο Match Point του Γούντι Άλεν έχει χτυπήσει στο δίχτυ και αιωρείται χωρίς να ξέρουμε αν τελικά θα πέσει από τη μία ή την άλλη μεριά, έτσι και η προοπτική της χώρας παίζεται σε πολλά επίπεδα –οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, αξιακά. 
Οποιαδήποτε στρατηγική προϋποθέτει σαφήνεια, με όρους προγραμματικούς (εντός ή εκτός της αυταρχικής «μεταρρυθμιστικής» ατζέντας του Μνημονίου), με όρους αξιακούς-πολιτισμικούς (συντηρητική ή προοδευτική υπέρβαση της Μεταπολίτευσης), με όρους προτάγματος, δηλαδή εκπροσώπησης υπαρκτών κοινωνικών δυνάμεων. 
Μια «κεντρώα» απάντηση που δεν αφίσταται από τον μονόδρομο σημερινό «μεταρρυθμισμό», που συνομιλεί με τη σαμαρική Δεξιά παρά με τον έστω λαϊκιστικό ΣΥΡΙΖΑ (ή ακόμα χειρότερα διακινεί θεωρίες των «δύο άκρων»), είναι καταδικασμένη, στην καλύτερη περίπτωση, σε έναν ρόλο εμβαλωματικό. 
Υπό αυτό το πρίσμα, η διάκριση Αριστερά-Δεξιά σήμερα είναι πιο παρούσα από ποτέ –και καμία προσπάθεια πολιτικής (ανα-)συγκρότησης δεν μπορεί να την παρακάμψει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. «Liberal Market Economy», στην ορολογία των Hall και Soskice για τις ποικιλίες καπιταλισμού, στο περίφημο βιβλίο David Coates (επιμ.), Varieties of Capitalism, Varieties of Approaches, Palgrave MacMillan, Basingstoke 2005.
2. Bruegel, «EU-IMF Assistance to Euro-area Countries: An Early Assessment», Jean Pisani-Ferry / André Sapir / Guntram Wolff, Μάιος 2013.
3. IMF, GREECE, Country Report 13/154, Ιούνιος 2013.
4. Τη «μεταρρυθμιστική ατζέντα» αντιμετώπισης κρίσεων στον ώριμο καπιταλισμό, που καταστρώθηκε στη δεκαετία του 1980 από το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών των ρηγκανικών ΗΠΑ.
5. Αντώνης Σαμαράς, απευθυνόμενος στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο, ΔΕΘ, 7.9.2013.
6. Marchel Gauchet, «La droite et la gauche», στο Pierre Nora (επιμ.), Les lieux de mémoire, τόμ. 3: Les France. 1. Conflits et partages, Gallimard, Παρίσι 1992.
7. Αυτ., σ. 404.
8. Κατάληξη της πορείας απομάκρυνσής του από την κοινωνική του βάση και της πλήρους απορρόφησής του από το κράτος, όπως δείχνουν οι Κώστας Ελευθερίου / Χρύσανθος Τάσσης, ΠΑΣΟΚ. Η άνοδος και η πτώση (;) ενός ηγεμονικού κόμματος, Σαββάλας, Αθήνα 2013.
9. Νορμπέρτο Μπόμπιο, Δεξιά και Αριστερά. Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης, μτφρ. Ελεονώρα Ανδρεδάκη, Πόλις, Αθήνα 2006 [1995], σ. 66.
10. Βλ. το κλασικό Alain Bergounioux / Bernard Manin, Le régime social-démocrate, PUF, Παρίσι 1989.

*Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός επιστήμονας.

πηγή κειμένου  synchronathemata.gr

**το κείμενο "ανακάλυψε" ο Μάνος Ματσαγγάνης  - δημοσιεύεται με την ελπίδα ότι η συζήτηση που ξεκίνησε στο fb θα συνεχιστεί...

11 σχόλια:

  1. Το κείμενο είναι σημαντικό, γιατί θέτει ερωτήματα προγραμματικά, και σκιαγραφεί κατευθύνσεις πολιτικού πράττειν, οχι πολιτικού φαίνεσθαι.
    Το προγραμματικό είναι το σημαντικό. Εξ ού και η ριζική απόσταση που κρατώ, από όλη την "τοπολογική" συζήτηση περι φαίνεσθαι (τι είναι "κεντροαριστερά", τι ειναι "μεταρρυθμισμός", άν μπορεί κανείς να αγγίζει το "τοξικό" ΠΑΣΟΚ χωρίς να δηλητηριασθεί, αλλά και τι είναι "μνημονιακό" τι "αντιμνημονιακό" και τι ανάμεσό τους).
    Δικαια ή άδικα, μετά το 2011 ο "μεταρρυθμισμός των καλών προθέσεων" αλλά και ο "υπαρκτος εκσυγχρονισμός" ως έννοιες έχουν απαξιωθεί όπως ο "κομμουνισμός" μετά το 1989. Το δέ δίπολο "μνημονιακό" - "αντιμνημονιακό" ως κυρια συντακτική αρχή, οδηγεί στο "παράξενο ζώο" μιας συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (+ΔΗΜΑΡ?).
    Προγραμματική συζήτηση λοιπόν χρειάζεται. Με έννοιες κλειδιά, "επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας","συγκριτικά πλεονεκτηματα" και "κοινωνική συνοχή". Και μια υπερκείμενη συντακτική πολιτική δέσμευση που τις ενοποιεί: Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο, νέες κοινωνικές συμπράξεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το , όντως ενδιαφέρον, κείμενο έχει την εξής διάρθρωση
    α.-Η μεταρρυθμιστική κεντρώα σύγκληση (τύπου 58) είναι μια α-δυνατότητα
    β.-Το τρέχον μνημονιακό σχέδιο οδηγεί σε μια φτηνή ανάπτυξη ενώ Σήμερα «επείγει η ανάκαμψη, η ανίχνευση μιας νέας θέσης της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με εξειδίκευση στα δυνάμει συγκριτικά της πλεονεκτήματα (πέραν της οικοδομής ή του τουρισμού»
    γ.-Η διάκριση Αριστερά Δεξιά ισχύει ως υπόβαθρο της πολιτικής
    δ.-Χωρίς τη λαϊκή συστράτευση κατά του μνημονίου, έστω και με τις λαικιστικές εκδοχές της δεν υπάρχει διέξοδος
    Άρα;
    Το συμπέρασμα υπονοείται, χωρίς να αναφέρεται ρητά:
    Ενίσχυση του έλλογου Σύριζα ή των διαδικασιών εκτός Συριζα ( πχ «αριστερή»… στροφή Δημαρ) που ευνοούν την λεγόμενη « ανίχνευση μιας νέας θέσης της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με εξειδίκευση στα δυνάμει συγκριτικά της πλεονεκτήματα»
    Πρόκειται για εύλογη ευχή, που προσωπικά με συγκινεί, μόνο που αποσιωπά το πραγματικό επίδικο. Η διαδικασία «ρήξης» με το μνημόνιο, τι επιπτώσεις και για πόσο καιρό θα έχει στο οικονομικό επίπεδο αλλά ίσως και γεωπολιτικό επίπεδο;
    Σε όλη τη σχετική αφήγηση , κυρίως Συριζαικής προέλευσης, η περίοδος trans «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» είναι μικρή, υπονοεί κάτι σαν «blitzkrieg» ελάχιστου κόστους. Πρόκειται για ρομαντικό wishful thinking .Είναι η ίδια πολιτική α -δυνατότητα που περιγράφει ο αρθρογράφος από την άλλη σκοπιά.
    Προσωπικά περισσότερο με ελκύει η ανάγνωση ότι το σκηνικό βαδίζει σε ένα Compromesso Storico a la Ελληνικά, δηλαδή μια βασανιστική μεταμνημονιακή περίοδο αφανούς συναίνεσης , ρητορικών θεατρικών εξάρσεων και πολώσεων. Μια σειρά συμβολικών παραστάσεων και αναπαραστάσεων οδηγούν προς τα εκεί. Η οργανωμένη σύσσωμη τιμητική παρουσία της ηγεσίας του Συριζα προς τον διευθυντή του Mega, οι ύμνοι εντός Συριζα προς τους εκατομμυριούχους του, προετοιμάζουν το έδαφος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γεμιστε τις αδειες στανες με αγοπροβατα, φερτε αγελαδες ελευθερης βοσκης, βουβαλια στις λιμνες,κουνελια (οχι μονον Ιταλικα στα S-M)....φυτεψτε βικο και τριφυλλι στις χορτολιβαδικες εκτασεις, εκμεταλλευτειτε στο επακρον τις ακαλλιεργητες εκτασεις, καθαριστε τα κουφαρια απο τα βιομηχανοστασια του ν.1262 (οσα δεν εχουν ανακυκλωσει οι ρομα), αγοραστε φτηνα μεταχειρισμενα μηχανηματα απο Δ.Ευρωπη, στειστε ή αναστηστε παραγωγικες βιοτεχνιες και βιομηχανιες, τα φρουτα που περισσευουν χυμους και κονσερβες και οχι στις χωματερες οπως τις εποχες που δενατε τα σκυλια με δανεικα λουκανικα, καντε κοινε ςεπιχειρησεις με ξενους επνδυτες (οχι για να τους κλεψετε), δωστε ευακιριες για ξενες επενδυσεις, στειστε μια δεξια και μια "αριστερη" επενδυτικη τραπεζα (δοξα τω θεω του καπιταλισμου υπαρχει πλουσια και ευπορη μεσηλικη δεξια και "αριστερα"), αλληλογραφειστε με τις παλιες αγαπες του καλοκαιριου να ξαναελθουν στην Ελλαδα για τουρισμο, καντε και μερικα ξενογλωσσα πολυτεχνεια και πανεπιστημια και τοτε σε μια πενταετια θα δειτε μια αλλη ελλαδα να τραβαει την αναηφορα του ξεκολληματος απο τον πατο.

    Αφωτιστος Φιλελλην

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ΥΓ Τωρα που ολοκληρωσα αυτο το χριστουγεννιατικο σχολιο, διερωτωμαι εαν αυτα τα μετρα ειναι καταλληλα κυριως για την ανακουφιση των οικονομικων μεταναστων, διοτι το πλειστον των ελληνων συνεχιζουν να ζητουν εργασια γραφειου,δεκτες επισης οι θεσεις του υπευθυνου καταστηματος(manager ), παραγγελιοδοχου, οδηγου ή επιστατη και αλλων ισοδυναμων θεσεων εργασιας.

      Αφωτιστος Φιλελλην

      Διαγραφή
  4. Έγραψα στον τοίχο του Μ Ματσαγγάνη στο fb, όταν αναδημοσίευσε -με επαίνους- το κείμενο αυτό και δέχθηκε αμέσως μια δυσανεκτική αντιμετώπιση από άλλους εκ των 58:

    "Ετόλμησες Μάνο! (Να ανοίξεις τον διάλογο - ξέρω ότι δεν συμφωνείς με το άρθρο, άλλο εννοείς όταν λες "το καλύτερο (κριτικό) κείμενο") - ίσως έτσι, με την βοήθειά σου και μερικών ακόμη ψύχραιμων ξανανοίξει η συζήτηση των δυνάμεων της μεταρρύθμισης με κάθε πιθανό φορέα εξουσίας.
    Επί της ουσίας, κι εγώ διαφωνώ. Υπάρχει μεταρρυθμιστικό κέντρο. Όλα εκεί συμβαίνουν. Οι πολιτικές δυνάμεις ασκούν προεκλογικά "αριστερό" λόγο και όταν έρθουν στην εξουσία "δεξιά" πολιτική. Αυτός ο συνδυασμός είναι η σύγκλιση προς το κέντρο που υποχρεωτικά περνούν όλοι. Μπορεί το κέντρο να μην είναι η τρίτη ιδεολογία, αλλά αυτό είναι σύμφυτο με τον χαρακτήρα του: είναι η περιοχή που γεννιέται η συναίνεση, ο ρεαλισμός, η σύνθεση. Και αυτά δεν μπορούν να γίνουν στα πλαίσια μιας εκ των δυο ιδεολογιών - δεν κυβερνάς με ιδεολογία...
    Τέλος το κέντρο γεννά τις θεωρίες της εποχής, οι οποίες μετά αποκτούν τις ιδεολογικές τους πτέρυγες. Σήμερα το πολιτικό κέντρο αναπόφευκτα ταυτίζεται με το τρίτο σχέδιο που είναι η πολιτική οικολογία - θα διαχωριστεί και αυτή στην έξυπνη και την συντηρητική πτέρυγα κλπ Αλλά θα καλύψει όλο το φάσμα."
    Το ζήτημα είναι ότι όσοι δεν βλέπουν τις διαδικασίες "ελληνικού ιστορικού συμβιβασμού", βλέπουν μόνο έναν επελαύνοντα Συριζα και παρατάσσονται "απέναντι", στην λογική "ή αυτοί ή εμείς" του Συριζα από την ανάποδη... Αυτή η στάση επισκευάζει τα ανοίγματα στην παράταξη των απέναντι και ούτω καθεξής. Ο Συριζα επίσης είναι σχετικά στεγανός σε ιδέες συνεργασιών - έχει απωλέσει αυτό που είχε ο παλιός ΣΥΝ, που με την θεσμική παρουσία των ανανεωτικών ήταν ανοικτός στην κυκλοφορία τέτοιων ιδεών. Γι αυτό ο Δραγασάκης μιλά για βίαιη ωρίμανση.
    Δυστυχώς οι 58 έχουν καταφέρει να σταματήσει ο υπόρρητος έστω διάλογος, ο προετοιμαστικός για αυτό που αναπόφευκτα θα συμβεί - ή θα πρέπει να συμβεί- την επαύριο των εκλογών και εμφανίζουν έναν νεοδογματισμό που αποτρέπει συζητήσεις και επιτρέπει πατριωτισμούς και λοιδορίες: φανταζόμενοι τον Δραγασάκη, Σταθάκη, Τσακαλώτο ως νέους Στάλιν, νομίζουν ότι απαντούν στο ερώτημα "φτάσατε να συζητάτε με Βενιζέλο και Φαήλο, και δεν μπορείτε με τον Δραγασάκη;" - ο Μ Ματσαγγάνης, ο Α Δοξιάδης και άλλοι ευτυχώς, τείνουν να σπάσουν αυτά τα τείχη τιμώντας το ανοιχτό πνεύμα του προοδευτικού χώρου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εξαιρετική η ανάλυση σου για το Κέντρο! Απο τις καλύτερες που εχουν γραφτεί.

      Ομως η συλλογιστικη που αναπτύσσεις στη συνέχεια, οτι, δηλαδη, δεν εχουμε μπροστά μας ενα τοπίο απόλυτης δικομματικης πόλωσης, αλλα έναν εν σπέρματι Ιστορικό Συμβιβασμό, τον όποιον μαλιστα τορπιλιζουν οι 58!!!, αποτελει ενα τεράστιο λογικό άλμα. Δεν προκύπτει απο πουθενά.

      Εχω τη γνώμη, γενικότερα, οτι στην πολιτικη προεχει η εκτιμηση της εμπειρικης πραγματικότητας, αυτης που εχουμε μπροστα στα ματιά μας -αυτο αφορά και τις ποιότητες προσώπων, πχ. Τσακαλωτος, Μηλιος κλπ. Ειναι επικινδυνο, κατα τη γνώμη μου, να διαμορφώνουμε αποψη με βαση νοητικές έξισωσεις που παραβλέπουν την πραγματικότητα αυτη, η και προβολές προσωπικών επιθυμιών.

      Διαγραφή
    2. Αλίκη, είναι άλλο αυτό που βλέπουμε γραμμικά να εξελίσσεται και άλλες οι ριζικές ανάγκες της χώρας. Η απόλυτη δικομματική πόλωση είναι το θέαμα - μεταξύ των πολιτικών ελίτ δεν είναι και πραγματικότητα. Όπως το περιγράφει καιρό ο Γιάννης στο lls, είναι τελετουργικής φύσης, ανήκει στην έκφραση της διαμάχης μιας πολιτικής θεολογίας που απαιτείται για να ενταχθούμε και να δώσουμε την ψήφο μας, από συγκίνηση όχι από λογική.
      Με αυτήν την έννοια, η δαιμονοποίηση του αντιπάλου (όπως πχ κάνουν εξαρχής κυρίως οι πασοκογενείς των 58 αλλά και άλλοι φίλοι όπως πχ ο leo στην "μαργαρίτα") κάνει αδιαφανείς τις διεργασίες εθνικής αντιμετώπισης, κλείνει διαδρόμους επικοινωνίας και ενισχύει τα χαρακώματα και το τελετουργικό. Αυτό όμως είναι απολιτική στάση. Την επομένη των εκλογών, "νικητές" και "ηττημένοι" δεν θάχουν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν -όπως ήδη το κάνουν συντεχνιακά στην Βουλή και γίνονται όλοι/ες εκατομμυριούχοι), όμως "εμείς" δεν θάχουμε κανένα λόγο εξαντλημένοι/ες από εικονικές μάχες χωρίς ουσία - μόνο ο φανατισμός θα μείνει και ο όποιος ιστορικός συμβιβασμός θα έρθει -άκουσον, άκουσον- και ως παιδαγωγική επίπτωση των σοφών ημετέρων σε ένα πόπολο που "φανατίζεται"...
      Γι αυτό, η ψυχραιμία είναι ο καλύτερος σύμβουλος - ο διάλογος ακόμη καλύτερος - και η συζήτηση με τις ρεαλιστικές δυνάμεις του Συριζα απαραίτητη: τίποτα από τα τρία αυτά δεν προσφέρει (ακόμη ελπίζω) η κίνηση των 58. Που είναι το λογικό άλμα;

      Διαγραφή
    3. Δεν προκειται για δαιμονοποιηση αλλα για πολιτικη αντιπαράθεση στις θεσεις και πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ -εμπειρικη πραγματικότητα. Αλίμονο αν ένας πολιτικός χώρος δεν το κανει αυτο.

      Κατα τα αλλα, δεν μπορει μια πολιτικη ανάλυση να βασίζεται στο επιχείρημα οτι ο ΣΥΡΙΖΑ παραπλανα και δεν εννοει αυτα που λέει, οπότε δεν θα τα εφαρμόσει. Και να χτιζονται προτάσεις συναίνεσεων στη βαση αυτήν! Οι συναινέσεις προϋποθέτουν εκφρασμένη και δεσμευτική πολιτικη πρόταση, οχι εικασίες και ερμηνείες περι "τελετουργιας" κλπ.

      Αυτο που εσείς λέτε τελετουργία δεν ειναι καποια καινοφανης έννοια. Ειναι αυτο που γινεται μεχρι τωρα: προσχηματικος πολιτικός λόγος και κλείσιμο ματιού.
      Υποτιθεται ομως οτι αυτο ειναι παθογένεια που πρεπει να πολεμηθει. Οχι να θεωρείται δεδομένη, να νομιμοποιείται και να διαιωνίζεται!
      Αν οι 58 καταφέρουν να κάνουν έστω και μια αρχή προς αυτη την κατεύθυνση, θα εχουν προσφέρει σημαντική υπηρεσία στην πολιτικη μας ζωη.

      Διαγραφή
    4. Αλίκη, όλοι παραπλανούν. Τα δεδομένα που έχει κάποιος/α στα χέρια της είναι οι προγραμματικές συγκλίσεις επί του προκειμένου. Όταν αποκτήσουν οι 58 θα τις συγκρίνουμε με του Συριζα. Μέχρι τότε, ναι, είναι δαιμονοποίηση να λες ότι οι συριζαίοι είναι πιο επικίνδυνοι από την ΝΔ πχ. Γιατί αυτά λέγονται.

      Διαγραφή
    5. Την ώρα που έχουμε σε πολλά σημεία προγραμματική συμφωνία Δράσης Συριζα...! (μικρομεσαίοι, πλειστηριασμοί κα)

      Διαγραφή
  5. @ΑΦ...Ποιητή...
    Το σχόλιο σου θα μεταφερθεί στο LLS minor
    Χρόνια Πολλά

    @ΑΣ
    Ορθά τα σχολια σου στο FB
    Ας ελπίσουμε αναλόγως

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU