Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Προς ένα "αντιμνημονιακό" μνημόνιο;

...ή χωρίς καθόλου μνημόνιο;

από την Μεταρρύθμιση (του ειδικού συνεργάτη Τ.Χ.)

Μετεκλογικά διλήμματα
Οι εκλογές ανέδειξαν ως ζητούμενο των μελλοντικών εξελίξεων την αναζήτηση τρόπου παραμονής στο ευρώ με επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου. Ταυτόχρονα όμως ανέδειξαν και τα ψευτοδιλήμματα της διαμάχης περί δήθεν νομιμοποίησης της όποιας μελλοντικής ελληνικής κυβέρνησης μέσω της καταγγελίας ή μη των όρων του μνημονίου.

Το ζήτημα δεν ήταν ποτέ αυτό, και θεωρώ ότι η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου καταλαβαίνει πλέον καθαρά ότι οι αυταπάτες κοστίζουν. Μια μονομερής καταγγελία των δεσμεύσεων ενός κράτους θα αναιρούσε και τις υποχρεώσεις των άλλων μερών απέναντί του. Πολύ πριν προλάβει να αρνηθεί την πληρωμή των πιστωτών, η χώρα δεν θα μπορούσε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. 
Αντίθετα, το ζήτημα ήταν και είναι οι απαντήσεις που θα δοθούν σε δύο πολύ υπαρκτές προκλήσεις.

Η πρώτη πρόκληση σχετίζεται με τις ελάχιστες προϋποθέσεις ώστε μια ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση προς ένα ευνοϊκότερο μνημόνιο να μη περάσει πρώτα από την περαιτέρω χειροτέρευση της ήδη τραγικής κατάστασης της οικονομίας. 
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, γιατί ευνοϊκότεροι όροι δεν σημαίνουν γρηγορότερη αποδέσμευση από το όποιο μνημόνιο, αλλά το αντίθετο - προϋποθέτουν την επιμήκυνσή του ώστε να χαλαρώσουν τα μέτρα του! 
Όσο πιο έγκαιρα και με σαφήνεια γίνει αυτό τόσο το καλύτερο. Τέτοιες διαπραγματεύσεις παίρνουν χρόνο και το διάστημα πριν την κατάληξή τους δεν προβλέπεται να λειτουργήσει θετικά για την οικονομία, αλλά αντιθέτως θα αυξήσει τις πιθανότητες πηγαίνοντας για (επιπλέον) μαλλί, να βγούμε εμείς σαν χώρα κουρεμένοι.

Η δεύτερη πρόκληση είναι να προσδιορισθεί ποιά σημεία του μνημονίου επιδέχονται επαναδιαπραγμάτευση – το PSI, τα μέτρα ή η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών; 

Ρεαλιστικά, μόνο το δεύτερο μπορεί και πρέπει να γίνει τώρα. 
Ο λόγος δεν είναι ότι τα άλλα δύο δεν εμπεριέχουν προβλήματα προς λύση, αλλά το ότι λείπουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο γιατί δεν υπάρχει σχετική διάθεση από κανένα άλλο μέρος δυνητικά εμπλεκόμενο σε επαναδιαπραγμάτευση. 
Σε συνθήκες γενικευμένης οικονομικής κρίσης και χειροτέρευσης της ύφεσης σε χώρες με κοινά με την ελληνική κρίση χαρακτηριστικά, η συζήτηση για περαιτέρω οικονομική στήριξη και όχι τιμωρία της Ελλάδας ευνοεί και τις δικές τους αντίστοιχες πιθανότητες. Αντιθέτως, η συνεχής συζήτηση επαναδιαπραγμάτευσης του ελληνικού χρέους χειροτερεύει αυτόματα και το δικό τους χρέος μέσω των πιέσεων στα επιτόκια δανεισμού.

Αναδιαπραγμάτευση, αλλά πώς;

Μια απλή ματιά στους αριθμούς δείχνει (κυρίως στους ξένους) ότι δεν είναι τα "τοκογλυφικά" επιτόκια των κρατών δανειστών που οδήγησαν το ελληνικό χρέος στη στρατόσφαιρα, αλλά η προηγηθείσα άρνηση των ιδιωτών δανειστών να συνεχίσουν να κρατούν το κεφάλι τους βαθιά μέσα στην άμμο δανείζοντας με τους ίδιους όρους ελλειμματικές και πλεονασματικές χώρες. 
Την επανάληψη αυτού του σεναρίου εις βάρος τους φοβούνται κυρίως η Ισπανία και η Ιταλία όταν στη δική τους σημερινή κρίση βλέπουν τα πρώτα στάδια της ελληνικής.

Η κατανόησή του τί πραγματικά πληρώνει η Ελλάδα για την αποπληρωμή του χρέους συγκριτικά με άλλες χώρες εξηγεί γιατί η Ελλάδα δεν έχει ως συμμάχους της χώρες σαν την Ισπανία και Ιταλία, που ενώ έχουν κάθε λόγο να συμφωνούν σε πολιτικές χαλάρωσης της λιτότητας, πληρώνουν ακριβά οι ίδιες τη χωρίς αντίκρισμα μέχρι τώρα στήριξη της Ελλάδας. 
Το ίδιο κόστος, από εντελώς διαφορετική σκοπιά, φοβούνται ακόμα και ανερχόμενα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα, που βάζουν ως στόχο την αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ (Ολλανδία). Εξ’ ου και η σημασία να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά διλήμματα των δυνητικών συμμάχων της χώρας σε οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση, λόγω των πολύ λεπτών ισορροπιών που έχουν δημιουργηθεί στις σχέσεις Ελλάδας και πιστωτών.
Η επιδεινούμενη ύφεση καθιστά ήδη ξεπερασμένες τις μακροοικονομικές υποθέσεις των μνημονίων, και συνεπώς πιο λογική την επαναδιαπραγμάτευση της δέσμης συγκεκριμένων μέτρων του μνημονίου με στόχο την αντιστροφή του φαύλου κύκλου της ύφεσης. 
Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος τους χρέους συνδέεται πλέον με φορείς της ΕΕ (κράτη ή κεντρικές τράπεζες), ένας τέτοιος στόχος γίνεται ευκολότερα κοινός όσο πιο κοινά θα είναι και τα οφέλη, καθώς βαθύτερη ύφεση στην Ελλάδα σημαίνει μεγαλύτερο ρίσκο για τους φορολογούμενος των άλλων χωρών της ΕΕ. Ενισχύονται έτσι οι πιθανότητες αύξησης του ΑΕΠ και βελτιώνεται μακροπρόθεσμα η όποια βιωσιμότητα του χρέους. 
Γι αυτό και οι συνθήκες για επανεξέταση των μέτρων θα μπορούσαν τώρα να είναι ευνοϊκότερες, αν και τα χρονικά περιθώρια είναι πολύ στενά. Όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο η σύγκριση κόστους/οφέλους της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ θα γίνεται από τους εταίρους της Ελλάδας όλο και περισσότερο με μακροπρόθεσμα κριτήρια.
Σε αυτά τα πλαίσια, η ανοχή ή και στήριξη μιας αναθεώρησης των μέτρων έχει νόημα για τους δανειστές μόνο αν η συζήτηση επικεντρωθεί στο ποιά μέτρα χρειάζονται και στο πώς θα συμβάλλουν ώστε σταδιακά να μηδενιστεί το έλλειμμα του προϋπολογισμού, που αποτελεί και το βασικό λόγο δημιουργίας του χρέους και της υστέρησης της ανάπτυξης. 
Και αυτό που θα μπορούσε να είναι διαπραγματεύσιμο μετά τα αποτελέσματα των εκλογών, και μάλιστα με καλύτερους όρους από πριν (και λόγω εκλογών και λόγω ύφεσης), είναι το μέχρι πότε και πως θα πρέπει να μηδενισθεί το πρωτογενές έλλειμμα. Το αν θα πρέπει να μηδενιστεί δεν θα έπρεπε να συνδέεται με κανένα μνημόνιο. Αντίθετα, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να στραφεί το βάρος της δημοσιονομικής πολιτικής από την κατανάλωση στην ανάπτυξη.

Με την αριστερά πλέον ρυθμιστή των εξελίξεων, η ανάγκη να βασιστούν οι όποιες πρωτοβουλίες της στα δεδομένα είναι επιτακτική. 
Στις σημερινές συνθήκες το να αγνοεί κανείς πεισματικά το τί σημαίνει να πληρώνει το κράτος σε μόνιμη βάση 10%-15% περισσότερο από ότι εισπράττει δεν είναι αριστερό, είναι τρελό. Όσο τρελό είναι και να θεωρεί κανείς ότι η Ελλάδα θα κάνει εντός δύο ετών τις μεταρρυθμίσεις που η Ανατολική Γερμανία δεν έκανε σε είκοσι. 
Αριστερό θα μπορούσε να είναι το να ασκεί κανείς πίεση, όχι μόνο με επιχειρήματα αλλά και με συγκεκριμένες αναλύσεις που τα στηρίζουν, ώστε η επιμήκυνση που θα προκύψει να είναι προς όφελος της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας, που δεν καθορίζεται βέβαια μόνο από τον παρονομαστή του κόστους αλλά και από τον αριθμητή της προστιθέμενης αξίας.

Συνδέοντας το ελληνικό πρόβλημα με το ευρωπαϊκό και το διεθνές

Η αναζήτηση λοιπόν μιας λύσης περνάει πάνω από όλα μέσα από τη συζήτηση για τα μέτρα. 
Σ’ αυτή την αναζήτηση ξεκινώ με την εκτίμηση ότι ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού προβλήματος είναι τουλάχιστον ευρωπαϊκό, και συνεπώς καλύτερα διαπραγματεύεται κανείς τα μέτρα εντάσσοντάς τα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινών συμφερόντων.
Αυτό το πρόβλημα σχετίζεται με τρείς βασικές προκλήσεις που φέρνουν αντιμέτωπη την αριστερά με την πραγματικότητα. Η αντιμετώπιση δύο εξ αυτών, της οικονομικής και περιβαλλοντικής κρίσης, αποτελεί πεδίο ευνοϊκό για την αριστερά, αλλά η τρίτη, η αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, αποτελεί τη βασική της αδυναμία.
Η πρώτη πρόκληση σχετίζεται με την γενικευμένη πλέον παραδοχή ότι οι αγορές δεν αυτορυθμίζονται - και αυτό δεν αφορά μόνο την παροχή δημόσιων, αλλά και ιδιωτικών αγαθών, όπως απέδειξε η χρηματοοικονομική κρίση με τη μετατροπή του ιδιωτικού χρηματιστηριακού ρίσκου σε δημόσιο πιστωτικό αδιέξοδο. Γι αυτό και το ερώτημα, στην ΕΕ τουλάχιστον, δεν είναι αν θα υπάρχει δημόσια παρέμβαση στην οικονομία ή μη, αλλά τι είδους θα είναι αυτή.

Η δεύτερη πρόκληση σχετίζεται με τις συνέπειες της διευρυνόμενης παγκοσμίως συνειδητοποίησης ότι σ’ αυτό τον πλανήτη υπάρχει τόσο νερό, τόση γη, τόσα στόματα για να τραφούν, τόσες πρώτες ύλες
Καλές πρακτικές άλλων χωρών καταδεικνύουν ότι μπορεί να βρεθούν τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς το περιβάλλον σαν σύμμαχο, αντί για εχθρό των οικονομικών του δραστηριοτήτων. 
Tα τμήματα εκείνα της αριστεράς που κοιτάζουν μπροστά, κυρίως εκτός ελληνικών συνόρων, έχουν ήδη μετατρέψει την περιβαλλοντική πρόκληση σε ευκαιρία για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, τόσο από οικονομικής όσο και από οικολογικής σκοπιάς, μέσω συγκεκριμένων αξόνων δράσης που διαπερνούν ιδεολογικά σύνορα.

Αλλά υπάρχει και μια τρίτη πρόκληση, που η αριστερά γενικά μοιάζει να αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι. Προέρχεται από τις επιπτώσεις της δημογραφικής κρίσης στην κρατική παρέμβαση όπως την έζησε ο αναπτυγμένος κόσμος μέχρι τώρα. 
Η διευρυμένη καταστροφή του συσσωρευμένου πλούτου της απερχόμενης γενιάς και η υποθήκευση του όποιου μελλοντικού πλούτου της επόμενης είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο αγνοήθηκε μία απλή, αλλά πεισματική πραγματικότητα. Αυτή της σταδιακής μετατροπής της πληθυσμιακής πυραμίδας των δυτικών χωρών σε παραλληλόγραμμο
Αναπόφευκτη συνέπεια είναι τα συσσωρευμένα χρέη που προκαλούνται στις δαπάνες του κοινωνικού κράτους να προκαλούν εντάσεις ανάμεσα σε γενιές αφού το ισοζύγιο υποχρεώσεων και δικαιωμάτων βαραίνει συντριπτικά τη νέα γενιά όταν η σχετική σύγκριση γίνεται ανάμεσα σε γενιές αντί για το εσωτερικό της κάθε μίας.

Προτεραιότητες

Η μετάφραση αυτού του προβλήματος στα ελληνικά δρώμενα περνάει αναπόφευκτα μέσα από την ανάγκη μεταρρύθμισης του ρόλου του κρατικού τομέα. Μέτρα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας προϋπήρχαν της κρίσης, αλλά συνθλίβονταν ανάμεσα στην αναποτελεσματικότητα, τη διαφθορά και τον κομματισμό του κράτους.
Εξ αυτού και η ανάγκη να μπει σαν πρώτη προτεραιότητα η μεταρρύθμιση αυτού του κράτους με προϋπόθεση το φραγμό κάθε κομματικής χροιάς στη στελέχωσή του που δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τη συστηματική, εκ των έσω, υπονόμευσή του. 
Χωρίς αυτή τη μεταρρύθμιση, ανάπτυξη δεν θα υπάρξει, οποιαδήποτε συμφωνία κι αν γίνει. 
Μια τέτοια μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι οριζόντια – προϋποθέτει ξεκάθαρη στόχευση που θα ανατρέπει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του σημερινού αντιπαραγωγικού μοντέλου.

Θα πρέπει να αρχίσει από εκείνους ακριβώς τους μηχανισμούς που θα τονώσουν, με συγκεκριμένα αλλαγές, την αίσθηση ισονομίας των πολιτών, ενισχύοντας τη δικαιοσύνη και καταπολεμώντας τη φοροδιαφυγή. Διαφορετικά, πολύ σύντομα θα οδηγηθούμε στην κυριαρχία της αντίληψης ότι νόμος είναι το δίκιο του κάθε κόμματος.

Αυτή η μεταρρύθμιση θα είναι και το πρώτο τεστ της όποιας μελλοντικής κυβέρνησης, που θα πρέπει να διευκρινίσει μερικά σημαντικά πράγματα. 
Από ποιούς θα εισπράττει το κράτος και με τι κριτήρια; 
Γιατί και με τι στόχους θα πληρώνει; 
Πώς θα καθοριστεί η συμβολή της οικονομικά ενεργού γενιάς έτσι να μην εξευτελιστεί η απερχόμενη και διαλυθεί η επόμενη; 
Πώς θα βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στο ύψος του μισθού και την ίδια τη ύπαρξή του και την αντιμετώπιση της ανεργίας ανάμεσα σε μια γενιά που βλέπει το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια της και σε μια άλλη που κανείς δεν της λέει πού να πατήσει;

Κάποια από αυτά τα μέτρα είναι ήδη μέσα στο πιο πρόσφατο μνημόνιο, και κινδυνεύουν σα τα μωρά να πεταχτούν με τα απόνερα. 
Αλλά ο εξορθολογισμός της λειτουργίας των ΔΟΥ, ο εκ περιτροπής ετήσιος έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων ενός αριθμού εφοριακών, καθώς και η εστίαση των ελέγχων σε συγκεκριμένες ομάδες υψηλού πλούτου ή κάποιες που φέρονται να φοροδιαφεύγουν συστηματικά, η καθιέρωση στόχων και η δημοσίευση της απόδοσης κάθε ΔΟΥ στο διαδίκτυο, οι εσωτερικοί ελεγκτές στα νοσοκομεία, η αξιολόγηση των ΑΕΙ, δεν είναι απλώς μέτρα αυτονόητα που θα έπρεπε να έχουν ληφθεί εδώ και καιρό. 
Είναι επίσης μέτρα που, ανατρέποντας τη γενικευμένη αντιμνημονιακή ρητορική, αναιρούν και τους όρους που επέτρεψαν μέχρι τώρα σε όσους ωφελούνται από τη σημερινή παράλυση του κρατικού μηχανισμού να μετατρέπουν τα ιδιωτικά τους βίτσια σε δημόσιες αρετές.
Αν αντίθετα επικεντρώσουμε τη συζήτηση σε ερωτήματα σαν τα παραπάνω ως προς την αναγκαία και επαρκή συμβολή κάθε οικονομικού δρώντος ή επαγγελματικής ομάδας και κάθε γενιάς στη φορολογία και στο ασφαλιστικό, θα ξεπεράσουμε την αφηρημένη γενικολογία του αν έφταιγε το κάθε μνημόνιο και θα περάσουμε στο ζουμί: 
Πού και γιατί έφταιγε; και πώς μπορεί να αλλάξει; 
Αυτή έτσι κι αλλιώς θα είναι η πρώτη ερώτηση που θα τεθεί σε όποιους κληθούν να διαπραγματευτούν μια νέα συμφωνία της χώρας με τους πιστωτές της – με εναλλακτικές προτάσεις στη λεπτομερή λίστα με τα υπάρχοντα μέτρα μεταρρυθμίσεων, περικοπών δαπανών και αύξησης εσόδων.
Μια τέτοια συζήτηση είναι πλέον αναπόφευκτη. Ας γίνει με όλο το πάθος αλλά και τη σοβαρότητα που απαιτείται όταν αυτό που συζητείται είναι το μέλλον μιας χώρας. Αλλά ας γίνει με την απαίτηση από όλα τα κόμματα να βάλουν δίπλα στον συνοπτικό πίνακα με τις ήδη ξεπερασμένες υποθέσεις του μνημονίου και τις εκτιμήσεις τους για τις επιπτώσεις των δικών τους προτάσεων στα βασικά μακροοικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη. Το χρωστάνε στη χώρα και τους πολίτες της, όλοι.

1 σχόλιο:

  1. Ο συγγραφέας του παρόντος (α-νοησιολόγου) άρθρου, θέτει, ως προϋπόθεση, για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος στους κρατικούς προϋπολογισμούς.

    Γιατί άραγε, θέτει μια τέτοια προϋπόθεση; Δεν γνωρίζει ότι αυτή αποτελεί ένα λογικό σφάλμα, το οποίο φθάνει στα όρια ενός ασυναρτησιολογικού παραλογισμού, μεσούσης της κρίσεως, την οποία διέρχεται η ελληνική οικονομία;


    Αν δεν το γνωρίζει, τότε καλόν είναι να το μάθει, προκειμένου τα κείμενά του και οι ισχυρισμοί, που δι' αυτών των κειμένων προβάλλει, να μην αποτελούν αντικείμενα γελώτων, εξ αιτίας της προβολής τέτοιου είδους παιδαριωδών στοχοθετήσεων.

    Αν, όμως, το γνωρίζει, τότε γεννάται το ερώτημα : Ποιό εξωπραγματικό ιδεολόγημα, ως νεοφώτιστος δογματικός, ή/(και) ποιά συμφέροντα, ως ατζέντης, υπηρετεί;

    Προφανώς, στην περίπτωση του συγγραφέα μας - του κρυπτεπώνυμου κ. Τ. Χ. - και του ψοφοδεούς εσμού των (ψευδο)ευρωπαϊστών, με τον οποίο συναγελάζεται και του οποίου αποτελεί μέλος (κλαίγοντας όλοι μαζί την κακή τους μοίρα και πανικοβλημένοι μπροστά στην προϊούσα αποδόμηση της ήδη νεκρής και "ζώσης", ως αιμοδιψικό ζόμπυ, ευρωζώνης), ισχύει το ευαγγελικό ρητό : Μωραίνει ο Κύριος, ον βούλεται απωλέσαι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θέλετε να βάλετε ενεργό link στο σχόλιό σας; BlogU