Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Slavoj Žižek: Το Όχι του ελληνικού δημοψηφίσματος μπορεί να επιβιώσει στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα θεσπίσει την υποχρεωτική της παράδοση, διεξάγοντας έναν υπομονετικό ανταρτοπόλεμο ενάντια στην οικονομική κατοχή

Grexit: Σωστό ή λάθος;

"το αληθινό θάρρος είναι να παραδεχθούμε ότι το φως στο τέλος του τούνελ πιθανώς να είναι το φως ενός άλλου τρένου που μας πλησιάζει από την αντίθετη κατεύθυνση"

  • Όπως το έθεσε ο Κρούγκμαν, "η ουσιαστική παράδοση δεν είναι αρκετή για τη Γερμανία, η οποία θέλει αλλαγή καθεστώτος και τη συνολική ταπείνωση - υπάρχει δε μια σημαντική φατρία που θέλει μόνο να εκδιώξει την Ελλάδα και θα καλωσόριζε λίγο ώς πολύ ένα αποτυχημένο κράτος ως προειδοποίηση για τους υπόλοιπους"
  • Ζητείται τώρα από τους Έλληνες να πληρώσουν το υψηλό τίμημα, αλλά όχι για μια ρεαλιστική προοπτική ανάπτυξης. Το τίμημα που τους ζητείται να πληρώσουν είναι για να διατηρηθεί το όνειρο άλλων (των ευρωκρατών)
  • Δεν υπάρχει καμία ψευδαίσθηση δημοκρατικής συνεργασίας και αλληλεγγύης στην Ε.Ε.: οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση έχει αποκλειστεί, η Ελλάδα βάναυσα εκβιάστηκε σε υποταγή και ήταν μια ηρωική πράξη από μόνη της να το δηλώσει αυτό δημοσίως.
  • Τι πρέπει να κάνει κάποιος μπροστά σε μια τέτοια απελπιστική κατάσταση; Πρέπει να αντισταθεί ιδιαίτερα στον πειρασμό ενός Grexit, μιας μεγάλης ηρωικής πράξης απόρριψης περαιτέρω ταπεινώσεων και εξόδου - προς ποια κατεύθυνση, αλήθεια; Σε τι είδους θετική τάξη μπαίνουμε; H επιλογή του Grexit εμφανίζεται ως το "πραγματικά αδύνατον", ως κάτι που θα οδηγούσε σε άμεση κοινωνική αποσύνθεση
  • Ένα απότομο Grexit τώρα θα οδηγούσε σε απόλυτη οικονομική και κοινωνική καταστροφή. Εκείνοι που χαράσσουν την οικονομική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζουν καλά πως μια τέτοια χειρονομία θα προκαλούσε άμεση περαιτέρω πτώση του βιοτικού επιπέδου κατά 30% (στην καλύτερη περίπτωση), προκαλώντας δυστυχία σε νέο δυσβάσταχτο επίπεδο, με την απειλή της λαϊκής αναταραχής, ακόμη και της στρατιωτικής δικτατορίας. Η προοπτική τέτοιων ηρωικών πράξεων είναι λοιπόν πειρασμός στον οποίο πρέπει να αντισταθούμε.
  • Υπάρχουν και εκκλήσεις για επιστροφή του ΣΥΡΙΖΑ στις ρίζες του: o ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έπρεπε να μετατραπεί σε ένα ακόμη κυβερνητικό κοινοβουλευτικό κόμμα, η πραγματική αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο από τα κάτω, από τον ίδιο τον κόσμο, από την αυτοοργάνωσή του, όχι από τους κρατικούς μηχανισμούς... Άλλη μια περίπτωση κενού κομπασμού, αφού αποφεύγει το καίριο πρόβλημα, που είναι το πώς θα διαχειριστείς τη διεθνή πίεση αναφορικά με το χρέος ή, γενικά, πώς θα ασκήσεις εξουσία και θα διοικήσεις το κράτος
  • Ερχόμαστε λοιπόν να απαιτήσουμε κάτι περισσότερο από την πολιτική δημοκρατία - τον εκδημοκρατισμό της κοινωνικής και οικονομικής ζωής
  • Σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία, η ριζοσπαστική χειραφετητική πολιτική αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκλησή της: πώς να σπρώξει τα πράγματα πριν τελειώσει το πρώτο ενθουσιώδες στάδιο, πώς να κάνει το επόμενο βήμα χωρίς να υποκύψει στην καταστροφή του "ολοκληρωτικού" πειρασμού - εν ολίγοις, πώς να πάει πιο πέρα από τον Μαντέλα χωρίς να γίνει Μουγκάμπε.
  • Το Όχι του ελληνικού δημοψηφίσματος μπορεί να επιβιώσει στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα θεσπίσει την υποχρεωτική της παράδοση, διεξάγοντας έναν υπομονετικό ανταρτοπόλεμο ενάντια στην οικονομική κατοχή.
Slavoj Žižek: Το θάρρος της απελπισίας
του Slavoj Žižek
Ο Giorgio Agamben δήλωσε σε συνέντευξή του ότι "η σκέψη είναι το θάρρος της απελπισίας" - εικόνα ιδιαίτερα σημαντική για την ιστορική μας στιγμή, για την οποία ακόμη και τα πιο απαισιόδοξα διαγνωστικά κατά κανόνα τελειώνουν με κεφάτο υπαινιγμό σε κάποια εκδοχή του παροιμιώδους φωτός στο τέλος του τούνελ. Το αληθινό θάρρος δεν είναι να φανταστείς μια εναλλακτική λύση, αλλά να δεχθείς τις συνέπειες του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη, ευδιάκριτη εναλλακτική λύση: το όνειρο μιας εναλλακτικής λύσης είναι σημάδι θεωρητικής δειλίας, λειτουργεί ως φετίχ που μας εμποδίζει να σκεφτούμε μέχρι τέλους το αδιέξοδο της κατάστασής μας. Εν ολίγοις, το αληθινό θάρρος είναι να παραδεχθούμε ότι το φως στο τέλος του τούνελ πιθανώς να είναι το φως ενός άλλου τρένου που μας πλησιάζει από την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα της ανάγκης ενός τέτοιου θάρρους από την Ελλάδα σήμερα.
Η διπλή αναστροφή που έκανε η ελληνική κρίση τον Ιούλιο του 2015 παρουσιάζεται ως βήμα όχι απλώς από την τραγωδία στην κωμωδία αλλά, όπως σημείωσε ο Στάθης Κουβελάκης, από τραγωδία γεμάτη κωμικές ανατροπές απευθείας σε ένα θέατρο του παραλόγου. Υπάρχει άλλος τρόπος να χαρακτηρίσουμε την πρωτοφανή αντιστροφή ενός άκρου στο αντίθετό του, που θα άφηνε έκθαμβο ακόμα και τον πιο δογματικό εγελιανό φιλόσοφο;
Κουρασμένος από τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις με τους αξιωματούχους της Ε.Ε., στις οποίες η μια ταπείνωση ακολουθούσε την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ εξήγγειλε το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου ρωτώντας τους Έλληνες πολίτες αν υποστηρίζουν ή απορρίπτουν την ευρωπαϊκή πρόταση των νέων μέτρων λιτότητας. Παρ' ότι η κυβέρνηση μόνη της ξεκάθαρα δήλωσε ότι υποστηρίζει το Όχι, το αποτέλεσμα ήταν και για την ίδια την κυβέρνηση έκπληξη: η εκπληκτικά συντριπτική πλειοψηφία άνω του 61% ψήφισε Όχι στον ευρωπαϊκό εκβιασμό. Φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν ότι το αποτέλεσμα -νίκη για την κυβέρνηση- ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για τον ίδιο τον Τσίπρα, που κρυφά ήλπιζε ότι η κυβέρνηση θα χάσει, έτσι ώστε μια ήττα να του επιτρέψει να γλιτώσει τον εξευτελισμό τού να υποκύψει στις απαιτήσεις της Ε.Ε. («πρέπει να σεβαστούμε τη φωνή των ψηφοφόρων»).
Ωστόσο, στην κυριολεξία το επόμενο πρωί, ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις και μέρες μετά η Ελλάδα διαπραγματεύθηκε μια πρόταση της Ε.Ε. που ήταν βασικά η ίδια με αυτήν που οι ψηφοφόροι απέρριψαν (σε κάποιες λεπτομέρειες ακόμα σκληρότερη) - εν ολίγοις έπραξε λες και η κυβέρνηση είχε χάσει, όχι κερδίσει, το δημοψήφισμα.

Το δημοψήφισμα και το θέατρο του παραλόγου

Πώς είναι δυνατόν ένα συντριπτικό Όχι στις μνημονιακές πολιτικές λιτότητας να ερμηνευθεί ως πράσινο φως για νέο Μνημόνιο; Η αίσθηση του παραλόγου δεν είναι μόνο προϊόν αυτής της απροσδόκητης ανατροπής. Προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι όλο αυτό εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, σαν το δημοψήφισμα να ήταν κάτι σαν συλλογική ψευδαίσθηση που ξαφνικά τελείωσε, αφήνοντάς μας να συνεχίσουμε ελεύθερα ό,τι κάναμε πριν. Αλλά επειδή δεν έχουμε γίνει όλοι λωτοφάγοι, ας δώσουμε τουλάχιστον μια σύντομη σύνοψη των όσων έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών. Από το πρωί της Δευτέρας, πριν ακόμα σβήσουν τελείως οι κραυγές νίκης στις πλατείες της χώρας, το θέατρο του παραλόγου ξεκίνησε.
Ο λαός, ακόμα στη χαρούμενη ομίχλη της Κυριακής, παρακολουθεί πώς ο εκπρόσωπος του 62% υποκύπτει στο 38% αμέσως μετά από μια θριαμβευτική νίκη για τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία. Αλλά το δημοψήφισμα συνέβη. Δεν ήταν μια ψευδαίσθηση από την οποία ο καθένας έχει πλέον συνέλθει. Αντιθέτως, η ψευδαίσθηση είναι η προσπάθεια να υποβαθμιστεί σε ένα προσωρινό ξέσπασμα πριν τη συνέχιση της πτωτικής πορείας προς το τρίτο Μνημόνιο.
Και τα πράγματα πήγαν προς αυτή την κατεύθυνση. Το βράδυ της 10ης Ιουλίου, το ελληνικό Κοινοβούλιο έδωσε στον Αλέξη Τσίπρα την εξουσιοδότηση να διαπραγματευθεί μια νέα συμφωνία διάσωσης, με 250 ψήφους υπέρ, κατά 32, αλλά 17 βουλευτές της κυβέρνησης δεν υποστήριξαν το σχέδιο, που σημαίνει ότι έλαβε περισσότερη υποστήριξη από τα κόμματα της αντιπολίτευσης από ό,τι από το δικό του κόμμα.
Έπειτα από ημέρες, η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, που κυριαρχείται από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τελευταίες προτάσεις της Ε.Ε. είναι «παράλογες» και «υπερβαίνουν τα όρια αντοχής της ελληνικής κοινωνίας» - αριστερός εξτρεμισμός; Αλλά το ίδιο το ΔΝΤ (σε αυτήν την περίπτωση η φωνή ενός ελάχιστα ορθολογικού καπιταλισμού) υποστήριξε ακριβώς την ίδια άποψη: Μελέτη του ...
ΔΝΤ που δημοσιεύθηκε μια ημέρα νωρίτερα έδειχνε ότι η Ελλάδα χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους από αυτήν που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ήταν διατεθειμένες να συμφωνήσουν. Ώς τότε οι ευρωπαϊκές χώρες θα έπρεπε να δώσουν στην Ελλάδα περίοδο χάριτος 30 χρόνων για την εξυπηρέτηση όλων των ευρωπαϊκών χρεών της, συμπεριλαμβανομένων των νέων δανείων, και μια δραματική επέκταση ωρίμανσης... Μην απορείτε γιατί ο ίδιος ο Τσίπρας μίλησε δημοσίως για την αμφιβολία του σχετικά με το σχέδιο διάσωσης:
"Δεν πιστεύουμε στα μέτρα που μας έχουν επιβληθεί", είπε ο Τσίπρας κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής του συνέντευξης καθιστώντας σαφές ότι τα υποστηρίζει εξαιτίας καθαρής απόγνωσης, ώστε να αποφύγει την πλήρη οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάρρευση. Οι ευρωκράτες χρησιμοποιούν τέτοιες ομολογίες με εκπληκτικό δόλο: Τώρα που η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε τους σκληρούς όρους, αμφιβάλλουν για την ειλικρίνεια και τη σοβαρότητα της δέσμευσής της. Πώς μπορεί ο Τσίπρας να αγωνιστεί πραγματικά για ένα πρόγραμμα που δεν πιστεύει; Πώς μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να δεσμευτεί πραγματικά για τη συμφωνία όταν διαφωνεί με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος;

Το πραγματικό πρόβλημα

Ωστόσο, δηλώσεις όπως αυτές του ΔΝΤ δείχνουν ότι το πραγματικό πρόβλημα εδράζεται αλλού. Πιστεύει πραγματικά η Ε.Ε. στο δικό της σχέδιο διάσωσης; Πιστεύει πραγματικά ότι τα βάναυσα επιβληθέντα μέτρα θα θέσουν σε κίνηση την οικονομική ανάπτυξη και θα καταστεί έτσι δυνατή η πληρωμή των οφειλών; Ή μήπως το απώτερο κίνητρο για τη στυγνή εκβιαστική πίεση προς την Ελλάδα δεν είναι αμιγώς οικονομικό (αφού είναι προφανώς παράλογη από οικονομικής απόψεως) αλλά πολιτικο-ιδεολογικό - ή, όπως το έθεσε ο Κρούγκμαν, "η ουσιαστική παράδοση δεν είναι αρκετή για τη Γερμανία, η οποία θέλει αλλαγή καθεστώτος και τη συνολική ταπείνωση - υπάρχει δε μια σημαντική φατρία που θέλει μόνο να εκδιώξει την Ελλάδα και θα καλωσόριζε λίγο ώς πολύ ένα αποτυχημένο κράτος ως προειδοποίηση για τους υπόλοιπους".
Θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πάντα τι φρίκη προκαλούσε ο ΣΥΡΙΖΑ στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα - ένας συντηρητικός Πολωνός ευρωβουλευτής έφτασε να απευθυνθεί ευθέως προς τον ελληνικό στρατό προτρέποντάς τον να κάνει πραξικόπημα για να σώσει τη χώρα...
Γιατί αυτή η φρίκη; Ζητείται τώρα από τους Έλληνες να πληρώσουν το υψηλό τίμημα, αλλά όχι για μια ρεαλιστική προοπτική ανάπτυξης. Το τίμημα που τους ζητείται να πληρώσουν είναι για να διατηρηθεί το όνειρο άλλων (των ευρωκρατών).
Ο Gilles Deleuze είπε πριν από δεκαετίες: "Si vous etez pris dans le reve de l'autre, vous etez foutus" (αν πιαστείς σε άλλου το όνειρο, την έχεις πατήσει) και αυτή είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται τώρα η Ελλάδα. Δεν ζητείται πια από τους Έλληνες να καταπιούν πολλά πικρά χάπια για ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης, τους ζητείται να υποφέρουν ώστε οι άλλοι να συνεχίσουν να ονειρεύονται το όνειρό τους ανενόχλητοι. Αυτός που χρειάζεται τώρα αφύπνιση δεν είναι η Ελλάδα, αλλά η Ευρώπη. Όποιος δεν είναι εγκλωβισμένος σε αυτό το όνειρο ξέρει τι μας περιμένει εάν τεθεί σε εφαρμογή το σχέδιο διάσωσης: ακόμα 90 δισεκατομμύρια και βάλε θα πεταχθούν στο καλάθι της Ελλάδας, αυξάνοντας το ελληνικό χρέος σε 400 δισεκατομμύρια και βάλε (και τα περισσότερα από αυτά θα επιστρέψουν γρήγορα στη Δυτική Ευρώπη - η πραγματική διάσωση είναι η διάσωση των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών, όχι της Ελλάδας), και μπορούμε να περιμένουμε την ίδια κρίση να εκραγεί σε κάνα - δυο χρόνια...
Αλλά ένα τέτοιο αποτέλεσμα στην πραγματικότητα είναι αποτυχία; Σε άμεσο επίπεδο, εάν κάποιος συγκρίνει το σχέδιο με το πραγματικό του αποτέλεσμα, προφανώς ναι. Σε βαθύτερο επίπεδο, ωστόσο, δεν μπορεί να αποφύγει την υποψία ότι ο πραγματικός στόχος είναι όχι να δώσουν στην Ελλάδα μια ευκαιρία, αλλά να τη μετατρέψουν σε μισο-κράτος, οικονομική αποικία υπό μόνιμη φτώχεια και εξάρτηση, ως προειδοποίηση προς τους άλλους. Αλλά σε ακόμα βαθύτερο επίπεδο, υπάρχει πάλι η αποτυχία - όχι της Ελλάδας, αλλά της ίδιας της Ευρώπης, του χειραφετητικού πυρήνα της ευρωπαϊκής κληρονομιάς.
Το Όχι του δημοψηφίσματος ήταν αναμφισβήτητα μια μεγάλη εθνικο-πολιτική πράξη: ενάντια σε μια καλο-συντονισμένη εχθρική προπαγάνδα που διέδιδε φόβους και ψέματα, χωρίς σαφή προοπτική για το τι βρίσκεται μπροστά μας, ενάντια σε όλες τις πραγματιστικές και "ρεαλιστικές" πιθανότητες, οι Έλληνες ηρωικά απέρριψαν τη βίαιη πίεση της Ε.Ε.
Το ελληνικό Όχι ήταν μια αυθεντική χειρονομία ελευθερίας και αυτονομίας, αλλά το μεγάλο ερώτημα παρέμενε, βέβαια, τι θα συνέβαινε την επόμενη μέρα, όταν επιστρέφαμε από την εκστατική άρνηση στην καθημερινή βρόμικη επιχείρηση - και εδώ, μια άλλη ενότητα προέκυψε, η ενότητα των "πραγματιστικών" δυνάμεων (ΣΥΡΙΖΑ και τα μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης) έναντι του ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς και της Χρυσής Αυγής. Αλλά αυτό σημαίνει ότι ο μεγάλος αγώνας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μάταιος, ότι το Όχι του δημοψηφίσματος ήταν απλώς μια συναισθηματική, κενή χειρονομία που προορίζεται να κάνει τη συνθηκολόγηση πιο απτή;
Αυτό που το ελληνικό Όχι και ο συνεπακόλουθος συμβιβασμός απέδειξε σαφώς είναι ότι δεν υπάρχει καμία ψευδαίσθηση δημοκρατικής συνεργασίας και αλληλεγγύης στην Ε.Ε.: οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση έχει αποκλειστεί, η Ελλάδα βάναυσα εκβιάστηκε σε υποταγή και ήταν μια ηρωική πράξη από μόνη της να το δηλώσει αυτό δημοσίως.
Το πραγματικά καταστροφικό γεγονός για την ελληνική κρίση είναι ότι τη στιγμή που η επιλογή παρουσιάστηκε ως επιλογή μεταξύ Grexit και συνθηκολόγησης με τις Βρυξέλλες, η μάχη είχε ήδη χαθεί. Και οι δύο όροι αυτής της επιλογής κινούνται μέσα στο κυρίαρχο ευρωκρατικό όραμα (θυμηθείτε ότι οι Γερμανοί σκληροπυρηνικοί αντι-Έλληνες όπως ο Σόιμπλε προτιμούν επίσης Grexit!). Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν πάλευε απλώς για μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους και για μεγαλύτερη εκ νέου χρηματοδότηση μέσα στις ίδιες συντεταγμένες, αλλά και για την αφύπνιση της Ευρώπης από τον δογματικό της λήθαργο.

Το δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρώπης και ο ΣΥΡΙΖΑ

Εκεί έγκειται το αυθεντικό μεγαλείο του ΣΥΡΙΖΑ: στον βαθμό που η εικόνα της λαϊκής αναταραχής στην Ελλάδα ήταν οι διαμαρτυρίες στην πλατεία Συντάγματος, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε ένα ηράκλειο έργο θεσπίζοντας τη μετάβαση από τη σύνταξη δυνάμεων στη δημιουργία παραδείγματος, τη μακροπρόθεσμη και υπομονετική εργασία της μετάφρασης της ενέργειας της εξέγερσης σε συγκεκριμένα μέτρα που θα αλλάξουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Πρέπει να είμαστε πολύ ακριβείς εδώ: το Όχι του ελληνικού δημοψηφίσματος δεν ήταν Όχι στη "λιτότητα" με την έννοια των αναγκαίων θυσιών και της σκληρής δουλειάς, αλλά Όχι στο όνειρο της Ε.Ε. να συνεχιστεί η κατάσταση με το "business as usual".
Ο Βαρουφάκης επανειλημμένα το κατέστησε σαφές: όχι άλλος δανεισμός αλλά συνολική ώθηση που απαιτείται για να δώσει στην ελληνική οικονομία μια ευκαιρία να ανακάμψει. Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα έπρεπε να είναι μια αύξηση της δημοκρατικής διαφάνειας των μηχανισμών εξουσίας. Οι δημοκρατικά εκλεγμένες κρατικές μηχανές μας όλο και περισσότερο επικαλύπτονται από πυκνό δίκτυο "συμφωνιών" και μη εκλεγμένων "ειδικών" οργάνων που καρπώνονται την πραγματική οικονομική (και στρατιωτική) δύναμη. Ιδού η περιγραφή του Βαρουφάκη για μια εξαιρετική στιγμή στις διαπραγματεύσεις του με τον Γερούν Ντάισελμπλουμ:
"Ήταν μια στιγμή που ο πρόεδρος του Eurogroup αποφάσισε να στραφεί εναντίον μας, να μας πετάξει έξω και να καταστήσει γνωστό ότι η Ελλάδα στην ουσία όδευε προς την έξοδο από την Ευρωζώνη. Υπάρχει μια σύμβαση που ορίζει ότι τα ανακοινωθέντα πρέπει να είναι ομόφωνα, και ο πρόεδρος δεν μπορεί απλώς να συγκαλέσει συνεδρίαση της Ευρωζώνης και να αποκλείσει ένα κράτος - μέλος. Και είπε: 'Ω, είμαι σίγουρος ότι μπορώ να το κάνω αυτό'. Γι' αυτό και ζήτησα νομική γνωμοδότηση. Δημιουργήθηκε αναστάτωση. Για περίπου 5-10 λεπτά η συνεδρίαση διακόπηκε, υπάλληλοι, αξιωματούχοι μιλούσαν ο ένας στον άλλο, στο τηλέφωνό τους, και τελικά κάποια αξιωματούχος, κάποια νομική ειδικός, μου είπε τα ακόλουθα λόγια:
Λοιπόν, το Eurogroup δεν υπάρχει νομικά, δεν υπάρχει κάποια συνθήκη που έχει ιδρύσει αυτό το όργανο. Οπότε αυτό που έχουμε είναι ένα άτυπο όργανο που έχει τη μεγαλύτερη δύναμη να καθορίζει τις ζωές των Ευρωπαίων. Δεν υπόκειται σε κανέναν, δεδομένου ότι δεν υπάρχει νομικά, δεν κρατούνται πρακτικά και είναι εμπιστευτικό. Έτσι κανένας πολίτης δεν ξέρει ποτέ τι λέγεται μέσα σε αυτό. Αυτές είναι αποφάσεις σχεδόν ζωής και θανάτου και κανένα μέλος δεν οφείλει να δώσει λόγο σε κανέναν".
Ακούγεται οικείο; Ναι, σε όποιον γνωρίζει πώς λειτουργεί σήμερα η κινεζική εξουσία, μετά την εφαρμογή από τον Deng Hsiao-Ping του μοναδικού διπλού συστήματος: η κρατική μηχανή και το νομικό σύστημα επικαλύπτονται από τους θεσμούς του κόμματος, που είναι στην κυριολεξία παράνομοι - ή, όπως ο He Weifang, καθηγητής Νομικής από το Πεκίνο, το έθεσε λακωνικά: "Ως οργανισμός, το κόμμα βρίσκεται εκτός και υπεράνω του νόμου. Θα έπρεπε να έχει μια νομική ταυτότητα, με άλλα λόγια, ένα πρόσωπο όπου κάποιος να κάνει μήνυση, αλλά δεν έχει καν καταχωρισθεί ως οργανισμός. Το κόμμα υπάρχει εκτός του νομικού συστήματος συνολικά". Όπως είπε και ο Mπένγιαμιν, η βία που εγκαθίδρυσε το κράτος παραμένει παρούσα, ενσωματώνεται σε έναν οργανισμό με ασαφές νομικό καθεστώς:
"Μοιάζει δύσκολο να κρύψεις έναν οργανισμό τόσο μεγάλο όσο το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ωστόσο αυτό καλλιεργεί τον παρασκηνιακό του ρόλο με φροντίδα. Τα μεγάλα τμήματα του κόμματος που ελέγχουν προσωπικό και ΜΜΕ κρατούν σκόπιμα χαμηλό δημόσιο προφίλ. Οι επιτροπές του κόμματος (γνωστές και ως 'μικρές ηγετικές ομάδες'), οι οποίες καθοδηγούν και καθορίζουν τις πολιτικές που ακολουθούν τα υπουργεία, τα οποία με τη σειρά τους πρέπει να τις εκτελέσουν, δουλεύουν κρυφά. Η συγκρότηση όλων αυτών των επιτροπών, και σε πολλές περιπτώσεις η ίδια τους η ύπαρξη, σπάνια αναφέρεται στα ΜΜΕ που ελέγχονται από το κράτος, πολλώ δε μάλλον ο τρόπος με τον οποίο καταλήγουν σε αποφάσεις" (Richard McGregor, The Party, London: Allen Lane 2010, σελ. 21).
Δεν είναι να αναρωτιέται κανείς αν ό,τι έγινε με τον Βαρουφάκη συνέβη και σε έναν Κινέζο αντιφρονούντα ο οποίος, πριν από μερικά χρόνια, επισήμως πήγε στο δικαστήριο και κατηγόρησε το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα ότι είναι ένοχο για τη σφαγή της Τιεν Αν Mιέν. Μετά από λίγους μήνες, έλαβε την εξής απάντηση από το υπουργείο Δικαιοσύνης: δεν μπορούσαν να προχωρήσουν στην εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς δεν υπάρχει επίσημα καταγεγραμμένος οργανισμός που να ονομάζεται "Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα" στην Κίνα... Και είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως η όψη αυτής της μη διαφάνειας της εξουσίας είναι ένας ψευδής ανθρωπισμός: μετά την ελληνική ήττα, υπάρχει βέβαια χρόνος για ανθρωπιστικές ανησυχίες.
Ο Ζαν - Κλοντ Γιούνκερ δήλωσε πρόσφατα σε συνέντευξή του ότι είναι πολύ ευτυχής για τη συμφωνία, διότι θα απαλύνει άμεσα τον πόνο του ελληνικού λαού που τον απασχολεί πολύ. Κλασικό σενάριο: Μετά την πολιτική καταστολή έρχεται η ανθρωπιστική ανησυχία και η βοήθεια... ακόμη και η αναβολή των πληρωμών του χρέους κ.λπ.

Grexit: Σωστό ή λάθος

Τι πρέπει να κάνει κάποιος μπροστά σε μια τέτοια απελπιστική κατάσταση; Πρέπει να αντισταθεί ιδιαίτερα στον πειρασμό ενός Grexit, μιας μεγάλης ηρωικής πράξης απόρριψης περαιτέρω ταπεινώσεων και εξόδου - προς ποια κατεύθυνση, αλήθεια; Σε τι είδους θετική τάξη μπαίνουμε; H επιλογή του Grexit εμφανίζεται ως το "πραγματικά αδύνατον", ως κάτι που θα οδηγούσε σε άμεση κοινωνική αποσύνθεση:
Λέει ο Κρούγκμαν: "Ο Τσίπρας προφανώς επέτρεψε στον εαυτό του να πειστεί, λίγο καιρό πριν, πως μια έξοδος από το ευρώ ήταν απολύτως αδύνατη. Φαίνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προχώρησε καν σε σχεδιασμό εκτάκτου ανάγκης για παράλληλο νόμισμα (ελπίζω να διαψευστώ). Αυτό τον άφησε σε απελπιστική διαπραγματευτική θέση". Το επιχείρημά του είναι πως το Grexit είναι κάτι "πραγματικά αδύνατον" το οποίο μπορεί εντούτοις να συμβεί με απρόβλεπτες συνέπειες και μόνο ως τέτοιο μπορεί να το διακινδυνεύσει: "Όλοι οι σοφοί που λένε πως το Grexit είναι αδύνατον, πως θα οδηγούσε σε πλήρη κατάρρευση, δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε. Όταν το λέω αυτό, δεν εννοώ ότι κάνουν απαραίτητα λάθος -θεωρώ ότι κάνουν- αλλά οποιοσδήποτε εκφράζει σιγουριά για οτιδήποτε σε αυτές τις συνθήκες απατάται. Αυτό που εννοώ, αντίθετα, είναι ότι κανείς δεν έχει εμπειρία από την κατάσταση που έχουμε μπροστά μας". (Κρούγκμαν, "Disaster In Europe"). Αν και επί της αρχής αυτό είναι αλήθεια, υπάρχουν παρ' όλα αυτά πολλές ενδείξεις ότι ένα απότομο Grexit τώρα θα οδηγούσε σε απόλυτη οικονομική και κοινωνική καταστροφή. Εκείνοι που χαράσσουν την οικονομική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζουν καλά πως μια τέτοια χειρονομία θα προκαλούσε άμεση περαιτέρω πτώση του βιοτικού επιπέδου κατά 30% (στην καλύτερη περίπτωση), προκαλώντας δυστυχία σε νέο δυσβάσταχτο επίπεδο, με την απειλή της λαϊκής αναταραχής, ακόμη και της στρατιωτικής δικτατορίας. Η προοπτική τέτοιων ηρωικών πράξεων είναι λοιπόν πειρασμός στον οποίο πρέπει να αντισταθούμε.
Μετά υπάρχουν και εκκλήσεις για επιστροφή του ΣΥΡΙΖΑ στις ρίζες του: o ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έπρεπε να μετατραπεί σε ένα ακόμη κυβερνητικό κοινοβουλευτικό κόμμα, η πραγματική αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο από τα κάτω, από τον ίδιο τον κόσμο, από την αυτοοργάνωσή του, όχι από τους κρατικούς μηχανισμούς... Άλλη μια περίπτωση κενού κομπασμού, αφού αποφεύγει το καίριο πρόβλημα, που είναι το πώς θα διαχειριστείς τη διεθνή πίεση αναφορικά με το χρέος ή, γενικά, πώς θα ασκήσεις εξουσία και θα διοικήσεις το κράτος. Η από τα κάτω αυτοοργάνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το κράτος, και το ερώτημα είναι πώς θα αναδιοργανώσεις τον κρατικό μηχανισμό για να τον κάνεις να λειτουργεί διαφορετικά.

Οι αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, "καθρέφτης" των αντιφάσεων στην Ε.Ε.

Παρ' όλα αυτά, δεν είναι αρκετό να πει κανείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε μια ηρωική μάχη, φτάνοντας στα όρια του εφικτού. Η μάχη συνεχίζεται. Συγκεκριμένα, μόλις ξεκίνησε. Αντί να βυθιζόμαστε στις "αντιφάσεις" της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ (μετά από ένα θριαμβευτικό Όχι κανείς δεν αποδέχεται το πρόγραμμα που απορρίφθηκε από τον λαό και μπαίνουμε σε λογική αλληλοκατηγοριών για το ποιος είναι ένοχος: μήπως η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ διέπραξε μια οπορτουνιστική "προδοσία" ή ήταν η Αριστερή Πλατφόρμα ανεύθυνη που τάσσεται υπέρ του Grexit;), καλύτερο θα ήταν να επικεντρωθούμε σε αυτό που κάνει ο εχθρός: Οι "αντιφάσεις" του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο καθρέφτης των "αντιφάσεων" του κατεστημένου της Ε.Ε. οι οποίες σταδιακά υπονομεύουν τα ίδια τα θεμέλια της ενωμένης Ευρώπης.
Με πρόσχημα τις "αντιφάσεις" του ΣΥΡΙΖΑ, επιστρέφεται στο κατεστημένο της Ε.Ε. το ίδιο του το μήνυμα στην πραγματική του μορφή. Και είναι αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα. Με έναν αδίστακτο πραγματισμό και με στυγνό υπολογισμό, θα πρέπει να αξιοποιήσει τις πιο μικρές ρωγμές στην πανοπλία του αντιπάλου. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όλους εκείνους που αντιστέκονται στις κυρίαρχες πολιτικές της Ε.Ε., από τους Βρετανούς συντηρητικούς μέχρι το UKIP στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θα πρέπει να φλερτάρει ξεδιάντροπα με τη Ρωσία και την Κίνα, παίζοντας με την ιδέα να δοθεί ένα νησί στη Ρωσία ως στρατιωτική βάση της στη Μεσόγειο μόνο και μόνο για να τρομοκρατήσει το ΝΑΤΟ. Για να παραφράσω τον Ντοστογιέφσκι, τώρα που ο Θεός της Ε.Ε. έχει αποτύχει, τα πάντα επιτρέπονται.
Όταν ακούει κανείς τα παράπονα πως η διοίκηση της Ε.Ε. αγνοεί βάναυσα τα δεινά του ελληνικού λαού στο πλαίσιο της τυφλής εμμονής να πειθαρχήσει και να ταπεινώσει τους Έλληνες, ότι ακόμη και χώρες της Νότιας Ευρώπης όπως η Ιταλία ή η Ισπανία δεν επέδειξαν καμία αλληλεγγύη στην Ελλάδα, η αντίδραση θα 'πρεπε να 'ναι: Μα γιατί εκπλησσόμαστε; Τι περίμεναν οι επικριτές; Πώς η διοίκηση της Ε.Ε. θα καταλάβαινε με μαγικό τρόπο τα επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ και θα συμμορφωνόταν με αυτά; H διοίκηση της Ε.Ε. κάνει απλώς αυτό που έκανε πάντα.
Μετά υπάρχει και η μομφή ότι η Ελλάδα αναζητάει βοήθεια στη Ρωσία και την Κίνα - λες και η ίδια η Ευρώπη δεν σπρώχνει την Ελλάδα προς αυτήν την κατεύθυνση με την ταπεινωτική πίεση που της ασκεί.
Μετά είναι και ο ισχυρισμός πως φαινόμενα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύουν ότι ο παραδοσιακός διαχωρισμός Αριστεράς / Δεξιάς έχει ξεπεραστεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα αποκαλείται Άκρα Αριστερά και η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία Άκρα Δεξιά, αλλά αυτά τα δύο κόμματα έχουν πολλά κοινά: αγωνίζονται για την εθνική κυριαρχία ενάντια στις πολυεθνικές. Ως εκ τούτου, είναι πολύ λογικό ότι στην ίδια την Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει συνασπιστεί με ένα μικρό δεξιό κόμμα που τάσσεται υπέρ της εθνικής κυριαρχίας.
Στις 22 Απριλίου 2015, ο Φρανσουά Ολάντ είπε στην τηλεόραση ότι η Μαρίν Λεπέν μιλάει σαν τον Ζορζ Μαρσέ (Γάλλο κομμουνιστή ηγέτη) τη δεκαετία του 1970 - η ίδια πατριωτική υπεράσπιση των δεινών των απλών Γάλλων που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από το διεθνές κεφάλαιο. Δεν είναι να απορεί κανείς που η Μαρίν Λεπέν υποστηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ... Παράξενος ισχυρισμός, που θυμίζει το παλιό φιλελεύθερο ρητό που λέει ότι ο φασισμός είναι επίσης ένα είδος σοσιαλισμού. Τη στιγμή όμως που μπαίνει στο κάδρο το θέμα των μεταναστών εργαζομένων, όλος ο παραλληλισμός καταρρέει.
Το κυρίαρχο πρόβλημα είναι πολύ πιο βασικό. Η επαναλαμβανόμενη ιστορία της σύγχρονης Αριστεράς προϋποθέτει έναν ηγέτη ή ένα κόμμα που εκλέγεται με καθολικό ενθουσιασμό, υποσχόμενο έναν "νέο κόσμο" (Μαντέλα, Λούλα) - αλλά μετά, νωρίτερα ή αργότερα, συχνά μετά από μερικά χρόνια, σκοντάφτει πάνω στο βασικό δίλημμα: τολμάμε να αγγίξουμε τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς ή αποφασίζουμε να "παίξουμε το παιχνίδι"; Αν ενοχλήσει κανείς τους μηχανισμούς, γρήγορα "τιμωρείται" από διαταραχές στην αγορά, οικονομικό χάος κ.ο.κ.

Το μάθημα από την ελληνική κρίση

Ο ηρωισμός του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι, αφού κέρδισε τη δημοκρατική πολιτική μάχη, ρίσκαρε ακόμη περισσότερο διαταράσσοντας την ομαλή λειτουργία του κεφαλαίου. Το μάθημα από την ελληνική κρίση είναι πως το κεφάλαιο, παρ' όλους τους φαντασιακούς συμβολισμούς του, είναι το "πραγματικό" μας. Δηλαδή, οι σημερινές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις διατηρούνται από τον συνδυασμό (επικάλυψη) διαφορετικών επιπέδων και αυτός ο συνδυασμός συνιστά και τη δύναμή τους: αγωνίζονται για την ("κανονική" κοινοβουλευτική) δημοκρατία κατά των αυταρχικών καθεστώτων, κατά του ρατσισμού και του σεξισμού, ιδιαίτερα του μίσους που στρέφεται κατά των μεταναστών και των προσφύγων, για το κράτος πρόνοιας ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, κατά της διαφθοράς στην πολιτική και την οικονομία (επιχειρήσεις που ρυπαίνουν το περιβάλλον κ.λπ.), για νέες μορφές δημοκρατίας που φτάνουν πέρα από τις πολυκομματικές τελετουργίες (συμμετοχή κ.λπ.) και, τέλος, αμφισβητούν καθεαυτό το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ιδέα μιας μη καπιταλιστικής κοινωνίας.
Δύο παγίδες πρέπει να αποφευχθούν εδώ: ο ψευδής ριζοσπαστισμός ("αυτό που πραγματικά μετράει είναι η κατάργηση του φιλελεύθερου - κοινοβουλευτικού καπιταλισμού, όλοι οι άλλοι αγώνες είναι δευτερεύοντες»), καθώς και η ψευδής αντίληψη του βαθμιαίου («τώρα αγωνιζόμαστε ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία υπέρ της δημοκρατίας, ξεχάστε τα σοσιαλιστικά σας όνειρα, αυτά έρχονται αργότερα - ίσως...»).
Όταν έχουμε να κάνουμε με έναν συγκεκριμένο αγώνα, το βασικό ερώτημα είναι: πώς η δέσμευσή μας σε αυτόν ή η αποδέσμευσή μας επηρεάζει άλλους αγώνες; Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν ξεκινά μια εξέγερση ενάντια σε ένα καταπιεστικό ημι-δημοκρατικό καθεστώς, όπως συνέβη στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής το 2011, είναι εύκολο να κινητοποιηθούν μεγάλες μάζες με συνθήματα τα οποία ικανοποιούν τα πλήθη - υπέρ της δημοκρατίας, κατά της διαφθοράς κ.λπ. Αλλά μετά, σταδιακά προσεγγίζουμε πιο δύσκολες επιλογές: όταν η εξέγερσή μας πετύχει τον άμεσο στόχο της, αντιλαμβανόμαστε πως αυτό που μας ενοχλούσε πραγματικά (η έλλειψη ελευθερίας, η ταπείνωση, η κοινωνική διαφθορά, η έλλειψη προοπτικής για αξιοπρεπή ζωή) συνεχίζεται ενδεδυμένο νέο μανδύα.
Στην Αίγυπτο οι διαδηλωτές κατάφεραν να ξεφορτωθούν το αυταρχικό καθεστώς Μουμπάρακ, αλλά η διαφθορά παρέμεινε και η προοπτική για αξιοπρεπή ζωή απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο. Μετά την ανατροπή του αυταρχικού καθεστώτος, τα τελευταία απομεινάρια της πατριαρχικής πρόνοιας για τους φτωχούς κατέρρευσαν, έτσι ώστε η νεοαποκτηθείσα ελευθερία να περιορίζεται εκ των πραγμάτων στην ελευθερία επιλογής της επιθυμητής μορφής δυστυχίας - η πλειοψηφία όχι μόνο παραμένει φτωχή, αλλά προστίθεται και η προσβολή στα δεινά της, της λένε ότι με δεδομένο ότι, είναι πλέον ελεύθερη, είναι υπεύθυνη και για τη φτώχεια της.
Σε μια τέτοια κατάσταση, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ήταν προβληματικός ο ίδιος ο στόχος μας, ότι ο στόχος δεν ήταν αρκετά συγκεκριμένος - ας πούμε, ότι η τυπική πολιτική δημοκρατία μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως η ίδια η μορφή της μη ελευθερίας: η πολιτική ελευθερία μπορεί εύκολα να προσφέρει το νομικό πλαίσιο για την οικονομική σκλαβιά, με τους μη προνομιούχους να πωλούν "ελεύθερα" τον εαυτό τους δούλο.
Ερχόμαστε λοιπόν να απαιτήσουμε κάτι περισσότερο από την πολιτική δημοκρατία - τον εκδημοκρατισμό της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Εν ολίγοις πρέπει να παραδεχτούμε πως το ότι αποτύχαμε να αξιοποιήσουμε πλήρως μια ευγενή αρχή (της δημοκρατικής ελευθερίας) είναι μια αδυναμία εγγενής στην ίδια την αρχή αυτή. Το να διδαχτούμε από την παραμόρφωση της έννοιας, από την ελλιπή υλοποίησή της, ώς τη στρέβλωση που είναι σύμφυτη με την έννοια αυτή, είναι το μεγάλο βήμα της πολιτικής παιδαγωγικής.

Το οπλοστάσιο της κυρίαρχης ιδεολογίας απέναντι στο ριζοσπαστικό συμπέρασμα

Η κυρίαρχη ιδεολογία κινητοποιεί εδώ ολόκληρο το οπλοστάσιό της για να μας εμποδίσει να φτάσουμε σε αυτό το ριζοσπαστικό συμπέρασμα. Αρχίζουν να μας λένε ότι η δημοκρατική ελευθερία φέρει τη δική της ευθύνη, ότι δεν έχουμε ακόμα ωριμάσει αν περιμένουμε πάρα πολλά από τη δημοκρατία. Με αυτόν τον τρόπο, μας κατηγορούν για την αποτυχία μας: σε μια ελεύθερη κοινωνία, μας λένε, είμαστε όλοι καπιταλιστές και επενδύουμε στις ζωές μας, αποφασίζοντας να επενδύσουμε περισσότερα στην εκπαίδευσή μας αντί στην καλοπέρασή μας αν θέλουμε να επιτύχουμε κ.λπ. Σε πιο άμεσο πολιτικό επίπεδο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική εκπόνησε λεπτομερή στρατηγική για το πώς να ελέγξει τις ζημιές υπάγοντας εκ νέου τη λαϊκή εξέγερση στους αποδεκτούς κοινοβουλευτικούς καπιταλιστικούς περιορισμούς - όπως έγινε με επιτυχία στη Νότια Αφρική μετά την πτώση του απαρτχάιντ, στις Φιλιππίνες μετά την πτώση του Μάρκος, στην Ινδονησία μετά την πτώση του Σουχάρτο κ.λπ.
Σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία, η ριζοσπαστική χειραφετητική πολιτική αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκλησή της: πώς να σπρώξει τα πράγματα πριν τελειώσει το πρώτο ενθουσιώδες στάδιο, πώς να κάνει το επόμενο βήμα χωρίς να υποκύψει στην καταστροφή του "ολοκληρωτικού" πειρασμού - εν ολίγοις, πώς να πάει πιο πέρα από τον Μαντέλα χωρίς να γίνει Μουγκάμπε.
Το θάρρος της απελπισίας είναι ζωτικής σημασίας σε αυτό το σημείο. Το Όχι του ελληνικού δημοψηφίσματος μπορεί να επιβιώσει στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα θεσπίσει την υποχρεωτική της παράδοση, διεξάγοντας έναν υπομονετικό ανταρτοπόλεμο ενάντια στην οικονομική κατοχή.

πηγή Η ΑΥΓΗ, μετάφραση: Έλλη Ζώτου, Αναστασία Γιάμαλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU